Λάμπης Κωνσταντινίδης: ALPHONSE Marie-Louis de Prat DE LAMARTINE: ΤΟ ΤΑΞΕΙΔΙΟΝ ΤΟΥ ΕΙΣ ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ ΚΥΠΡΟΝ (2o)

Μετά ἀνεζήτησε μέ τό βλέμμα νά ἰδῇ τό Ἂργος. Εἰς τό βάθος μιᾶς ἀπεράντου καί γυμνῆς πεδιάδος διακοπτομένης ἀπό ἓλη καί μέ ὁλόγυρα γκρίζα βουνά ἒβλεπε κάποιος ἓν χωριουδάκι μέ ἐρειπωμένα τά σπίτια του. Αὐτό ἦτο τό Ἂργος. Βορειότερα ἦσαν αἱ Μυκῆναι, ἡ ἓδρα τῆς Αὐτοκρατορίας τοῦ Ἀγαμέμνονος, ὃπου ὑπῆρχε καί ὁ τάφος του. «Προσωπικῶς, γράφει ὁ Λαμαρτῖνος, ἐμέ δέν μέ ἐνδιαφέρουσι πολύ αὐταί αἱ ἱστορικαί ἀρχαιότητες. Θά ἐπροτίμων, συνεχίζει, νά ἐπισκεφθῷ μίαν κοιλάδα τῆς Ἀρκαδίας ἢ μίαν πηγήν κάτω ἀπό ἓνα βράχον ἢ μίαν ῥοδοδάφνην εἰς τήν ὂχθην ἑνός ποταμοῦ, παρά τά μνημεῖα τῆς ἀρχαιότητος, τά ὁποῖα μέ ἐβασάνιζον κατά τήν μαθητικήν μου ἡλικίαν μανθάνων καί ἀποστηθίζων τό κάθε τί δι’ αὐτά.» «Ὁ Διοικητής τοῦ Ναυπλίου, Πρίγκηψ Καρατζάς, ἐπροθυμοποιήθη νά μᾶς δώσῃ ἓν ἀπόσπασμα διά νά μᾶς συνοδεύσῃ εἰς τάς Μυκήνας διά νά ἰδῶμεν τόν τάφον τοῦ Ἀγαμέμνονος. Τό ἲδιον προσεφέρθη καί ὁ Στρατηγός Corbet, ὁ διοικητής τῶν ἑδρευόντων ἐκεῖ Γαλλικῶν στρατευμάτων. Ὃμως καί εἰς τούς δύο εὐγενῶς ἠρνήθη ὁ Λαμαρτῖνος, «διότι δέν ἠθέλησα, γράφει, νά ἐκθέσω εἰς μεγάλον κίνδυνον τήν συνοδείαν μου, πού εἰς τήν περίπτωσιν ἑνός κακοῦ συμβάντος, ἐγώ θά κατέκρινον τόν ἑαυτόν μου μίαν ὁλόκληρον ζωήν». Καί ἐξηγεῖ ἀκολούθως τόν λόγον:

Ὃσον ἀφορᾷ τήν πολιτικήν κατάστασιν εἰς τό Ναύπλιον καί τήν γύρω περιοχήν ἐπεκράτει μεγάλη ἀναρχία. Ἠκούοντο εἰς τά βουνά γύρω τοῦ Ναυπλίου πυροβολισμοί μέ τούς Κολοκοτρωναίους νά ἀλληλοπολεμῶνται μέ τόν Κυβερνητικόν στρατόν καί πότε τήν μίαν ἡμέραν νά κερδίζωσιν ἒδαφος οἱ μέν καί πότε τήν ἑπομένην οἱ δέ. (Σημείωσις ὁμιλητοῦ: Βλέπομεν ἐδῶ καί πάλιν τό αἰώνιον σκουλήκι τῆς Ἑλληνικῆς φυλῆς – τόν κατηραμένον Ἐμφύλιον Πόλεμον.) Εἰς τό Ναύπλιον παρέμεινον δύο ἡμέρας, καθώς ἡ Julia εἶχε νέαν ὑποτροπήν τῆς ἀσθενείας της καί ἀνέμενον τήν ἀνάρρωσίν της. Τό ξενοδοχεῖόν των ἦτο ἀπέναντι ἀπό ἓν στρατόπεδον, ὃπου ἒβλεπον τούς στρατιώτας ὃλην τήν ἡμέραν ἐξηπλωμένους ῥαθύμως εἰς τήν σκιάν κατεστραμμένων τοίχων.

            Τό πρωϊνόν τῆς 12ης Αὐγούστου, 1832, προσκληθείς παρηυρέθη ὁ Λαμαρτῖνος εἰς μίαν Συνεδρίαν τῆς Ἑλληνικῆς Βουλῆς. Εἶναι πολύ ἐνδιαφέρουσα ἡ περιγραφή του: «Οἱ τοῖχοι καί ἡ στέγη τῆς αἰθούσης ἀπετελοῦντο ἀπό ἓν πρόχειρον ξύλινον ὑπόστεγον. Οἱ βουλευταί ἐκάθηντο εἰς καθίσματα τοποθετημένα ἐπί ἂμμου καί ὡμίλουν ἀπό τῆς θέσεώς των. Ἡμεῖς, γράφει, ἐκαθήμεθα ἐπάνω εἰς πέτρας εἰς τήν εἰσοδον τοῦ ὑποστέγου. Οἱ βουλευταί κατέφθανον ἒφιπποι συνοδευόμενοι ὁ καθείς των ἀπό τήν συνοδείαν του, δηλ. τά «παλληκάρια» του. Ἀναλόγως δέ τοῦ ἐκτοπίσματος ἑκάστου βουλευτοῦ ἦτο καί ὁ ἀριθμός τῶν συνοδῶν του, οἱ ὁποῖοι ἀνέμενον ἒξω ἀπό τόν χῶρον τῆς Βουλῆς» εἰς ἓν ξέφωτον.

            Ἡ στάσις τῶν βουλευτῶν ἦτο μαχητική καί ὑπερήφανος. Ὡμίλουν ἂνευ συγχύσεως, ἂνευ διακοπῆς, εἰς ἓνα τόνον συγκινήσεως, ἀλλά σταθερόν, μετρημένον καί ἁρμονικόν. Ἦσαν οἱ ἡγέται ἑνός ἡρωϊκοῦ λαοῦ, ὁ ὁποῖος κρατεῖ ἀκόμη εἰς τήν χεῖρα τό ὃπλον ἢ τήν σπάθαν μέ τήν ὁποίαν μόλις μέχρι πρό ὀλίγου χρόνου ἐπολεμοῦσαν διά τήν ἐλευθερίαν τῆς Πατρίδος των καί τώρα συνεσκέπτοντο ὃλοι ἀπό κοινοῦ διά τούς τρόπους πού θά ἐξασφαλίσωσι τόν θρίαμβον τῆς Ἐλευθερίας των. Ἡ Βουλή τῶν Ἑλλήνων ἦτο, ἐν ἂλλοις λόγοις, ἓν «Πολεμικόν Συμβούλιον». Ὁ Λαμαρτῖνος δέν παρέμεινε μόνον εἰς τά προαναφερθέντα σχόλιά του, ἀλλά ἐπροχώρησε λέγων: «Δέν μπορεῖ νά φαντασθῇ τις ἐπιβλητικώτερον θέαμα δι’ αὐτόν τό ὡπλισμένον ἒθνος, τό ὁποῖον συνεδιαλέγετο ἐπί τῶν ἐρειπίων τῆς πατρίδος του, κάτωθεν ἑνός ξυλίνου ὑποστέγου … Καί ὃμως μεταξύ τῶν βουλευτῶν αὐτῶν ὑπῆρχον πρόσωπα μέ ἀξιοθαύμαστον παρουσιαστικόν, μεγάλης ἐξυπνάδας καί ἀνυπερβλήτου ἡρωϊσμοῦ. Ἦσαν βουνίσιοι Ἓλληνες μαχηταί, ἀλλά καί ἒμποροι ἀπό τάς Νήσους τοῦ Αἰγαίου. Οἱ δεύτεροι ἐξεχώριζον ἀπό τούς βουνίσιους ἀπό τάς πλέον ἐκλεπτυσμένας καί ὀλιγώτερον τραχείας φυσιογνωμίας των.»

            Τήν 13ην Αὐγούστου 1832 ὁ Ἂγγλος ναύαρχος Hotham, ὁ ὁποῖος ἦτο διοικητής τοῦ Ἀγγλικοῦ στόλου εἰς τό Ναύπλιον, μᾶς ἐκάλεσεν εἰς τήν ναυαρχίδα του, Saint-Vincent, ἡ ὀποία εἶχε 3 γεφύρας καί πλήρωμα 1600 ἀνδρῶν! Ὁ Ἂγγλος ναύαρχος τούς ἐπαρουσίασε μίαν πολύ ἐντυπωσιακήν ἀναπαράστασιν μιᾶς ναυμαχίας. Τόν ναύαρχον Hotham τόν ἐχαρακτήριζον οἱ ἐκλεπτυσμένοι τρόποι τῆς παλαιᾶς Ἀγγλικῆς ἀριστοκρατίας. Τό δέ βράδυ ἦσαν προσκεκλημένοι τοῦ Monsieur Rouen, πού ἦτο ὁ Γάλλος πληρεξούσιος Ὑπουργός εἰς Ἑλλάδα. Σημειωτέον ὃτι ὁ Ἂγγλος ναύαρχος Hotham τούς ἐπρότεινε καί αὐτός, ὡς καί ὁ Ἂγγλος Ναύαρχος εἰς Μάλταν, νά τούς συνοδεύσῃ ἓν Ἀγγλικόν πλοῖον, ὃμως ὁ Λαμαρτῖνος δέν ἀπεδέχθη τήν πρότασιν εὐχαριστῶν θερμῶς τόν Ἂγγλον ναύαρχον διά τήν εὐγενῆ πρότασίν του. Διά τήν ἀναχώρησίν των, ὡς Γάλλος ὁ Λαμαρτῖνος ἀπεδέχθη τήν πρότασιν τοῦ Διοικητοῦ τῆς Γαλλικῆς μοίρας Ναυάρχου Hugon, ὃστις τούς ἐπρότεινε τό βρίκιον «Le Génie » μέ καπετάνιον τόν ἐξαίρετον πλοίαρχον Cunéo d’Ornano διά νά τούς συνοδεύσῃ εἰς τό ταξείδιόν των.

            Τήν 15ην Αὐγούστου 1832, δέν ἠδυνήθησαν νά ἀναχωρήσωσι, διότι, παρ’ ὃλον ὃτι ἦσαν εἰς τά μέσα Αὐγούστου ἐφύσα εἷς πολύ δυνατός βορειοδυτικός καλοκαιρινός ἂνεμος – ἦτο, βλέπετε ἡ περίοδος τῶν μελτεμίων. Τόν βόρειον ἂνεμον συνώδευον καί μεγάλα παφλάζοντα κύματα, πού ἒφθανον μέχρι τό τέλος τοῦ Ἀργολικοῦ Κόλπου. Ἡ θάλασσα ἐκόπασε τό βράδυ τῆς 17ης πρός τήν 18ην Αὐγούστου, ὁπότε καί ἀνεχώρησαν ἀπό τό Ναύπλιον. Τήν πρωίαν ἦσαν ἢδη ἐκτός τοῦ Ἀργολικοῦ Κόλπου καί ἒπλεον εἰς τήν θάλασσαν μεταξύ τῶν Νήσων Σπετσῶν καί Ὓδρας. Πρός τήν μεσημβρίαν καθώς ἐπλησίασαν τήν Ὓδραν εἶχεν ἐπαναρχίσει τό ἰσχυρόν μελτέμι, πού κατέστησε τόν πλοῦν των πολύ ἐπικίνδυνον, ἀφοῦ κατεξέσχισε τά πανιά τοῦ βρικίου των. Οἱ ναῦται ἐπί τρεῖς ὣρας ἠγωνίζοντο νά κρατήσωσι τόν πλοῦν τοῦ ἱστιοφόρου εἰς τήν ὀρθήν πορείαν. Εἶχον ὃλοι ἐξαντληθῆ ἀπό τήν μεγάλην προσπάθειαν. Ἐν τέλει κατώρθωσαν νά ἀράξωσιν εἰς ἓνα ὂρμον τῆς Ὓδρας, πού τούς παρεῖχε προστασίαν κάτωθι ἑνός ὡραιοτάτου λόφου, πού ἐλέγετο οἱ «Κῆποι τῆς Ὓδρας».

            Ἐκατέβησαν εἰς τήν ἀκτήν καί ὁ Λαμαρτῖνος ἒγραψεν ὃτι ἦτο ἡ ὡραιοτέρα τοποθεσία πού εἶχον ἐπισκεφθῆ μέχρι τότε εἰς τήν Ἑλλάδα: Τῆς ἀκτῆς ἐδέσποζεν ἓν ὑψηλόν βουνόν, τό ὁποῖον κατήρχετο μέχρι τήν θάλασσαν μέ ἐλαιῶνας νά ἁπλώνωνται εἰς τά κράσπεδά του. Ἐδῶ καί ἐκεῖ ὑπῆρχον κάποια ἐξοχικά σπιτάκια ἒχοντα γύρω των κήπους καί περιβόλια. Ἒβλεπες ἀκόμη καλλιεργημένους ἀγρούς, δάση ἀπό καστανέας καί δρῦς, ποίμνια καί χωρικούς πού ἐκαλλιέργουν τήν γῆν. Ἀκόμη, παίρνοντες μαζί των τούς σκύλους των ἐπῆγαν καί διά κυνήγιον.

            Ἡ πόλις τῆς Ὓδρας ἦτο εἰς τήν ἂλλην πλευράν τῆς νήσου: Ἡ περιοχή της ἦτο πετρώδης. Αἱ οἰκίαι ἦσαν ἐκτισμέναι καθέτως, ἡ μία ἐπί τῆς ἂλλης. Ἡ Ὓδρα κατά τήν τουρκοκρατίαν ἦτο τό καταφύγιον τῆς Ἐλευθερίας, τοῦ Ἐμπορίου καί τῆς ἀφθονίας τῶν Ἑλλήνων. Ὁ Λαμαρτῖνος διευκρινίζει: «Δύναταί τις νά μετρήση τόν ηὐξημένον ἢ τόν φθίνοντα πολιτισμόν ἑνός λαοῦ ἀπό τάς τοποθεσίας τῶν πόλεων καί τῶν χωρίων του. Ὃταν αὐξάνηται ἡ ἀσφάλεια καί ἡ ἀνεξαρτησία, αἱ πόλεις κατέρχονται ἀπό τά ὂρη εἰς τάς πεδιάδας. ὃταν ἡ τυραννία καί ἡ ἀναρχία ἐπέρχονται, αἱ πόλεις ἀνεβαίνουσι εἰς τάς βραχώδεις καί ὀρεινάς περιοχάς ἢ εὑρίσκουσι καταφύγιον εἰς τήν θάλασσαν ἐπί τῶν ὑφάλων καί σκοπέλων.»

Ὁ Πλοῦς πρός ΑΘΗΝΑΣ: Τήν πρωίαν τῆς 18ης Αὐγούστου, 1832, εὐτυχῶς εἲχομεν ἢπιον ἂνεμον καί ἀνεχωρήσαμεν ἀπό τήν Ὓδραν. Καθώς παρεκάμπτομεν τό τελευταῖον Ἀκρωτήριον τῆς ξηρᾶς τῆς Πελοποννήσου, ἐννοεῖ ὁ Λαμαρτῖνος τό Σκύλεον ἢ τό Ἀχέρδον, καί εἰσερχόμεθα εἰς τόν Σαρωνικόν Κόλπον, ἢρχισε μία νέα τρομακτική καταιγίς, πολύ ἐντονωτέρα ἐκείνης τῆς προηγουμένης ἡμέρας.

            Τά κύματα εἶχον γίνει τεράστια καί τό πλοῖον ἀνεβοκατέβαινε βυθιζόμενον ἀπό τήν μίαν ἂβυσσον εἰς τήν ἑπομένην, ἡ κεραία τῶν ἱστίων του ἐβρέχετο ἀπό τά κύματα καί ὁ ἀφρός των ἒφθανε μέχρι τήν γέφυραν. Παρ’ ὃλα αὐτά ὁ καπετάνιος Cunéo d’Ornano ἐπεισμάτωνε νά παρακάμψῃ τό ἀκρωτήριον. Κατόπιν ἀπό ἑλιγμούς πολλῶν ὡρῶν ἐν τέλει τό ἐπέτυχεν. Ὃμως ἦτο τόσον δυνατός ὁ ἂνεμος, πού τό πλοῖον παρεξέκλινε πολύ τῆς πορείας του. Λόγῳ τοῦ ἀντιθέτου ἀνέμου τό βρίκιόν των ἐπροχώρει μέ ταχύτητα 10 κόμβων μόνον. Δι’αὐτό ἠναγκάσθησαν νά εὓρωσι καταφύγιον εἰς τήν ἀριστεράν πλευράν τοῦ Σαρωνικοῦ Κόλπου κάπου μεταξύ τῆς Αἰγίνης καί τῶν ἀκτῶν τῆς Κορίνθου.

            Κατά διαστήματα ὁ ὁρίζων ἐκαθάριζε καί ἐλογάριαζον νά διανυκτερεύσωσιν εἰς κάποιον ὃρμον. Εὐτυχῶς περί τήν δύσιν τοῦ ἡλίου ὁ δυνατός ἂνεμος ἐξησθένισε καί ἡ θάλασσα ἒγινε λεία ὡς καθρέπτης. Μᾶς ἐφαίνετο ὡς νά ἐπλέομεν ἐπί ἑνός ποταμοῦ ἂνευ κυμάτων. Ἒτσι ἐφθάσαμεν εἰς τήν Νῆσον Αἲγιναν. Ἦτο ἡ ὣρα πού ἡ Σελήνη ἐφώτιζεν ὑπέροχα τούς κίονας τοῦ Ναοῦ τῆς Ἀφαίας Ἀθηνᾶς. Τό βράδυ μετά ἀπό μίαν περιπετειώδη καί κουραστικήν ἡμέραν ἐδειπνήσαμεν εἰς τήν γέφυραν τοῦ βρικίου μας. Ἡ πόλις τῆς Αἰγίνης ηὑρίσκετο εἰς ἓνα κόλπον, ὁ ὁποῖος περιεστοιχίζετο ἀπό κυπαρίσσια, ἀμπελῶνας καί συκάς. Ἦτο δέ ὀλιγώτερον παράξενα ἐκτισμένη ἀπό τάς ἂλλας πόλεις, πού εἲδομεν προηγουμένως, ἒγραψεν ὁ Λαμαρτῖνος. Τό Γυμνάσιον τῆς Αἰγίνης, πού εἶχε κτίσει ὁ πρῶτος Πρόεδρος τῆς Ἑλλάδος ὁ Ἰωάννης – Ἀντώνιος Καποδίστριας ηὑρίσκετο εἰς τό μέσον τῆς πόλεως τῆς Αἰγίνης, ὡς καί τό ἀρχαιολογικόν Μουσεῖον ταύτης.

            Τήν ἐπαύριον, στάς 8 π.μ. τό πρωΐ, ὁ Λαμαρτῖνος κατῆλθεν ἀπό τό βρίκιόν των καί ἐπέρασε 2 ὑπερόχους ὣρας εἰς τήν πόλιν περιερχόμενος ταύτην, ἐν μέσῳ κυπαρισσίων καί πορτοκαλεῶν. Κατά τήν 10ην πρωϊνήν ἐπιστρέψας εἰς τό πλοῖόν των ηὗρε τήν ἡμισεῖαν γέφυραν γεμάτην ἀπό καρπούζια καί πεπόνια, μεγάλα πανέρια γεμᾶτα ἀπό κάθε χρώματος σταφύλια, σῦκα τῆς Ἀττικῆς καί κάθε εἲδους ἂνθη τῆς ἐποχῆς. Τοῦ ἀνέφερον ὃτι ὃλα αὐτά τά ἒφερεν ὁ Διοικητής τῆς Αἰγίνης Νικόλαος Σκοῦφος, ὁ ὁποῖος ἐπληροφορήθη διά τήν ἂφιξίν των ἀπό τόν πλοηγόν τοῦ βαποριοῦ των. Ἀνεγνώρισεν ἀπό τό ὂνομα Λαμαρτῖνος, ὃτι ἦτο ὁ γνωστός Γάλλος Φιλέλλην, λόγιος καί πολιτικός, καί ἠθέλησε νά τόν εὐχαριστήσῃ ἰδιαιτέρως. Ὁ Λαμαρτῖνος πληροφορηθείς συγκινημένος τά καθ’ ἓκαστα, ἒσπευσε νά συναντήσῃ τόν διοικητήν τῆς Αἰγίνης Νικόλαον Σκοῦφον καί τόν συνήντησε καθ’ ὁδόν, ἀπό ὃπου τόν ὡδήγησεν εἰς τό πλοῖόν των. Ἐκεῖ συνωμίλησαν ἐγκαρδίως, ἐφ’ ὃλων τῶν πολιτικῶν θεμάτων τῆς Ἑλλάδος, τῆς Γαλλίας καί τῆς Εὐρώπης καί ἐπί μακρόν, ὡς ἐάν νά ἐγνωρίζοντο καί νά ἦσαν φίλοι παλαιόθεν. Ὁ Διοικητής τῆς Αἰγίνης Νικόλαος Σκοῦφος εἶχε κάνει εἰς τόνΛαμαρτῖνον πολύ μεγάλην ἐντύπωσιν διά τήν πνευματώδη συνομιλίαν πού εἶχον οἱ δύο ἂνδρες.

            Περί τήν μεσημβρίαν τῆς 18ης Αὐγούστου, 1832, ἀνεχώρησαν ἀπό τήν Αἲγιναν καί ἀπήλαυσαν τόν ἣλιον τῆς Ἑλλάδος νά ἁπλώνηται πανταχοῦ ἐπάνω ἀπό τήν περιοχήν χαρίζων εἰς αὐτήν ὃλην τήν γνωστήν γοητείαν διά τό ἒνδοξον μεγαλεῖον τῆς Ἑλλάδος. Εἰς τάς κορυφάς τῶν βουνῶν τῆς Αἰγίνης ἐχρύσιζον αἱ τελευταῖαι ἀκτῖνες τοῦ ἡλίου – «ἦτο μία σκηνή ὑπέροχος εἰς τήν Ἱστορίαν τῆς Φύσεως» ἒγραψεν ὁ Λαμαρτῖνος. Ἒφθασαν εἰς τήν Νῆσον Σαλαμῖνα, ἐκεῖ πού κατεποντίσθη εἰς τήν ἀρχαιότητα ὁ Περσικός στόλος τοῦ Ξέρξου. Ἡ ἀνάμνησις τῆς Ναυμαχίας τῆς Σαλαμῖνος καί τοῦ Μεγάλου στρατιωτικοῦ ἡγήτορος τῆς Ἑλλάδος Θεμιστοκλέους, κάμνουσι τόν κάθε ναυτικόν νά χαιρετᾷ τόν ἱστορικόν αὐτόν χῶρον μέ τόν μέγιστον σεβασμόν.»

            Κατά τήν διάρκειαν τοῦ πλόου πλοῦ των μεταξύ Αἰγίνης καί Σαλαμῖνος, ὁ Λαμαρτῖνος εὑρίσκει τήν εὐκαιρίαν νά γράψῃ διά τήν θρησκείαν τῶν Ἀρχαίων Ἑλλήνων καί νά κάνῃ συγκρίσεις ταύτης μέ τήν Χριστιανικήν Θρησκείαν. Ἂς ἀκούσωμεν τί λέγει: «Ἡ θρησκευτική σκέψις γενικῶς τῆς ἀνθρωπότητος ἀναμειγνύεται καί ἁγιάζει τό κάθε τί. «Ἡ Θρησκεία τῶν Ἀρχαίων Ἑλλήνων δέν προέρχεται ἐκ τῆς καρδίας, ἀλλά εἶναι μία Θρησκεία τοῦ πνεύματος καί τῆς φαντασίας. Γνωρίζομεν ὃτι οἱ ἀρχαῖοι θεοί τῶν Ἑλλήνων ἦσαν ἓν πλέγμα ποιήσεως καί τέχνης, δηλ. ἦσαν θεοί προσποιητοί καί φανταστικοί – δέν εἶχον βάθος πραγματικόν ἢ αὐτό νά προέρχηται ἀπό τήν ψυχήν τοῦ ἀνθρώπου. Αὐτό ἲσχυε μέχρι τόν Πλάτωνα καί τόν Σωκράτην, ἀπ’ ὃπου ἀρχίζει ἡ Θρησκεία τῆς Λογικῆς. Μετά ἀπό αὐτήν, ἠκολούθησεν ὁ Χριστιανισμός, ὃπου ἒλαβεν ἀπό τόν Θεϊκόν Ἱδρυτήν του, τόν Ἰησοῦν Χριστόν, τόν λόγον καί τήν κλεῖδα τοῦ Θείου Προορισμοῦ τοῦ Ἀνθρώπου. Λόγῳ τῶν ἐτῶν τῆς βαρβαρότητος διά τῶν ὁποίων διῆλθεν ὁ ἂνθρωπος διά νά φθάσῃ μέχρι τῆς σήμερον, δυστυχῶς ταῦτα εἶχον συχνά ἀλλάξει καί παραμορφώσει τόν ἂνθρωπον. Ἀλλ’ ὃμως, ἐάν δέν εἲχομεν τόν Πλάτωνα, τόν Σωκράτην καί τούς Πυθαγορείους, ἐσκέφθημεν ποῦ θά ἦτο ἀκόμη σήμερον ὁ ἂνθρωπος; Μετά φθάνωμεν σύν τῷ χρόνῳ εἰς τόν τελικόν προορισμόν τοῦ ἀνθρώπου μέ τήν εὐλογίαν τοῦ μεγάλου Ἱδρυτοῦ τοῦ Χριστιανισμοῦ – τοῦ Θεανθρώπου Ἰησοῦ Χριστοῦ. Αὐτό θά γίνῃ μόνον μέσον τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ καί μόνον μέ τήν Βοήθειαν Αὐτοῦ. Δυστυχῶς ἡ παρουσία τῶν παρεισφρυσάντων βαρβάρων διεστρέβλωσαν καί παρεμόρφωσαν μέχρι τῆς σήμερον τήν Θείαν πορείαν τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ.»

ΑΘΗΝΑΙ – ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ – ΠΑΡΘΕΝΩΝ

            Ἡ Ἀκρόπολις καί ὁ Παρθενών ἐφάνταζον ἀπό ἐκεῖ πού ἦσαν εἰς τήν θάλασσαν, περί τάς 3 λεύγας μακράν, ὡς εἷς βωμός, ἀπεσπασμένος ἀπό τήν Πεντέλην καί τόν Ὑμηττόν καί τόν Ἀγχεσμόν. Ὡμοίαζον ὡς νά ἦσαν τό ὡραιότερον βάθρον ἐπί τοῦ ὁποίου οἱ αἰῶνες εἶχον τοποθετήσει τό Ἂγαλμα τῆς Ἀνθρωπότητος – τόν Παρθενῶνα! Σήμερον, ὑπό τόν Τοῦρκον κατακτητήν, τό βάθρον αὐτόν ἐφαίνετο μουντόν, λυπημένον, σκοῦρον, ξηρόν καί καταθλιπτικόν. Τίποτε τό ζωντανόν, χωρίς πράσινον, χωρίς χάριν, ἂψυχον. ᾘσθάνεσο ἓν βάρος εἰς τήν καρδίαν. Δι’ ἓνα ποιητήν καί ζωγράφον ὃλα αὐτά τά ἂγονα, πού ἐβλέπομεν, δέν ἦσαν παρά ὀνόματα ἠχηρά, πού μᾶς ἐκραύγαζον «Τετέλεσται»! Ἦσαν μία Γῆ τῆς Ἀποκαλύψεως! Αὐτή ἦτο ἡ ἐντύπωσις πού μᾶς ἐδίδετο. (Σημ. ὁμιλητοῦ: Τῷ 1832 πού ἐπεσκέφθη ὁ Λαμαρτῖνος τήν Ἑλλάδα αἱ Ἀθῆναι καί ἡ Ἀττική ἦσαν ἀκόμη ὑπό Τουρκικήν Κατοχήν. Ἐξ οὗ καί ἡ ἀρνητική ἐντύπωσις πού τοῦ ἒδωσαν αἱ τότε Ἀθῆναι. Ἡ περιοχή τῆς Στερεᾶς Ἑλλάδος ἠλευθερώθη τό ἑπόμενον ἒτος, τήν 31ην Μαρτίου, 1833).

            Τήν 19ην Αὐγούστου, 1832, τό πλοῖόν των εἰσῆλθεν εἰς τόν λιμένα τοῦ Πειραιῶς, ὃπου ἠγκυροβόλησαν. Εἰς τήν ἀκτήν τούς ἀνέμενον τά ἢδη παραγγελθέντα ἂλογα, διά νά τούς μεταφέρουν εἰς Ἀθήνας. Ἐπί ἡμισεῖαν λεῦγαν, ἀπό ὃπου διήρχοντο, ἡ γῆ ἦτο τελείως ἀκαλλιέργητος, ξηρά καί γυμνή ἀπό βλάστησιν. Κατά τήν διάρκειαν τοῦ πολέμου οἱ Τοῦρκοι κατέκαυσαν τούς ὡραίους ἐλαιῶνας πού ἒφθανον μέχρι τήν θάλασσαν. Ἐβλέπομεν ἀκόμη κάποιους κορμούς ἐλαιῶν νά εἶναι μαυρισμένοι ἀπό τήν φωτιάν. Ἠκολουθήσαμεν τά θεμέλια τοῦ Μακροῦ Τείχους, τό ὁποῖον ἀνήγειρεν ὁ Θεμιστοκλῆς ἑνώνων τάς Ἀθήνας μέ τόν Πειραιᾶ. Πλησιάζοντες τήν Ἀθήναν, μία πρασίνη ζώνη ἐλαιοδένδρων καί συκῶν τήν περιέβαλλον. Κατά διαστήματα ὑπῆρχον πηγάδια, ἀπό τό νερόν τῶν ὁποίων ἐξεδίψων οἱ διερχόμενοι.

            Κάτωθεν τῆς Ἀκροπόλεως καί διά νά εἰσέλθῃ ὁ ἐπισκέπτης εἰς τήν πόλιν τῶν Ἀθηνῶν διέρχεται ἀπό μίαν χαμηλήν καί σκοτεινήν πύλην, τήν πύλην τοῦ Ἀδριανοῦ, ὃπου ἦσαν ἐξηπλωμένοι Τοῦρκοι στρατιῶται μέ τά ὃπλα των. Τό πρῶτον μνημεῖον πού συναντᾷ

κάποιος προτοῦ εἰσέλθει εἰς τήν πόλιν ἦτο ὁ Ναός τοῦ Ὀλυμπίου Διός μέ τάς ὑπερόχους πανυψήλους στήλας του. Τώρα αὐτή ἡ περιοχή ἦτο πλήρης ἐρειπίων.

            Εἰσερχόμενοι δέ εἰς τάς Ἀθήνας ηὑρέθησαν νά διέρχωνται διά μέσου ἀδιεξόδων δρομίσκων μέ γκρεμισμένους τοίχους, θραυσμένα κεραμείδια, μάρμαρα καί πέτρας ἐρριγμένας ἐδῶ καί ἐκεῖ στό ἒδαφος, παντοῦ ἐρείπια ἐπί ἐρειπίων, μέ ἀκάθαρτα καταφύγια, ἐντός τῶν ὁποίων ἦσαν στοιβαγμέναι οἰκογένειαι Ἑλλήνων.

            Ἐδῶ καί ἐκεῖ κάποιαι ὂμορφαι Ἀθηναῖαι μέ μαῦρα μάτια καί μέ ὡραῖα Ἑλληνικά χαρακτηριστικά, ἀκούουσαι τόν θόρυβον τῶν ὁπλῶν τῶν ἀλόγων μας ἒβγαινον εἰς τό κατώφλιον τῶν θυρῶν τῶν οἰκιῶν των καί μέ τό ὃλον χάριν χαμόγελόν των μᾶς ἒλεγον τόν χαιρετισμόν τῆς Ἀττικῆς: «Καλῶς ἢλθατε, κύριοι ξένοι, εἰς τάς Ἀθήνας,» μεταφρασμένος εἰς τήν Γαλλικήν « Bien venus, seigneurs étrangers, à Athènes ! »

            Μετά ἀπό ἑνός τετάρτου περιπάτημα ἐν μέσῳ θραυσμένων τοίχων καί στεγῶν οἰκιῶν ἒφθασαν εἰς τήν οἰκίαν τοῦ κ. Κασπαρῆ, ἐκπροσώπου εἰς τό Προξενεῖον τῆς Ἐλευθέρας Ἑλλάδος εἰς τάς Ἀθήνας. (Σημ.: Νά μή λησμονῶμεν ὃτι τότε ἦτο ἐλευθέρα μόνον ἡ Πελοπόννησος.) Ὁ κ. Κασπαρής μᾶς ὑπεδέχθη ὡς «ἀγνώστους φίλους». Ἐνᾧ ἒστειλε τόν υἱόν του πρός ἀναζήτησιν καταλύματος διά τούς ξένους, ἡ θυγάτηρ του, μία πολύ ὡραία καί χαρίεσσα Ἀθηναΐς, μᾶς ἐσέρβιρε μέ συστολήν καί ταπεινότητα πορτοκαλάδαν παγωμένην ἐντός βάζου ἐκ πορώδους κεραμεικοῦ φέροντος ἀρχαίαν παράστασιν. Ἀφοῦ ἐξεδιψάσαμεν χάριν εἰς τήν ἐγκάρδιον φιλοξενίαν τῆς οἰκογενείας Κασπαρῆ, κατόπιν μιᾶς δυσκόλου ἡμέρας μέ καταιγίδα, καί μετά δυνατόν ἣλιον καί πολλήν σκόνην, ὁ κ. Κασπαρής μᾶς ὡδήγησεν διά μέσου κατεστραμμένων οἰκιῶν εἰς μίαν καινουργῆ καί κάτασπρον κατοικίαν, ἣτις ἀνῆκεν εἰς ἓνα Ἰταλόν ἰδιοκτήτην, τήν ὁποίαν μετέτρεψεν εἰς τό ξενοδοχεῖον ὃπου τά δωμάτια ἦσαν διαμορφωμένα καταλλήλως καί μέ σκιεράν αὐλήν καί μέ μίαν πηγήν εἰς τό μέσον της. Τό ξενοδοχεῖον ἦτο ἀνάλογον μέ ἐκεῖνα πού συναντᾷ ὁ ταξειδιώτης εἰς Εὐρώπην, ἀλλά εἶχε πολύ ἀκριβήν τιμήν. Ὡς τούς ἀνέφερεν ὁ Ἰταλός ἰδιοκτήτης, τάς τελευταίας 40 ἡμέρας δέν εἶχον κανένα ξένον εἰς τό ξενοδοχεῖόν των.

            Τό βράδυ τούς ἐπεσκέφθη ὁ κ. Gropius, πού ἦτο Πρόξενος τῆς Αύστρίας καί ἐθεωρεῖτο ὑφ’ ὃλων ὡςἛλλην, ἀφοῦ ηὑρίσκετο εἰς Ἑλλάδα ἐπί 36 ὁλόκληρα ἐτη. Ὁ κ. Gropius ἀνέλαβε νά τούς ξεναγήσῃ εἰς τάς Ἀθήνας, διότι, ὡς ἒγραψεν ὁ Λαμαρτῖνος, ἦτο πολύ μορφωμένος καί πνευματώδης καί ὡς ἐκ τούτου ἦτο ὁ καταλληλότερος διά σοβαράς ἐξηγήσεις διά τάς ἀρχαιότητας τῶν Ἀθηνῶν.

            Ἐξ ἂλλου ἀπό τόν κ. Gropius, πού ἦτο πολύ ὑψηλοῦ ἐπιπέδου μορφώσεως περί τά ἀρχαῖα Ἑλληνικά καί τάς ἀρχαιότητας τῆς Ἑλλάδος, ἢθελον νά μάθωσι τά σχετικά καί διά τήν τότε κατάστασιν τῆς Ἑλλάδος. «Εἰς ἡμᾶς τούς ποιητάς, γράφει ὁ Λαμαρτῖνος, μᾶς ἐνδιαφέρει νά μάθωμεν καί διά τά σύγχρονα γεγονότα καί τάς πασιφανεῖς καί εὐαισθήτους καταστάσεις πού ὑπῆρχον εἰς Ἑλλάδα. καί ὂχι διά τά ἱστορικά ἐπιτεύγματα καί τήν κριτικήν των Ἡμεῖς οἱ ποιηταί δέν εἲμεθα ἂνθρωποι τῆς ἀφαιρέσεως, ἀλλά πραγματισταί καί ἐνστικτώδεις. Ἡ βραδυά ἦτο ὡραῖα καί ὀνειρώδης, καθώς ὁ ἣλιος κατήρχετο διά μέσου μιᾶς βιολετιᾶς ὁμίχλης εἰς τό βάθος ἐπί τοῦ φράγματος τοῦ Ἰσθμοῦ τῆς Κορίνθου καί μέ τάς τελευταίας φωτεινάς ἀκτῖνάς του ἒπιπτε ἐπί τῶν ἐπάλξεων τῆς Ἀκροπόλεως, πού ἦτο ὡς ἓν στέμμα ἐπί τῆς πλατείας καί κυματοειδοῦς κοιλάδος, ὃπου ἐκοιμᾶτο τό βράδυ σιωπηλή ἡ Ἀθήνα.»

            Τήν ἑπομένην, καθώς κατέβαινον, εἰς τό βάθος τῆς κοιλάδος, ἡ ὁποία ἐσκίαζε τό Θησεῖον, τήν Πνύκα, τόν Ἂρειον Πάγον καί τόν Λόφον τῶν Νυμφῶν ἀνεκάλυψαν μίαν ἐπέκτασιν τῆς μοντέρνας πόλεως τῶν Ἀθηνῶν, πού εἶναι εἰς τοιαύτην κατάστασιν πού δέν διατηρεῖ οὒτε τήν ἁγιότητα τοῦ παρελθόντος, οὒτε καί αὐτήν τήν χάριν τῶν ἐρειπίων! Κατά τόπους ὑπῆρχον κάποια σπίτια εἰς μοντέρα σχέδια, πού ἀνεστηλώθησαν προσφάτως ἀπό Εὐρωπαίους καί Ἓλληνας τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Ὃμως οὐδέν εἰς αὐτάς τάς νέας οἰκοδομάς δεικνύει, ὃτι αὗται προέρχονται ἀπό ἓνα πολιτισμένον λαόν, ὁ ὁποῖος τάς ἒκτισε μέ πεποίθησιν διά τόν ἑαυτόν του.

            Εἰς τό μέσον δέ ὃλων αὐτῶν βλέπεις κάποιας μαυρισμένας κολώνας τῆς Ἀψίδος τοῦ Ἀδριανοῦ, τόν θόλον τοῦ Πύργου τῶν Ἀνέμων, τήν περιοχήν τοῦ φανοῦ τοῦ Διογένους, αἱ ὁποῖαι προσελκύουσιν ἀχόρταγα τό βλέμμα. Καί ἒμπροσθέν μας ὑψώνεται μεγαλοπρεπές τό Θησεῖον, ἀπομεμονωμένον καί ἀκάλυπτον ἀπό ὃλας τάς πλευράς του καί ἐκτισμένον ἐπί τοῦ βραχώδους βάθρου του. Ὁ Λαμαρτῖνος γράφει ὃτι αὐτός ὁ Ναός τοῦ Θησέως εἶναι μετά τόν Παρθενῶνα τό ὡραιότερον οἰκοδόμημα τῆς Ἀρχαιότητος ἀπό ἀπόψεως Ἀρχιτεκτονικῆς, πού ἀνήγειρεν ἡ Ἑλλάς διά τούς θεούς καί τούς ἣρωάς της.

            «Καθ’ ὁδόν ὃμως πρός τό Θησεῖον ᾐσθάνθην, λέγει, νά εἶμαι ψυχρός καί κενός. Ἐζήτουν κάτι νά μέ συγκινήσῃ καί νά τό θαυμάσω. Τίποτε ὃμως. ᾘσθάνθην μόνον ὃ,τι αἰσθάνεται ὁ καθείς, ὃταν βλέπῃ ἓν τέλειον δημιούργημα. Αὐτό πού ἀποκαλῶ «μίαν ἀρνητικήν εὐχαρίστησιν.» Ὂχι ὃμως μίαν ἐντύπωσιν συγκλονιστικήν – πραγματικήν. Ὁ ναός τοῦ Θησέως μοῦ ἐφάνη πολύ μικρός, «ἦτο ὡς ἓν ὑπέροχον παιγνίδι τῆς Τέχνης.»

            Φεύγοντες ἀπό τό Θησεῖον καί προχωροῦντες ὑψηλότερα εἶναι ἡ Πνύξ, ἐκεῖ πού ἐγίνοντο αἱ θυελλώδεις συναθροίσεις τῶν Ἀθηναίων μετά τῶν ἀκράτων ἐπευφημιῶν τῶν ῥητόρων ἢ τῶν ἐκλελεγμένων ἡγετῶν των. Ἀκόμη δέ ὑψηλότερα, εἰς ἀπόστασιν 50 βημάτων, βλέπεις ἓνα τεράστιον ὂγκον, ἐπί τοῦ ὁποίου ἀνέβαινον οἱ ὁμιληταί. Ἀπ’ ἐδῶ ὡμίλει ὁ Δημοσθένης ἐξάπτων ἢ χαλαρώνων τήν λαοθάλασσαν τῶν Ἀθηναίων, πού ἦτο τρικυμιωδεστέρα τῆς θαλάσσης τοῦ Αἰγαίου. «Ἐκάθησα ἐκεῖ, γράφει ὁ Λαμαρτῖνος, καί παρέμεινα μόνος σκεπτόμενος μέχρι τό βράδυ, ξαναζῶν ὃλην τήν διαδικασίαν. Πράγματι τί περίοδος ἦτο τότε ἐκείνη διά τόν πνεῦμα! Τί μεγαλεῖον, ποία σοφία, ποῖον φῶς, ποία ἀρετή! Εἰς μικράν ἀπόστασιν ἦτο ὁ τόπος ὃπου ἒπιε τό κώνειον ὁ Σωκράτης. Αὐτή ἡ χυδαία περίοδος τῶν Ἀθηνῶν, πόσον ὁμοιάζει μέ τήν σημερινήν μοντέρναν Εὐρώπην, καί κυρίως τήν Γαλλίαν. Δυστυχῶς ὃμως ἡ μᾶζα εἶναι παντοῦ βάρβαρος. Φαντασθῆτε τόν Δημοσθένην νά ὁμιλῇ εἰς ἓνα λαόν χαμηλοῦ πνευματικοῦ ἐπιπέδου μέ τήν ἐπιλεγμένην καί ἐκλεπτυσμένην ὁμιλίαν του. Ποῖος θά τόν κατελάμβανε;» Καί καταλήγει: «Ἡ ἀνισότης τῆς μορφώσεως καί τῆς σοφίας εἶναι καί σήμερον τό μέγα ἐμπόδιον τοῦ μοντέρνου πολιτισμοῦ μας. Ὁ λαός εἶναι ὁ Κυρίαρχος, ἀλλά δυστυχῶς δέν εἶναι ἱκανός νά εἶναι! Ἰδού διατί ὁ λαός παντοῦ καταστρέφει καί δέν ἐξυψώνει τό ὡραῖον, τό διαρκές καί τό μεγαλειῶδες εἰς οὐδέν μέρος.» Καί συνεχίζει ὁ Λαμαρτῖνος τάς φιλοσοφικάς σκέψεις καί συγκρίσεις του:

«Οἱ ἀρχαῖοι Ἀθηναῖοι ἐγνώριζον τήν γλῶσσαν τοῦ Δημοσθένους καί ἠδύναντο νά κρίνωσι καί τούς νόμους καί τάς τέχνας. Οἱ ἀρχαῖοι Ἀθηναῖοι ἦσαν εἷς λαός ἀπό ἐπιλέκτους ἀνθρώπους. Εἶχον καί αὐτοί τά γνωστά πάθη τοῦ λαοῦ, ὂχι ὃμως τήν ἂγνοιάν του. Διέπραττον σφάλματα, ὂχι ὃμως ἠλιθιότητας. Ὃμως σήμερον τά πράγματα δέν εἶναι ἒτσι. Δι’ αὐτό ἡ Δημοκρατία πού εἶναι ἀναγκαία εἰς τό Δίκαιον, δέν εἶναι δυνατόν νά ἐπιτευχθῇ εἰς τούς μεγάλους μοντέρνους πληθυσμούς! Μόνον ὁ χρόνος μπορεῖ νά κάνῃ τούς λαούς ἱκανούς νά κυβερνηθῶσιν ἀπό τούς ἰδίους. Ἡ μόρφωσίς των δέ ἐπέρχεται διά τῶν ἐπαναστάσεων.

            Καί περαιτέρω ἀναλύει:

            Ἡ τύχη ἑνός ῥήτορος, ὡς τοῦ Δημοσθένους καί τοῦ Mirabeau, εἶναι κατά πολύ δελεαστικωτέρα, ἀπό τήν τύχην ἑνός φιλοσόφου ἢ ἑνός ποιητοῦ. Ὁ ῥήτωρ πολλάκις ἀπολαμβάνει τῆς δόξης ἑνός συγγραφέως καί τῆς δυνάμεως τῶν μαζῶν ἐπί τῶν ὁποίων καί ὑπό τάς ὁποίας ἐνεργεῖ. Ὁ φιλόσοφος ἐξ ἂλλου εἶναι ὁ βασιλεύς, ἀλλά τό τρομερόν ὃπλον του, ὁ λαός, σπάζων ἀνάμεσα εἰς τάς χεῖράς του πληγώνει καί τόν ἲδιον τόν λαόν καί τόν σκοτώνει. Καθώς Ὁ φιλόσοφος ὃ,τι λέγει ἢ πράττει διά τήν ἀνθρωπότητα, τά πάθη, τάς ἀρχάς, ὃλα αὐτά εἶναι ἐνδιαφέροντα μέν, πού ὃμως περνοῦσιν. Δέν εἶναι διαρκείας καί ἐκ τῆς φύσεώς των καθόλου αἰώνια. Ὁ δέ ποιητής κατ’ ἀντίθεσιν συγκινεῖται ἀπ’ ὃ,τι εἶναι ἀθάνατον (ἂφθαρτον καί ἀξέχαστον) εἰς τήν φύσιν καί εἰς τήν καρδίαν τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ μοῖρα τοῦ ποιητοῦ εἶναι ὀλιγώτερον ἀνθρωπίνη, ἀλλά περισσότερον θεϊκή! Εἶναι πολύ ὑπεράνω ἐκείνης τοῦ ῥήτορος.

            Καί φθάνει ὁ Λαμαρτῖνος εἰς τό ὑπέροχον συμπέρασμα του:

            Τό καλύτερον θά ἦτο νά ὑπῆρχεν ἡ ἓνωσις τῶν δύο μοιρῶν, τῶν τοῦ φιλοσόφου καί τοῦ ποιητοῦ, πρᾶγμα πού οὐδείς ἂνθρωπος τό ἐπέτυχεν, παρ’ ὃλον ὃτι δέν ὑπάρχει τίποτε τό ἀσυμβίβαστον μεταξύ τῆς πράξεως καί τῆς σκέψεως, ἀφοῦ «ἡ πρᾶξις εἶναι ἡ θυγάτηρ τῆς σκέψεως». Ὃμως ὁ λόγος τῆς μή ἑνώσεως τῶν δύο μοιρῶν, δηλ. τῆς τοῦ φιλοσόφου καί τοῦ ποιητοῦ, εἶναι διότι οἱ ἂνθρωποι ζηλεύουσι τήν πλήρη ὑπεροχήν προερχομένην ἐκ δύο δυνάμεων εἰς μίαν μόνον κεφαλήν. Ἡ Φύσις βεβαίως εἶναι πλέον φιλελευθέρα καί τό ἀποδέχεται! Δυστυχῶς οἱ ἂνθρωποι διαγράφουσιν ἀπό τήν πρᾶξιν ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος ὑπερέχει εἰς τό πεδίον τῆς διανοίας καί τοῦ λόγου. Φέρ’ εἰπεῖν, δέν θέλουν τόν Πλάτωνα νά κάνῃ πραγματικούς νόμους καί νά τούς ἐφαρμόζῃ ὁ ἲδιος εἰς τήν πρᾶξιν, δηλ. νά διοικῇ, οὒτε καί τόν Σωκράτην νά κυβερνᾷ ἒστω ἓν μικρόν χωρίον!»

            Τήν 20ην Αὐγούστου, 1832, ἀφοῦ προηγουμένως ἒλαβον τήν ἂδειαν τοῦ Τούρκου Κυβερνήτου τῆς Ἀττικῆς πρός ἐπίσκεψιν τῆς Ἀκροπόλεως καί τοῦ Παρθενῶνος, ἀνεχώρησαν τήν 4ην πρωϊνήν διά τήν ἀνάβασίν των.

            Εἰς τόν Λαμαρτῖνον ἒκανε κατ’ ἀρχάς ἀπογοητευτικήν ἐντύπωσιν ἡ παρημελημένη ἐμφάνισις τῆς Ἀκροπόλεως εἰς τήν ὁποίαν περιέπεσεν ἐξ αἰτίας τῶν Τούρκων. Ἡ ἐμφάνισις αὐτῶν τῶν ὑπερόχων οἰκοδομημάτων, πού ἀνήγειρε ποτέ ἡ ἀνθρωπίνη χείρ καί τό πνεῦμα ἐπί τῆς Γῆς, οὐδόλως ἀντεπεκρίνοντο εἰς ὃ,τι ἐβλέπομεν. Δέν ἒλαμπον καθόλου τά μνημεῖα διαλαλοῦντα ὡς φάρος πρός πάντας ὃτι: «Ἐδῶ εἶναι αἱ Ἀθῆναι!» Τά τείχη τῆς Ἀκροπόλεως πού περιέκλειον τά ἱερά μνημεῖα τῆς πόλεως τοῦ Θησέως καί κυρίως ὁ Παρθενών, ὁ Ναός τῆς Θεᾶς Ἀθηνᾶς, ἡ ὁποία ἐγεννήθη ἐκ τῆς κεφαλῆς τοῦ Διός, ἒβλεπον πρός τήν πλευράν τοῦ Αἰγαίου. Αὐτός ὁ μέγας Ναός, ἦτο μαυρισμένος καί ἒφερε πολλά στίγματα ἀπό τά κανόνια τῶν Τούρκων. Ἐφαίνετο δέ ὡς ἓν καταφρονημένον οἰκοδόμημα.

            «Ὃμως ἀντεστράφη αἰφνιδίως τήν στιγμήν πού καθήμενος εἰς τά τελευταῖα σκαλοπάτια εἰς τήν δυτικήν γνωίαν τοῦ Θησείου, οἱ ὀφθαλμοί μου ἐνηγγαλίσθησαν τήν μεγαλοπρεπῆ ἁρμονίαν τῶν μορφῶν καί τήν μεγαλειώδη κομψότητα τῶν κολωνῶν τοῦ Παρθενῶνος, ὃπου αἱ μορφαί τῶν παραστάσεων τῶν ἀναγλύφων εἰς τήν ζωφόρον τοῦ Ναοῦ μέ τάς μάχας τῶν Κενταύρων καί τῶν Λαπηθῶν ἐφαίνοντο νά εἶναι ζωνταναί καί ὡς νά κινῶνται! Μόνον οἱ μεγάλοι καλλιτέχναι ἒχουσιν αὐτό τό χάρισμα νά δίδωσι ζωήν καί κίνησιν εἰς τά ἒργα των! Ἀλλοίμονον ὃμως. Εἰς τόν ναόν παραμένουσι μόνον 2 μορφαί, τοῦ Ἂρεως καί τῆς Ἀφροδίτης – θρυμματισμέναι κατά τό ἣμισυ ἀπό δύο μεγάλα θραύσματα τοῦ γεισώματος, πού ἒπεσαν ἐπί τῶν κεφαλῶν των. Καί ὃμως αὐταί αἱ δύο μορφαί ἀξίζουν δι’ ἐμέ μόναι των περισσότερον ἀπό ὃλα τά ἀγάλματα πού ἒχω ἰδῆ ποτέ εἰς τήν ζωήν μου! Αἰσθάνεσαι ὃτι ἡ σμίλη τοῦ μεγάλου Φειδίου ἒτρεμε καί ἒκαιεν εἰς τάς χεῖράς του καθώς ἐγεννῶντο κάτω ἀπό τά δάκτυλά του αὐταί αἱ ὑπέροχοι μορφαί.»

            Εἰς τό σημεῖον αὐτό ὁ Λαμαρτῖνος προχωρεῖ βαθύτερον καί ἀναλύει: «Ὁ καλλιτέχνης ἐμφυσᾷ εἰς τό ἒργον του τήν ἰδικήν του προσωπικότητα ἀπό τό αἷμά του εἰςτ άς μορφάς του, εἰς τάς φλέβας τῶν ὑπάρξεων, τάς ὁποίας δημιουργεῖ, καί κατ’ αὐτόν τόν τρόπον δημιουργεῖται ἓν μέρος τῆς ζωῆς, πού τό βλέπομεν νά πάλληται εἰς αὐτάς τάς ζωντανάς μορφάς μέ τά μέλη των ἓτοιμα νά κινηθῶσι καί τά χείλη των ἓτοιμα νά ὁμιλήσωσι.»

            Εἲμεθα ἂφωνοι πρό τῆς ἀπαραμίλλου ἐντυπώσεως πού μᾶς ἐδημιούργησεν ὁ Παρθενών – «ὁ Ναός τῶν Ναῶν», ὡς τόν ἐχαρακτήρισεν ὁ Λαμαρτῖνος, ὁ ὁποῖος σημειώνει: «Τόν Παρθενῶνα ἒκτισαν οἱ Ἀρχιτέκτονες Ἰκτῖνος καί Καλλικράτης καθ’ ὑπόδειξιν τοῦ Περικλέους καί τόν ἐκόσμησεν ὁ Φειδίας. Ὁ Παρθενών κατέστη ὁ μοναδικός ἐκπρόσωπος καί ὁ τύπος τοῦ ἀπολύτου ὡραίου εἰς τάς τέχνας τῆς Ἀρχιτεκτονικῆς καί τῆς Γλυπτικῆς, καί ἀποτελεῖ ἒκτοτε θεϊκήν ἀποκάλυψιν τῆς ὡραιότητος τοῦ Ἰδεώδους, τό ὁποῖον μεταδίδεται διά τῶν ὑπερόχων γλυπτῶν του, τάς διακεκοσμημένας κερκίδας μέ τά ἀπαράμιλλα ἀγάλματά του, τῆς μεγαλοπρεποῦς μορφῆς των, τῆς λεπτομερεστάτης τεχνικῆς των καί τοῦ μαρμαρίνου φωτός τό ὁποῖον ἐκπέμπουσιν, ὃλα καμωμένα ὑπό τοῦ μεγάλου καλλιτέχνου – τοῦ ἀξεπεράστου γλύπτου Φειδίου.

            Αὐτό τό ὑπέροχον μνημεῖον ἐπί τοῦ φυσικοῦ βάθρου του – τῆς Ἀκροπόλεως, εἶχε τά πλεῖστα μέρη του κατεστραμμένα ἀπό τούς Ἑνετούς καί Τούρκους κατακτητάς καί ἠκρωτηριασμένα ὑπό τοῦ Λόρδου Elgin καί μέ πλεῖστα ἐξ αὐτῶν μεταφερθέντα μέ πλοῖα εἰς Ἀγγλίαν. Παρ’ ὃλα ταῦτα ὃσα παρέμεινον ἦσαν ἀρκετά δι’ ἐμέ, γράφει ὁ Λαμαρτῖνος, τό τελειότερον ποίημα, τό ὁποῖον ἐγράφη ἐπί πέτρας ἐπί τοῦ προσώπου τῆς Γῆς.»

            Εἶχε περάσει ὃλην τήν ἡμέραν του ὁ Λαμαρτῖνος ἐξηπλωμένος εἰς τήν σκιάν τῶν Προπυλαίων μέ τούς ὀφθαλμούς του συγκεντρωμένους εἰς τό ἑτοιμόρροπον ἀέτωμα τοῦ Παρθενῶνος. «ᾘσθανόμην, ἒγραψεν ὁ Λαμαρτῖνος, ὁλόκληρον τήν ἀρχαιότητα ἐντός αὐτοῦ τοῦ θεϊκοῦ δημιουργήματος. Ἡ θέα τοῦ Παρθενῶνος ἒκανε νά ἐμφανισθῇ, πλήν τῆς Ἱστορίας, τό κολοσσιαῖον μεγαλεῖον ἑνός λαοῦ. Ὁ Περικλῆς δέν πρέπει ποτέ  νά ἀποθάνῃ! Πόσον μεγάλος ἦτο ὁ τότε Ἑλληνικός Πολιτισμός, διά νά ἐκλέξῃ ἓνα μεγάλον ἂνθρωπον διά νά τόν διοικῇ, δύο ἀρχιτέκτονας διά νά συλλάβωσιν ἓν τοιοῦτον ἒργον, ἓνα γλύπτην διά νά τό διακοσμήσῃ καί ἓνα λαόν μέ ἓν τόσον ὑψηλόν ἐπίπεδον μορφώσεώς καί καλλιεργείας του, διά νά ἀντιλαμβάνηται καί ἀκόμη ἓνα λαόν νά θαυμάζῃ ἓν τοιοῦτον οἰκοδόμημα; Ποῦ θά ἐπανεύρωμεν μίαν τοιαύτην ἐποχήν καί ἓνα τοιοῦτον Ἑλληνικόν λαόν τῆς τότε ἐποχῆς;

            Καί ὁ Λαμαρτῖνος μᾶς λέγει: «Τά Προπύλαια, ὁ Ναός τοῦ Ἐρεχθέως καί αἱ Καρυάτιδες εἶναι πλησίον τοῦ Παρθενῶνος. Εἶναι καί αὐτά ἀριστουργήματα τῆς τέχνης, ἀλλ’ ὃμως ὑπερέχει ὃλων ὁ Παρθενών. Ἡ Ψυχή, συνεπαρμένη ἢδη πολύ δυνατά ἀπό τήν θέαν τοῦ Παρθενῶνος, δέν ἒχει πλέον τήν δύναμιν νά θαυμάσῃ τά ἂλλα ἒργα. Ἁπλῶς τά βλέπεις καί μετά προχωρεῖς … Διότι ὡσάν τόν Παρθενῶνα ὁ Θεός δέν μᾶς δίδει ἂλλας δημιουργίας. Εἶναι ὡς τά Ἒπη τοῦ Ὁμήρου ἢ ἡ μουσική τοῦ Μόζαρτ! Εἶναι εὐτυχεῖς ἐκεῖνοι οἱ ἂνθρωποι μέσῳ τῶν ὁποίων διέρχεται ἡ ἀναπνοή τοῦ Θεοῦ! Βουβός περιεπλανήθην ὃλην τήν ἡμέραν ἀνάμεσον τῶν ἐρειπίων τῆς Ἀκροπόλεως πλήρης θαυμασμοῦ ! Ἡ Εὐρωπαϊκή Γοτθική τέχνη εἶναι ὡραία, ἀλλά τῆς λείπει ἡ τάξις καί τό φῶς. Εἶναι δέ αὐτά, ἡ τάξις καί τό φῶς, αἱ ἀπαραίτητοι δύο ἀρχαί ἐπί τῶν ὁποίων βασίζεται ἡ κάθε αἰωνία δημιουργία.»

            Καί ἀκόμη κατωτέρω γράφει: «Εἰς ὃλα τά βιβλία τό δυσκολώτερον μέρος εἶναι ἡ μετάφρασίς των. «Τό ταξείδιον εἶναι μία ἀπόδοσις διά τοῦ ὀφθαλμοῦ, τῆς σκέψεως καί τῆς ψυχῆς τοῦ ταξειδεύοντος μέ ὃ,τι βλέπει καί αἰσθάνεται. Ἐν ἂλλοις λόγοις, ὁ ἀναγνώστης πρέπει νά γνωρίζῃ συγχρόνως νά παρατηρῇ, νά αἰσθάνηται καί νά ἐκφράζηται. Ἀλλά πῶς νά ἐκφράζηται; Ὂχι μέ γραμμάς καί χρώματα, ὡς ὁ ζωγράφος πού εἶναι εὒκολον καί ἁπλοῦν. Οὒτε καί μέ ἢχους ὡς ὁ μουσικός. Ὁ συγγραφεύς ἐκφράζεται μόνον μέ λέξεις καί μέ ἰδέας. Εἰς αὐτό τό συμπέρασμα ἒφθασα κατόπιν σκέψεων πού ἒκανα, γράφει ὁ Λαμαρτῖνος, καθώς ἐκαθήμην εἰς τά σκαλοπάτια τοῦ Παρθενῶνος, ἒχων ἒμπροσθεν μου τάς Ἀθήνας καί τό δάσος τῶν ἐλαιῶν τοῦ Πειραιῶς καί τήν καταγάλανον θάλασσαν τοῦ Αἰγαίου καί εἰς τήν κεφαλήν μου νά περιφέρηται ἡ μεγαλοπρεπής ὀπτασία τοῦ Ναοῦ τῶν Ναῶν – τοῦ Παρθενῶνος! Δι’ αὐτό καί γράφω διά νά διατηρήσω μίαν ζωντανήν γραπτήν ἀνάμνησιν αὐτῆς τῆς ὑπερόχου στιγμῆς τῆς ζωῆς μου».

Τέλος 2ου μέρους (Συνεχίζεται)

Λάμπης Κωνσταντινίδης

Εστάλη στην ΟΔΥΣΣΕΙΑ, 14/10/2026 #ODUSSEIA #ODYSSEIA