Λάμπης Κωνσταντινίδης: ALPHONSE Marie-Louis de Prat DE LAMARTINE: ΤΟ ΤΑΞΕΙΔΙΟΝ ΤΟΥ ΕΙΣ ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ ΚΥΠΡΟΝ

 «Τά ὡραιότερα Δῶρα πού ἒκανεν ὁ Θεός

εἰς τούς Ἀνθρώπους εἶναι: Ἡ Θρησκεία

καί ἡ Ἐλευθερία!»

ΛΑΜΑΡΤΙΝΟΣ

Τό θέμα μας ἀπόψε ἀναφέρεται εἰς τόν μεγάλον Γάλλον λόγιον καί πολιτικόν, τόν Ἀλφόνσον Marie-Louis de Prat de Lamartine, ὃστις διεκρίθη ὂχι μόνον ὡς Φιλόσοφος, Ποιητής καί Πεζογράφος, ἀλλά καί ὡς Πολιτικός. Ἦτο γόνος εὐγενοῦς φιλοβασιλικῆς καί βαθέως θρησκευομένης Καθολικῆς οἰκογενείας γεννηθείς τήν 21ην Ὀκτωβρίου, 1790, εἰς τήν πολίχνην Milly πλησίον τῆς πόλεως Mâcon τῆς Γαλλικῆς Ἐπαρχίας τῆς Βουργουνδίας.

            Αἱ πρῶταί του σπουδαί ἦσαν εἰς τήν στρατιωτικήν σχολήν τῆς Βουργουνδίας, ὃμως πολύ συντόμως μετεπήδησεν εἰς τήν Λογοτεχνίαν, Νομικήν καί τήν Διπλωματίαν, εἰς τάς ὁποίας εἶχεν ἰδιαιτέραν κλίσιν. Κατά τήν περίοδον τῶν σπουδῶν του ἐμελέτησε πλείστους τῶν τότε γνωστῶν συγγραφέων, ὡς οἱ Fénelon, Βολταῖρος, Ῥακίνας, Torquato Tasso, Δάντης, Πετράρκας, Σαίξπηρ, Chateaubriand κ.ἂ.

            Ἒργα τοῦ Ἀλφόνσου de Lamartine: Τό πρῶτον ἀξιόλογον ἒργον του ἦτο ποιητικόν καί τό ἐξέδωσε τῷ 1820 εἰς ἡλικίαν 30 ἐτῶν. Ὁ τίτλος του ἦτο: «Ποιητικοί Στοχασμοί» (Méditations Poétiques) καί εἶχε πολύ μεγάλην ἀπήχησιν εἰς τό Γαλλικόν κοινόν. Μετά ἠκολούθησαν τά βιβλία «Le Lac» (Ἡ Λίμνη), «La Mort de Socrate» (Ὁ Θάνατος τοῦ Σωκράτους) καί «Harmonies Poétiques et Religieuses» (Ποιητικαί καί Θρησκευτικαί Ἁρμονίαι) καί πολλά ἂλλα. Ἀναφερόμενοι εἰς τά ἒργα τοῦ Λαμαρτίνου πρέπει ἐπίσης νά σημειωθῇ ὃτι ὑπῆρξεν εἷς τῶν σημαντικωτέρων Ῥωμαντικῶν Ποιητῶν καί Συγγραφέων τῆς Γαλλίας.

            Σύν τῷ χρόνῳ ἀπεμακρύνθη ἀπό τόν αὐστηρόν Καθολικισμόν καί ἠκολούθησαν μετά τά βιβλία του «Jocelyn » καί « La Chute d’un Ange » (Ἡ Πτῶσις ἑνός Ἀγγέλου), εἰς τά ὁποῖα ἀνεγνωρίζετο εὐκρινῶς ἡ νέα τάσις του πρός τόν Πανθεϊσμόν. Τό ἒτος 1847 ἐξέδωσε τό βιβλίον « L’Histoire des Girondins » (Ἡ Ἱστορία τῶν Γιρονδίνων), τό ὁποῖον ἒτυχεν ἀμέσως μεγάλης ἐπιτυχίας. Οἱ Γιρονδῖνοι, ὡς γνωστόν, ἦσαν οἱ κάτοικοι τῆς Ἐπαρχίας Gironde [Γιρόνδης], τῆς ὁποίας πρωτεύουσα εἶναι τό Bordeaux καί κατά τήν Γαλλικήν Ἐπανάστασιν ἐχαρακτηρίζοντο ἀπό ἓνα μετριοπαθῆ φιλελευθερισμόν. Μετά τήν μεγάλην ἐπιτυχίαν αὐτοῦ τοῦ βιβλίου του καί ἀσχοληθείς ἐν τῷ μεταξύ μέ τήν πολιτικήν, ὁ Λαμαρτῖνος ἠρέσκετο νά ἀποκαλῇ τόν ἑαυτόν του «Ὑπουργόν τῆς Κοινῆς Γνώμης» (Minisre de l’Opinion Publique). Σημειωτέον ὃτι πρός τά τελευταῖα ἒτη τῆς ζωῆς του ὁ Λαμαρτῖνος ἐπανῆλθε καί πάλιν εἰς τόν ἀκραιφνῆ Καθολικισμόν. Ἀνακεφαλαιώνοντες τήν πορείαν του βλέπομεν ὃτι ὁ Λαμαρτῖνος ἀπό Πολιτικῆς ἀπόψεως ἢρχισεν ὡς βασιλόφρων, μετά ἠσπάσθη τάς δημοκρατικάς ἀρχάς καί ἀντετάχθη πρός τόν στρατιωτικόν ἐθνικισμόν. Τῷ 1830 εἶχεν ὁλοφάνερα Φιλελευθέρας ἰδέας. Ὃμως καθ’ ὃλον τόν βίον του ἡ Χριστιανική Πίστις τόν καθωδήγει εἰς τάς ἐνεργείας καί πράξεις του, καί αὐτό φαίνεται ἀπό τά γραπτά καί τάς θέσεις του, ὃταν ἐπανῆλθε καί πάλιν εἰς τόν Καθολικισμόν.

            Ἡ Οἰκογενειακή Ζωή τοῦ Λαμαρτίνου – Αὓτη ὑπῆρξε πολύ πονεμένη: Ὁ Alphonse de Lamartine συνήντησε τήν σύζυγόν του Julie Charles εἰς τήν πολίχνην Aix-les-Bains εἰς Σαβοΐαν, τήν ὁποίαν ἠρωτεύθη καί ἐνυμφεύθη τῷ 1816. Ὃμως ὁ γάμος των ὑπῆρξε πολύ σύντομος καί τραγικός, διότι ἡ Julie μετά ἀπό μόλις μερικούς μῆνας ἀπό τόν γάμον των ἀπέθανε. Κατ’ αὐτήν τήν περίοδον ὁ Λαμαρτῖνος ἒγραψε καί ἐξέδωσε τῷ 1820 τό βιβλίον του « Méditations Poétiques » (Ποιητικοί Στοχασμοί). Ἐξ ἂλλου πολύ ἠγαπήθη τό κάτωθι τετράστιχόν του ἀπό τό ποίημα του «Ποιητικαί Σκέψεις» ἀπό τό ἒργον του Le Lac (Ἡ Λίμνη). Σᾶς τό ἀναφέρω εἰς μετάφρασιν:

                        «ᾮ χρόνε! Ἀνάστειλε τό πέταγμά σου, καί σεῖς, ὧραι εὐνοϊκαί!

                        Ἀναστείλετε τήν πορείαν σας.

                        Ἀφήσετέ μας νά γευθῶμεν τάς γρήγορας ἀπολαύσεις

                        Τῶν ὡραιοτέρων ἡμερῶν τῆς ζωῆς μας!»

Ὁ Λαμαρτῖνος περίλυπος διά τήν ἀπώλειαν τῆς ἀγαπημένης συζύγου του ἒζησε τότε ἀπηλπισμένος ἓνα ἒκλυτον βίον ἐξοδεύων πολλά χρήματα εἰς τυχερά παιγνίδια καί εἰς διασκεδάσεις.

Τῷ 1820 συνήντησε τήν Ἀγγλίδα ζωγράφον καί γλύπτριαν Marianne-Elisa Birch, τήν ὁποίαν καί ὑπανδρεύθη καί ἀπέκτησαν μίαν θυγατέρα, τήν ὁποίαν ὠνόμασαν Julia, τό ὂνομα τῆς ἀποβιωσάσης πρώτης συζύγου του. Κατά τό ταξείδιόν των εἰς τήν Ἀνατολήν εὑρισκόμενοι εἰς Λίβανον τούς ηὗρεν ἐκεῖ μία νέα μεγάλη δυστυχία. Ἡ μονάκριβη καί πολυαγαπημένη θυγάτηρ των Julia, ἡ ὁποία ἠσθένει ἀπό τινος χρόνου δυστυχῶς ἀπέθανε καί αὐτή εἰς ἡλικίαν μόλις 10 ἐτῶν. Διά τούς καί τάς ἰατρούς μεταξύ τῶν ἐκλεκτῶν ἀκροατῶν, ἀναφέρω ὃτι ἡ Julia ἒπασχεν ἀπό φυματίωσιν.

Διά τήν ἀγαπημένην του θυγατέρα Julia ὁ Λαμαρτῖνος ἀφιέρωσε μερικά βαθύτατα συγκινητικά ποιήματά του εἰς τό βιβλίον του « Harmonies Poétiques et Religieuses » (Ποιητικαί καί Θρησκευτικαί Ἁρμονίαι).

Σᾶς παραθέτω μίαν φωτογραφίαν τῆς Julia. Ἦτο πράγματι ἓν ἀγγελούδι ἐπί τῆς γῆς. Ἀπό τό ποίημά του Novissima Verba («Τά Τελευταῖα Λόγια») τῆς ἀνωτέρω συλλογῆς του παραθέτω τούς κάτωθι δύο στίχους:

« Adieu, monde ! Adieu soleil ! Adieu, cieux et terre !

Je meurs … et mon âme fuit vers la sainte lumière … »

Μετάφρασις:

«Ἀντίο κόσμε! Ἀντίο ἣλιε! Ἀντίο, οὐρανοί καί γῆ!

Πεθαίνω … καί ἡ ψυχή μου φεύγει πρός τό ἃγιον φῶς …»

Ἐπίσης ἀπό τό ποίημά του L’Immortalité («Ἡ Ἀθανασία») παραθέτω τούς κάτωθι στίχους:

«Ceux que nous avons aimés ne sont pas perdus;

Ils vivent en Dieu, dans une autre lumière … »

Μετάφρασις:

«Ἐκεῖνοι πού ἀγαπήσαμεν δέν ἐχάθησαν∙

Ζοῦν μέσα στόν Θεόν, σέ ἓνα ἂλλον φῶς …»

Πρός συντήρησιν τῆς οἰκογενείας του ὁ Λαμαρτῖνος ἀνέλαβε τήν θέσιν τοῦ Γραμματέως τῆς Γαλλικῆς Πρεσβείας εἰς Ἰταλίαν, ὃπου παρέμεινεν εἰς τήν θέσιν αὐτήν ἀπό τό 1825 μέχρι τῷ 1828.

Τῷ 1825, εἰς ἡλικίαν 35 ἐτῶν, τοῦ ἀπενεμήθη τό παράσημον τῆς Λεγεῶνος τῆς Τιμῆς καί τό 1829 συνεχίζων τήν ἀνέλιξίν του ἐξελέγη μέλος τῆς Γαλλικῆς Ἀκαδημίας. Κατά τήν Μοναρχίαν τοῦ Ἰουλίου 1830 ὁ Λαμαρτῖνος εἰσῆλθεν εἰς τήν Πολιτικήν καί συνεπαρεστάθη εἰς τόν Βασιλέα Louis-Philippe. Ὃμως σύν τῷ χρόνῳ διεφώνησεν εἰς πολλά σημεῖα μέ τόν Louis-Philippe καί ἐν τέλει κατέληξεν εἰς τό νά κατακρίνῃ τήν Μοναρχίαν τοῦ Λουδοβίκου-Φιλίππου διά τά λάθη της.

Τῷ 1833 ἐξελέγη μέλος τῆς Βουλῆς τῆς Γαλλίας. Ὃταν ἠρωτήθη εἰς ποίαν πλευράν τῆς Βουλῆς θά ἢθελε νά κάθηται, ὁ de Lamartine ἀπήντησεν ἀστειευόμενος: «Ἐπί τῆς ὀροφῆς!» Εἰς τήν πρᾶξιν, ἐπροτίμα νά κάθηται εἰς τά ἓδρανα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως.

Τῷ 1835 μόλις εἶχεν ἐπιστρέψει ἀπό τό Ταξείδιόν του εἰς τήν Ἀνατολήν ἐξέδωσε τό Βιβλίον του Voyage en Orient περιγράφων καί ἐκφράζων τάς ἀπόψεις καί τήν γνώμην του ἐπί τῶν διαφόρων ἐντυπώσεών του. Εἰς τό βιβλίον του αὐτόν ἀναφέρεται εἰς τήν ἐπίσκεψίν του εἰς Ἑλλάδα καί Κύπρον, τό ὁποῖον ἀποτελεῖ τό θέμα τῆς ἀποψινῆς διαλέξεως τοῦ ὁμιλητοῦ.

            Ὡς ἀνεφέρθη ἢδη, ὁ Λαμαρτῖνος ἢρχισε τήν πολιτικήν του σταδιοδρομίαν ὡς φιλοβασιλικός καί προσκείμενος πρός τήν Καθολικήν Ἐκκλησίαν. Μεταξύ τῶν ἐτῶν 1833-37 ἐπηρεάσθη ἀπό τόν Κοινωνικόν Σοσιαλισμόν. Ἀκολούθως κατά τά ἒτη 1837-48 ἳδρυσεν ἰδικόν του Πολιτικόν Κόμμα στραφείς μεταξύ τῶν ἐτῶν 1848-51 πρός τήν Μετριοπαθῆ Δημοκρατίαν καί τόν Σοσιαλιστικόν Καθολικισμόν.

            Κατά τήν Ἐπανάστασιν τοῦ 1848 καί τάς ἐπακολουθησάσας ταύτην ἐκλογάς τόν Δεκέμβριον τοῦ ἰδίου ἒτους, ὁ Λαμαρτῖνος ἒθεσεν ὑποψηφιότητα διά τήν Προεδρίαν τῆς Γαλλικῆς Δημοκρατίας. Ἀπώλεσεν ὃμως τάς ἐκλογάς μέ βαρεῖαν ἧτταν, τάς ὁποίας ἐκέρδησεν ὁ ἐκ τοῦ Μεγάλου Ναπολέοντος καταγόμενος, Louis Napoléon Bonaparte – ὃστις ἦτο ἀνεψιός τοῦ Μεγάλου Ναπολέοντος καί υἱός τοῦ ἀδελφοῦ του Louis. Σημειωτέον ὃτι κερδήσας τήν ἐκλογήν ὁ Louis Napoléon Bonaparte ἒγινε μετέπειτα Μονάρχης τῆς Γαλλίας, γνωστός εἰς τήν Ἱστορίαν ὡς Ναπολέων III. Κατά τήν περίοδον αὐτήν (1848) καί πρό τῶν ἐκλογῶν ὁ Λαμαρτῖνος ὑπῆρξεν Ὑπουργός τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Γαλλίας καί ἒνθερμος ὑπερασπιστής τῆς διατηρήσεως τῆς Τριχρώμου Γαλλικῆς σημαίας, τῆς Tricolore, ὡς ἐλέγετο, ἢτοι τήν ἒχουσαν τά χρώματα Μπλέ, Λευκόν καί Ἐρυθρόν (Bleu-Blanc-Rouge). Ὡς Πολιτικός κατέβαλλε πάντοτε μεγάλας προσπαθείας εἰς τό νά ἀμβλύνῃ τάς ἐντάσεις καί διαφοράς μεταξύ τῆς Κυβερνήσεως καί τῆς Ἐργατικῆς τάξεως.

            Μετά τήν ἧτταν του εἰς τάς ἐκλογάς ὁ Λαμαρτῖνος ἐγκατέλειψε τήν Πολιτικήν. Πρός τό τέλος τοῦ βίου του ὁ Alphonse de Lamartine ηὑρίσκετο εἰς πολύ δεινήν οἰκονομικήν κατάστασιν καί πρός συντήρησίν του ἠσχολεῖτο μέ τήν ἒκδοσιν κάποιων νέων βιβλίων του ἐπί περιστασιακῶν θεμάτων καί δίδων ἐπίσης μαθήματα Λογοτεχνίας κατ’ οἶκον.

            Προτοῦ κλείσωμεν τήν εἰσαγωγήν εἰς τήν ζωήν τοῦ Λαμαρτίνου θά πρέπῃ ἐπίσης, πιστεύω, νά ἀναφερθῇ ὃτι ὁ Λαμαρτῖνος ἦτο ἐνάντιος τῆς Κρεοφαγίας. Θεωρεῖται ὡς ὁ πρῶτος εἰς τήν Γαλλίαν ἐάν ὂχι καί εἰς ὃλην τήν Εὐρώπην χορτοφάγος (végétarien).

            Τό Ταξείδιον τοῦ Λαμαρτίνου καί τῆς Οἰκογενείας του εἰς Ἀνατολήν: Εἰς τό ταξείδιόν του αὐτόν ἒφθασε μέχρι τόν Λίβανον καί τούς Ἁγίους Τόπους, διότι ἐπίστευεν ὃτι ἀπό αὐτούς θά προήρχετο μία νέα Ἀναγέννησις τοῦ Χριστιανισμοῦ καί μία νέα Πνευματική Ἀνάτασις τῶν λαῶν, πού θά ἒσωζον τήν Εὐρώπην ἀπό τήν Καταστροφήν ἐκ τῶν συνεχῶν πολέμων, οἱ ὁποῖοι τήν ἐμάστιζον. Εἰς τόν Λίβανον εἰς ἀνάμνησιν τῆς ἐπισκέψεώς του μία κοιλάς φέρει μέχρι σήμερον τό ὂνομα τοῦ Λαμαρτίνου καί εἰς τό Δάσος τῶν Κέδρων φύεται ὁ ὀνομασθείς «Κέδρος τοῦ Λαμαρτίνου», ἐπί τοῦ ὁποίου εἶναι χαραγμένον τό ὂνομά του κατά παράκλησιν τῆς ἑτοιμοθανάτου τότε θυγατρός του Julia, τήν ὁποίαν, ὡς ἢδη ἐλέχθη, ὑπερηγάπα.

            Κλείων τήν εἰσαγωγήν διά τήν Ζωήν, Σταδιοδρομίαν καί τά Ἒργα τοῦ Λαμαρτίνου θά πρέπῃ ἐπίσης νά ἀναφερθῇ ὃτι ὁ Λαμαρτῖνος ἦτο ἐνάντιος τῆς κρεοφαγίας καί ἀπέφευγε τελείως τό κρέας. Ἒλεγε: «Δέν ὑπάρχει μία διαφορετική καρδία διά τόν Ἂνθρωπον καί μία ἂλλη διά τά Ζῶα. Εἲτε ἒχεις καρδίαν, εἲτε δέν ἒχεις!» Θεωρεῖται δέ ὡς εἷς τῶν πρώτων εἰσηγητῶν, ἐάν ὂχι ὁ πρωτοπόρος τῆς Χορτοφαγίας (végétarisme). Πρέπει ἐπίσης νά σημειωθῇ ὃτι μεταξύ τῶν θαυμαστῶν τοῦ Λαμαρτίνου ἦτο καί ὁ Λέων Τολστόϊ, ὁ ὁποῖος εἰς πλείστας εὑρεθείσας σημειώσεις του ἀναφέρει τόν Λαμαρτῖνον.

            Εἰσαγωγή εἰς τό Ταξείδιόν του: Ὡς ἒπραξεν ὁ ὁμιλῶν καί εἰς προηγουμένας διαλέξεις του διά νά ἐμβαθύνωμεν εἰς τήν κατανόησιν τῶν ὑπό μελέτην προσώπων καί γεγονότων, θά ἀναφερθῶ ἐν πρώτοις εἰς κάποιας ἰδιαιτέρας παρατηρήσεις καί σκέψεις τοῦ Λαμαρτίνου διά τό «Ταξείδιόν του εἰς τήν Ἀνατολήν».

            «Ἐγώ, λέγει ὁ Λαμαρτῖνος, προέβην εἰς αὐτό τό ταξείδιον μόνον ὡς ποιητής καί φιλόσοφος, φέρων βαθείας ἐντυπώσεις εἰς τήν καρδίαν μου καί ὑψηλάς διδαχάς εἰς τό πνεῦμά μου ἀπό τάς σπουδάς μου ἐπί Θρησκευτικῶν, Ἱστορικῶν καί Ἠθικῶν θεμάτων καί βασιζόμενος εἰς τάς οἰκογενειακάς παραδόσεις μου. Αὐταί αἱ σπουδαί πράγματι πλατύνουσι τόν πολύ στενόν ὁρίζοντα τῶν Σκέψεων. Αὐτή ἡ μεγάλη καί ἐνδόμυχος ἐπιμόρφωσις τῆς Σκέψεως διά τῆς σκέψεως, τῶν γεγονότων καί τῶν τόπων, τῶν Ἠθῶν διά τῶν ἠθῶν καί τῆς Πίστεως διά τῆς Πίστεως δέν χάνονται ποτέ διά τόν Ποιητήν καί τόν Φιλόσοφον».

            Τάς ἐντυπώσεις του, ἀναφέρει ἀκόμη ὁ Λαμαρτῖνος, τάς ἒγραφε τήν ὣραν τῆς ἀναπαύσεώς του εἰς τήν σκιάν ἑνός δένδρου ἢ κάτω ἀπό τά ἐρείπεια ἑνός μνημείου. Ἂλλοτε δέ τό βράδυ κάτω ἀπό τήν τένταν των, τήν ὁποίαν ἐκτύπα ἀκαταπαύστως ὁ ἂνεμος ἢ ἡ βροχή, ἂλλοτε εἰς τό φῶς μιᾶς δάδας βουτηγμένης εἰς ῥητίνην καί ἂλλοτε εἰς τήν γέφυραν τοῦ βρικίου των ἀνάμεσον τῶν φωνῶν τῶν ναυτῶν ἢ τῶν χλιμιντρισμάτων τῶν ἀλόγων των, ὃταν ἦσαν εἰς τήν ξηράν.

            «Ἐάν ὁ ἀναγνώστης, λέγει, ἀναζητεῖ κάτι ἂλλον ἀπό τάς φευγαλέας ἐντυπώσεις ἑνός ταξειδιώτου, ὁ ὁποῖος διαρκῶς μετακινεῖται, εἶναι καλύτερον νά ἀναζητήσῃ κάποιον ἂλλον ἀνάγνωσμα. Τό βιβλίον μου, λέγει ὁ Λαμαρτῖνος, ἀποτελεῖ τό γραπτόν βλέμμα ἑνός ταξειδιώτου καθημένου ἐπί τοῦ ἀλόγου του ἢ ἐπί μιᾶς καμήλου ἢ εὑρισκομένου ἐπί τῆς γεφύρας ἑνός πλοίου βλέποντος τά τοπία νά φεύγωσι ταχέως ἀπ’ ἐμπρός του. Ὃμως κάποιας στιγμάς αὐτός ὁ ταξειδιώτης λησμονεῖται καί ὁμιλεῖ μέ τόν ἑαυτόν του, ἀκούει ὁ ἲδιος τήν σκέψιν του, χαίρεται ἢ ὑποφέρει μόνος του.» Ἒτσι ὁ Λαμαρτῖνος παρασύρεται καί χαράσσει καί κάποιας γραμμάς ἀπό ἂλλας μακρυνάς ἐντυπώσεις καί ἀναμνήσεις του. Θά ἀντιληφθῆτε πλήρως, ἀγαπηταί ἀκροάτριαι καί ἀκροαταί, τό τί ἐννοοῦσεν ὁ Λαμαρτῖνος μέ τούς ἀνωτέρω λόγους του κατά τάς ἀναγκαίας διά τό ταξείδιόν του ἐξηγήσεις, τάς ὁποίας μᾶς δίδει καθώς αἱ περιγραφαί τοῦ ταξειδίου συνοδεύονται καί ἀπό μίαν φιλοσοφικο-θρησκευτικήν διδασκαλίαν.

            Καί τώρα εἰς τό κυρίως θέμα μας: Τό ταξείδιον τοῦ Alphonse de Lamartine εἰς τήν Ἑλλάδα καί τήν Κύπρον. Ὁ Λαμαρτῖνος μέ τήν οἰκογένειαν του ἀνεχώρησαν ἀπό τήν Μασσαλίαν τήν 10ην Ἰουλίου, 1832. Εἶχον ναυλώσει ἓν ἱστιοφόρον (βρίκι) εἰς τήν Μασσαλίαν, ἐπί τοῦ ὁποίου ἐπέβησαν ὁ Λαμαρτῖνος, ἡ σύζυγός του Marianne-Elisa καί ἡ ἀσθενοῦσα θυγάτηρ των Julia, καί ἀκόμη 3 ἐπιστήθιοι φίλοι τοῦ Λαμαρτίνου, ἐξ ὧν ὁ εἷς ἰατρός, ὡς καί 6 (ἓξ) οἰκιακαί βοηθοί, σχεδόν ὃλαι μεγάλης ἡλικίας, πού ἐμεγάλωσαν τά παιδιά τῆς οἰκογενείας ὑπηρετοῦσαι εἰς τήν πατρικήν οἰκίαν. Τώρα θά ἐφρόντιζον τήν ἀσθενοῦσαν Julia, ἐλπίζοντες ὃλοι ὃτι ὁ ζεστός καιρός τοῦ καλοκαιριοῦ εἰς τήν Ἀνατολικήν Μεσόγειον θά ἐβοήθει τήν Julia εἰς τήν ἀσθένειάν της.

            Ἀναχωρήσαντες ἀπό τήν Μασσαλίαν, παρέμεινον εἰς Μάλταν, ἀπό τήν 28ην μέχρι τήν 30ην Ἰουλίου, 1832. Ὡς γνωστόν ἡ Μάλτα ἦτο ὑπό Ἀγγλικήν Διοίκησιν. Ἐκεῖ ἐγνώρισαν πολλούς Ἂγγλους ἐκπροσώπους τῆς Κυβερνήσεως τῆς Μάλτας. Οἱ Ἂγγλοι ὑπῆρξαν πολύ εὐγενεῖς πρός αὐτούς. Μάλιστα κατά τήν ἀναχώρησίν των ἀπό τήν Μάλταν καί πάλιν αἱ Ἀγγλικαί Ἀρχαί ἒδειξαν μεγάλον ἐνδιαφέρον διά τήν ἀσφάλειάν των κατά τόν πλοῦν των πρός τήν Ἑλλάδα. Πρός προστασίαν των δέ ἀπό τούς πειρατάς καί ἂλλους κινδύνους ὁ Ἂγγλος Κυβερνήτης τῆς Νήσου διέταξεν ὃπως τούς συνoδεύσῃ μία Ἀγγλική φρεγάδα. Εἰς τήν διήγησίν του ὁ Λαμαρτῖνος κάνει τήν ἑξῆς παρατήρησιν διά τούς Ἂγγλους: «Μπορεῖ νά μήν ἀγαπᾷ κάποιος τούς Ἂγγλους, ἀλλά εἶναι ἀδύνατον νά μή τρέφῃ ἐκτίμησιν εἰς αὐτούς διά τήν τυπικότητά των». Κατά τόν πλοῦν των ὃταν ὑπῆρχε μεγάλη θαλασσοταραχή ἢ ἂπνοια ἡ Ἀγγλική φρεγάδα προσέδενε τό μικρόν ἱστιοφόρον των εἰς αὐτήν καί τό ἒσυρε.

Ταξειδεύοντες πρός τήν Ἑλλάδα, τήν 6ην Αὐγούστου, 1832, ἀντίκρυσαν τά βουνά της εἰς τό Ἰόνιον πέλαγος. Κατά τήν διάρκειαν τοῦ ταξειδίου των, δηλ. ἀπό τήν Μασσαλίαν μέχρι τό Ἰόνιον Πέλαγος, ὁ Λαμαρτῖνος τό ἀφιέρωσεν εἰς τό νά καταγράφῃ ὑπερόχους ἰδέας καί ἀπόψεις ἐπί ποικίλων θεμάτων, εἰς τάς ὁποίας ὃμως θά παραλείψωμεν νά ἐνδιατρίψωμεν, διότι μόνον δι’ αὐτάς θά ἐχρειάζετο μία τελείως ξεχωριστή διάλεξις καθώς θά ἢμεθα κατά πολύ ἐκτός τοῦ παρόντος θέματός μας.

            Πλησιάζοντες τάς ἀκτάς τῆς Πελοποννήσου ηὑρέθησαν ἐν μέσῳ μιᾶς καλοκαιρινῆς καταιγίδος μέ ἰσχυρόν ἂνεμον, βροχήν, μέ ἀστραπάς καί κεραυνούς καί μεγάλα κύματα, τά ὁποῖα τούς παρέσυρον νοτιώτερον πρός τό Ναυαρῖνον μέ τάς δύο νησίδας του, πού ἒκλειον τήν εἲσοδον τοῦ λιμένος του καί μέ τό ὑπέροχον ὂρος μέ τάς δύο ἐντυπωσιακάς κορυφάς, πού ἐφάνταζον ὡς στέμμα ἐπί τοῦ Ναυαρίνου. Ὁ Λαμαρτῖνος γράφει: «Εἶναι εἰς τό μέρος αὐτό πού μόλις πρό 5 ἐτῶν, τῷ 1827, ἐδῶ ἐβρόντηξαν κατά τῶν Τούρκων τά κανόνια τῆς Εὐρώπης, ὃταν προσέτρεξαν εἰς βοήθειαν τῆς ἀνασταινομένης Ἑλλάδος. Σήμερον ὃμως, προσθέτει, ἡ Ἑλλάς, παρ’ ὃλον τόν ἡρωϊσμόν τῶν τέκνων της καί τήν βοήθειαν τῆς Εὐρώπης, ηὑρίσκετο τώρα εἰς τό παρανάλωμα τῶν ἰδικῶν της καταστροφῶν. Δυστυχῶς ἐδολοφόνησε καί ἒχυσε τό αἷμα τοῦ σπουδαίου Κυβερνήτου της Ἰωάννου Καποδιστρίου, ἑνός μεγάλου ἀνδρός πού εἶχεν ἀφιερώσει τήν ζωήν του εἰς τήν ἀναστήλωσιν τῆς Πατρίδος του. Ἡ δολοφονία τῷ 1831 ἑνός τῶν πλέον διακεκριμένων πολιτῶν τῆς Ἑλλάδος ἢρχισε πολύ ἂσχημα τήν μετά τήν ἀπελευθέρωσίν τῆς Ἑλλάδος περίοδον. Προκαλεῖ πράγματι πολύ μεγάλον πόνον εἰς κάθε φιλέλληνα, πού ἡ σκέψις ἑνός μεγάλου ἐγκλήματος παρουσιάζεται μεταξύ τῶν πρώτων γεγονότων εἰς τήν Ἱστορίαν τῆς νεωτέρας Ἑλλάδος, εἰς τήν ὁποίαν προσέρχεται ὁ ἐπισκέπτης της διά νά ἀναζητήσῃ σκηνάς πατριωτισμοῦ καί δόξης.» Ἐκ τῶν ἀνωτέρω ἀντιλαμβάνεται ὁ καθείς ποίαν ἀρνητικήν ἐντύπωσιν προὐκάλεσεν εἰς τό ἐξωτερικόν ἡ δολοφονία τοῦ Καποδιστρίου.

            Συνεπαρμένος ὁ Λαμαρτῖνος ἀπό τά ὡραιότατα τοπία πού ἀντίκρυζεν καθώς τό βρίκιόν των ἠρμένιζεν εἰς τήν δυτικήν ἀκτήν τῆς Πελοποννήσου, ὁ Λαμαρτῖνος ἒγραψε τά κάτωθι σχόλια: «Καθώς ἐπλησιάζομεν τόν κόλπον τῆς Μεθώνης (τότε Modon) αἱ κυματοειδεῖς ἀκταί τῆς Πελοποννήσου ἐξεχώριζον εὐκρινῶς, παρ’ ὃλην τήν πλανωμένην ἐπ’ αὐτῶν ὁμίχλην. Ἒβλεπον τάς ἀκτάς τώρα πόσον ὡραῖα ἦσαν σχεδιασμέναι ἀπό τήν Φύσιν καί μετά δυσκολίας ἀπεμάκρυνα τούς ὀφθαλμούς μου ἀπό τό νά τάς κοιτάζω ἀχόρταγα.»

            Παρακάμψαντες τό πρῶτον ἀκρωτήριον τῆς Πελοποννήσου, τό Ἀκρωτήριον Ἀκρίτας, ἂλλως τῆς Μεσσηνίας, καί ἐνᾧ ἡ Ἀγγλική φρεγάδα, ἡ ὁποία τούς συνώδευεν, εἶχεν ἀπομακρυνθῆ κυνηγοῦσα ἓν ὓποπτον πλοῖον εἰς τήν ἀνοικτήν θάλασσαν καί ἐνᾧ τό Γαλλικόν βρίκιον των ἐσυνέχιζε τόν πλοῦν του πρός τό δεύτερον ἀκρωτήριον τῆς Πελοποννήσου, τό Ταίναρον, (ἂλλως λεγόμενον Matapan), αἲφνης ἐξεπετάχθη ἀπό ἓνα κολπίσκον τῆς περιοχῆς ἓν πειρατικόν πλοῖον. Τό πλήρωμα τοῦ βρικίου των καί ὃλοι οἱ ἐπιβάται ὡπλίσθησαν καί ἦσαν πανέτοιμοι πρός μάχην. Ὁ καπετάνιος τῶν πειρατῶν, ὃταν εἶδεν ὃτι τό ἐγχείρημά του θά ἀπετύγχανε, καθώς ὃλοι εἰς τό Γαλλικόν βρίκιον ἦσαν ὡπλισμένοι καί τούς ἀνέμενον, ἀντελήφθη ὃτι θά ἦτο πολύ δύσκολον ἐγχείρημα διά τούς πειρατάς καί θά εἶχον πολλάς ἀπωλείας, ἀφοῦ καί ἡ προσπάθεια προσδέσεώς των εἰς τό ἱστιοφόρον τῶν Γάλλων ἀπέτυχεν. Ἐκτός τούτου οἱ πειραταί ἀντελήφθησαν τήν Ἀγγλικήν φρεγάδαν ἐπιστρέφουσαν ὁλοταχῶς ἀπό τήν καταδίωξιν τοῦ ἂλλου πειρατικοῦ, πού ἐκυνήγει. Ἒτσι οἱ πειραταί ἐγκατέλειψαν κάθε προσπάθειαν προσδέσεώς των καί ἐξηφανίσθησαν ἐντός τῶν ἑλικοειδῶν ἀκτῶν τῆς Πελοποννήσου.

            Κατά τόν πλοῦν τῶν Γάλλων πρός τό τρίτον Ἀκρωτήριον τῆς Πελοποννήσου, τό Ἀκρωτήριον Μαλέας, ὁ Λαμαρτῖνος εἶχε τήν εὐκαιρίαν νά γράψῃ κάποιας παρατηρήσεις καί ἰδέας του, διότι, ὡς ἐξηγεῖ, τό κάθε τι τό ὁποῖον τόν συγκινεῖ ἢ τόν ἀναστατώνει ἢ τόν λυπεῖ αἰσθάνεται τήν ἀνάγκην νά τό ἐκφρασθῇ εἰς ἀγαπημένα του πρόσωπα. Καί πρῶτα ἀπ’ ὃλα εἰς τήν ἀγαπημένην του σύζυγον Marianne ἢ Elisa, καί εἰς τήν θυγατέρα των Julia, τάς ὁποίας ἒβλεπε καί τάς δύο μαζί νά ἀποτελῶσιν ἓν ὑπέροχον σύνολον μητρικῆς καί θυγατρικῆς ἀγάπης. Ἡ Marianne ἐδιηγεῖτο καί ἐξήγει εἰς τήν μικράν Julia διαφόρους ἱστορίας καί ἡ Julia συγκεντρωμένη εἰς τό ἒπακρον ἢκουε τάς παραμυθένιας ἱστορίας, πού τῆς ἒλεγεν ἡ μητέρα της. Οἱ ὀφθαλμοί τῆς Julia ἦσαν ὁλάνοικτοι καί ἐσπινθήριζον ἀκούουσα μέ προσοχήν τάς διηγήσεις τῆς μητρός της. «Εἶχε πολύ μεγάλην ἀντίληψιν ἡ Julia,» γράφει ὁ Λαμαρτῖνος. «Ηὐχαριστεῖτο τόσον πολύ καί τῆς ἐτόνωνε τήν διάθεσιν βλέπουσά μας εὐτυχισμένους. Ὃταν ἡ Julia μέ ἒβλεπε σκεπτικόν,» συνεχίζει ὁ Λαμαρτῖνος, «ἓν δάκρυ ἐκύλα ἀπό τά ὡραῖά της ματάκια. Καί ὃταν ἐγελούσαμεν, ὢ! πόσον ὡραῖον ἦτο τό χαμόγελόν της.»

            Καί ἡ σκέψις τοῦ Λαμαρτίνου ἀνατρέχει εἰς τό παρελθόν. Καί σημειώνει: «Μέ ἀκούει ὃμως πολύ προσεκτικά καί ἡ ἀποῦσα ἀγαπημένη μου μητέρα.» Καί ἐνθυμεῖται ὁ Λαμαρτῖνος, ὃταν ἦτο 16 ἐτῶν εἰς τήν πολίχνην Milly, εἰς τήν Macon τῆς Βουργουνδίας, ὃπου τήν βλέπει μέ τά μάτια τῆς φαντασίας του νά συμμετέχῃ εἰς τήν νεανικήν τότε χαράν του καί νά συμπάσχῃ εἰς τάς λύπας του, νά τῆς ὁμιλῇ καί ἡ μήτηρ του νά τόν συμβουλεύῃ. «Ἦσαν ὡραῖοι χρόνοι τότε εἰς τήν Milly, ὃπου μᾶς ἐμεγάλωσεν. Ἀλλά αὐτό εἶναι ἓν μάταιον ὂνειρον. Ἡ μετριόφρων καί εὐσεβής μητέρα μου εὑρίσκεται σήμερον εἰς τάς αἰωνίους μονάς.» Καί συμπληρώνει τήν σκέψιν του μέ τήν κάτωθι ῥῆσιν: «Ὂμως ἓν πρόσωπον, τό ὁποῖον σκέπτεσαι τόσον πολύ, ποτέ δέν μπορεῖ νά εἶναι ἀπόν!»

            Εἰς τό σημεῖον αὐτό ἐμβαθύνει ὁ Λαμαρτῖνος εἰς περαιτέρω σκέψεις καί ἀναλύσεις:

            «Εἰς ποῖον ἂλλον πού ἀγαπῶ μπορῶ νά ἐκμυστηρευθῶ τάς σκέψεις μου; Ὃταν ἢμεθα πολύ νέοι, ἀγαπῶμεν πολύ τόν ἑαυτόν μας – ἡ παιδική ἠλικία εἶναι ἐγωϊστική! Ἀκόμη καί εἰς ἠλικίαν 16 – 18 ἐτῶν, πού δέν ἒχει ἀκόμη ὁ νέος καλήν γνῶσιν τῆς ζωῆς. Ἀλλά καί τώρα μετά ἀπό πολλά ἒτη, ὃταν ὁ ἂνθρωπος ἒχει μεγαλώσει ἀρκετά, ὁ ἂνθρωπος παραμένει εἰς τό «ἀνθρώπινον ἐγώ» του – le moi humain, ὡς τό ἀποκαλεῖ. Τί εἶναι πράγματι ὁ ἂνθρωπος, Μεγάλε Θεέ; Ποία ἡ θέσις μου εἰς τά πράγματα; Τί κενόν θά ἀφήσω εἰς τόν κόσμον; Θά ἀφήσω κενόν εἰς μίαν ἢ δύο καρδίας, μίαν θέσιν ὑπό τόν ἣλιον εἰς τόν σκύλον μου, πού θά μέ ἀναζητεῖ εἰς τά δένδρα πού ἠγάπησα καί τά ὁποῖα θά παραξενεύωνται, ὃταν θά βλέπωσιν ὃτι δέν ἒχω ἐπιστρέψει διά νά καθήσω εἰς τόν ἲσκιόν των. Αὐτό εἶναι ὃλον. Εἶναι τότε πού ἀρχίζομεν νά αἰσθανώμεθα τήν ματαιότητα τῆς ὑπάρξεώς μας ἀπό τήν ἡμέραν πού δέν εἲμεθα ἀναγκαῖοι εἰς κανένα ἢ ἀπό τήν ὣραν πού δέν μποροῦμεν πλέον νά εἲμεθα ἀγαπητοί. Ἡ μόνη πραγματικότης ἐδῶ κάτω εἰς τήν Γῆν εἶναι ἡ Ἀγάπη ὑφ’ ὃλας της τάς μορφάς – τῆς θεϊκῆς καί τῆς ἀνθρωπίνης.»

            Εἰς τάς 7 Αὐγούστου, 1832, πρός τό βράδυ διήρχοντο ἀπό τάς ἀκτάς τῆς Λακωνίας. Ἦτο σούρουπον καί ὁ Λαμαρτῖνος κάνει μίαν πολύ ὡραίαν περιγραφήν καθώς ἒδυεν ὁ ἣλιος. Ἀκουμπισμένος εἰς τήν κουπαστήν τοῦ πλοίου ἀπελάμβανε τήν θέαν τῶν βουνῶν τῆς Ἑλλάδος. τά ὁποῖα ἐξετυλίγοντο ὡς κύματα πετρῶν καί γῆς. Ὑψώνοντο, κατέβαινον και συνεκεντρώνοντο, ὃπως τά νέφη εἰς τήν Γαλλίαν… Ὁλοστρόγγυλος ὁ ἣλιος βυθίζεται ἁπαλᾶ εἰς τήν θάλασσαν καί αἱ τελευταῖαι ἀκτῖνές του πίπτουσιν ἐπί τῶν κορυφῶν τῶν ὀρέων, πού φαίνονται ὡς θόλοι ἐξ ἐπιχρυσωμένου χαλκοῦ. Ἓν τῶν ὀρέων ὁμοιάζει ὡς ἀναποδογυρισμένον μισοφέγγαρον. Αἱ κοντινώτεραι ῥάχαι τῶν βουνῶν χρωματίζονται ὡς πορφυραί βιολέτται ἢ σέ χρῶμα χλωμοῦ λιλά. Καί ὁλόγυρά των εἶναι σάν μία παλέττα χρωμάτων ἑνός ζωγράφου. Ἂλλοι κοντινώτεροι λόφοι καί τά δάση των περιτυλίγονται ἢδη ἀπό τάς σκιάς τοῦ λυκόφωτος καί τά δάση των ὁμοιάζουσιν ὡς δάση ἐνδεδυμένα εἰς τά μαῦρα. Τέλος, τελείως ἐμπρός μας, ὃπου ὁ ἀφρός τῶν κυμάτων ξεπλένει τούς κοπτερούς βράχους, ἡ νύκτα τούς ἒχει ἢδη περιτυλίξει. Αὐτά τά ὂρη εἶναι ἀπό τά ὡραιότερα πού ἒχω εἰδῆ ποτέ εἰς τήν ζωήν μου!»

            Καθώς προχωρεῖ λικνιζόμενον τό ἱστιοφόρον των μέσα εἰς τό βράδυ, ὁ καλοκαιρινός καιρός τοῦ Αὐγούστου ἦτο ἀρκετά ζεστός καί πολύ ἀρωματισμένος. Εἰς κάθε φύσημα τοῦ ἀνέμου ἠκούετο νά ἠχῇ εἰς τά πανιά τόσον ὡραῖα. Σχεδόν, ὃ,τι ἠγάπα ὁ Λαμαρτῖνος εἶχε συγκεντρωθῇ ἐκεῖνον τό βράδυ: «ἡσυχία, εὐτυχία, νά παρατηρῶ, γράφει, καί νά χαίρωμαι τήν Julia καί τήν μητέρα της καί νά αἰσθάνωνται ἀσφαλεῖς.»

            Τό πρωϊνόν τῆς 8ης Αὐγούστου ἐπλησίαζον τό Ἀκρωτήριον Μαλέας (ἂλλως San Angelo) μέ μεγάλην ἂπνοιαν ἀέρος καί θαλάσσης. Ἡ Ἀγγλική φρεγάδα, πού μᾶς ἐρυμούλκει, ἐχάρασσεν ὀπίσω της τήν πορείαν μας καί ἐντός τῆς δημιουργουμένης ἀφρώδους ὁδοῦ ἠκολούθει τό πλοῖόν μας. Ὁ Ἂγγλος καπετάνιος Lyons, ὁ ὁποῖος ἐγνώριζε καλῶς τά παράλια, διά νά ἀπολαύσωμεν καλύτερον τήν θέαν, μᾶς ἐπέρνα εἰς πολύ μικράν ἀπόστασιν ἀπό τήν ἀκτήν. Ἡ μεταξύ τοῦ Ἀκρωτηρίου Μαλέα καί τῆς Νήσου τῶν Κυθήρων διάβασις ἐθεωρεῖτο ὑφ’ ὃλων τῶν θαλασσινῶν ὡς πολύ δύσκολος καί ἐπικίνδυνος καί οἱ πλεῖστοι ναυτικοί τήν ἀπέφευγον διερχόμενοι ἀνοικτά τῆς νήσου τῶν Κυθήρων, καθώς ὃλοι ἐθεώρουν τό Ἀκρωτήριον Μαλέας, ὡς τό Ἀκρωτήριον τῶν Καταιγίδων. Μόνον οἱ πειραταί διήρχοντο ἀπό ἐδῶ, διότι ἐγνώριζον καλῶς ὃτι οἱ καταδιώκοντες αὐτούς δέν θά τολμήσωσι νά τούς καταδιώξωσιν εἰς τόν στενόν αὐτόν πορθμόν τῆς Ἐλαφονήσου. Εἶναι τόση ἡ δύναμις καί ἡ ὁρμή τοῦ ἀνέμου εἰς τό στενόν αὐτό, πού πολλάκις μεταφέρει μαζί του καί πέτρας ἀπό τό πλησίον ὂρος, αἱ ὁποῖαι φθάνουσι μέχρι καί τήν γέφυραν τῶν πλοίων, ὃσων τολμήσουσι νά τό διασχίσωσι.

            Ἀπό τήν πλευράν τοῦ ἀποκρήμνου καί ἀποτόμου βουνοῦ, πού ἀποτελεῖ τόν πολύ αἰχμηρόν ὀδόντα τοῦ Ἀκρωτηρίου Μαλέας, ὑπάρχουν τρεῖς βράχοι ἀνομοίου μεγέθους. Εἰς τήν βάσιν των συνεκεντρώθη μέ τά ἐτη ὀλίγη κοκκινωπή ἂμμος, ὃπου φαίνονται νά ἒχωσι βλαστήσει 5 – 6 συκαί, πού ὁμοιάζουν ὡς νά κρέμωνται εἰς τήν θάλασσαν τοῦ πλησίον βουΐζοντος γκρεμοῦ. Ὁ ὀφθαλμός δέν διακρίνει κάποιον μονοπάτι νά φθάνῃ εἰς τό ἀπρόσιτον αὐτό μέρος. Καί ὃμως ὑπάρχει ἓν μικρόν καί χαμηλόν γκριζωπόν κτίσμα πού συγχέεται μέ τό χρῶμα τοῦ μεγάλου βράχου, ὣστε μετά μεγάλης δυσκολίας τό διακρίνει κάποιος. Εἰς ἓν τοιοῦτον μέρος οὒτε εἷς ἀετός θά ἐτόλμα νά στήσῃ τήν ἀετοφωλεάν του. Καί ὃμως εἷς ἂνθρωπος ἐτόλμησε νά μένῃ ἐκεῖ εἰς τό ἀπρόσιτον αὐτό μέρος πού τό δέρνει ὁλημερίς ὁ ἂνεμος, μέ τήν μανιασμένην θάλασσαν νά κτυπᾷ ἀσταμάτητα τά βράχια του καί νά τά λειαίνῃ. Τό βρίκιον μας διέρχεται πολύ πλησίον καί διακρίνομεν εὐκρινῶς τόν ἐρημίτην αὐτόν μέ τήν μακράν κάτασπρον γενειάδα του καί τόν μάλλινον σκοῦφον, πού ἐφόρουν οἱ ναῦται τόν χειμῶνα. Καθώς διερχόμεθα, αὐτός ἐγονάτισε καί ἒβλεπε πρός τό μέρος μας, ὡσάν νά προσηύχετο εἰς τόν Θεόν δι’ ἡμᾶς, τούς ἀγνώστους ξένους, νά μᾶς βοηθήσῃ εἰς τό ἐπικίνδυνον τόλμημά μας.

            «Καθώς διήλθομεν καί τόν τελευταῖον βράχον τοῦ Ἀκρωτηρίου Μαλέα ὁ ἐρημίτης μετεκινήθη ἀπό τήν θέσιν του, πάντοτε γονατιστός καί ἀκίνητος, διά νά μᾶς παρακολουθῇ καθώς εἰσηρχόμεθα εἰς τό ἀνοικτόν πέλαγος, ὃπου ὀ κατερχόμενος ὁρμητικά ἂνεμος ἀπό τά βουνά τῆς Λακωνίας ἒκανε τά δύο βαπόρια μας, δηλ. τήν προπορευομένην Ἀγγλικήν φρεγάδαν καί τό ἀκολουθοῦν αὐτήν βρίκιόν μας, νά κλυδωνίζωνται καί νά στιφογυρίζωσιν εἰς τά μανιασμένα νερά.»

            Ὁ ἐρημίτης, ἒκανε μεγάλην ἐντύπωσιν εἰς τόν Λαμαρτῖνον καί διηρωτᾶτο ὁ Λαμαρτῖνος πόσην μεγάλην δύναμιν ψυχῆς καί θελήσεως θά εἶχεν αὐτός ὁ ἂνθρωπος, νά ζῇ εἰς αὐτόν τόν ἐρημικόν καί ἀφιλόξενον τόπον, πού οὒτε εἷς γύψ (γύπας) θά ἠδύνατο νά ζῇ εἰς αὐτόν τόν τόσον ἐπικίνδυνον τόπον, ὃπου ἐπεκράτουν αἱ θύελλαι καί τό ἀσταμάτητον βουητόν τῆς θαλάσσης μέ συντροφιάν τό σπάνιον πέρασμα κάποιων πολύ τολμηρῶν καϊκιῶν, μέ τό ἂκουσμα τῶν καταρτιῶν των πού ἐθραύοντο ἀπό τόν δυνατόν ἂνεμον, τά σχιζόμενα ἱστία των, τό ἂκουσμα τοῦ σήματος κινδύνου τῶν πλοίων μέ τάς ἀπεγνωσμένας φωνάς τῶν πνιγομένων ναυτῶν. «Εἰς ἓν τοιοῦτον τρομερόν περιβάλλον, εἷς ἂνθρωπος θά πρέπῃ νά ἐγίνετο ἃγιος ἢ εἷς μεγάλος ποιητής, ἢ καί τά δύο μαζί. Φαντάσου, γράφει ὁ Λαμαρτῖνος, τί μεγάλον κακόν καί πόσον μεγάλην δοκιμασίαν θά ἐπέρασεν ὁ ἂνθρωπος αὐτός, διά νά ἐπιλέξῃ νά ἀπομονωθῇ εἰς ἓν τοιοῦτον περιβάλλον, ἐν τῷ μέσῳ τοῦ πατάγου τῶν στοιχείων τῆς φύσεως καί τῆς τρομερᾶς «ἁρμονίας» τῶν καταιγίδων, μόνος μέ τήν δύναμιν τῆς ψυχῆς του ἀντιμετωπίζων τήν Φύσιν καί μέ τήν μεγάλην Πίστιν του πρός τόν Ὑπέρτατον Θεόν.»

            Ἀπομακρυνόμενοι ἀπό τόν Μαλέαν, ὀλίγας λεύγας μακρύτερον, ἡ θάλασσα ἢρχισεν ἐλαφρῶς νά ἡρεμῇ. Συνηντήσαμεν δέ μικρά πλοιάρια Ἑλλήνων ναυτικῶν. [νά μᾶς προσπερνῶσιν ἀνάμεσον τῶν βαθέων «κοιλάδων» τῶν κυμάτων, πού μέ κάθε φύσημα τοῦ ἀνέμου τά ἱστία των σχεδόν ἐβυθίζοντο ἐντός τῶν κυμάτων τῆς θαλάσσης.] Πολλάς φοράς τά πλεούμενά των ἐχάνοντο μέσα εἰς τά βαθέα κύματα καί τούς ἀφρούς των καί μετά ἐπανεμφανίζοντο, ὡς εἷς φελλός πού ἐπιπλέει εἰς τό νερόν. « Πόσον δύσκολη εἶναι αὐτή ἡ ζωή τῶν Ἑλλήνων ναυτικῶν! Πράγματι ἡ θάλασσα εἶναι τό στοιχεῖον τῶν Ἑλλήνων. Ὁ προορισμός καί ἡ μοῖρα αὐτῆς τῆς χώρας εἶναι προδιαγεγραμμένη ἀπό τήν Φύσιν – εἶναι ἡ Θάλασσα!»

            Πλέοντες μέ βορείαν κατεύθυνσιν εἰσήλθομεν μετά ἀπό [κάποιας] ὣρας εἰς ἓνα ἀπέραντον κόλπον – τόν Ἀργολικόν Κόλπον. Ἐπλέομεν μέ ἰσχυρόν νότιον ἂνεμον μέ μίαν ταχύτητα γρηγορωτέραν καί ἀπό τό πέταγμα τῶν γλάρων! Οἱ βράχοι, τά βουνά, τά νησάκια καί εἰς τάς δύο ἀκτάς τοῦ κόλπου ἒφευγον γρήγορα ὡσάν τά μαῦρα νέφη. Ἢρχισε νά σκοτεινιάζῃ. Συντόμως φθάνομεν εἰς τό τέλος τοῦ Κόλπου. Ἐπεράσαμεν ἐμπρός ἀπό τρεῖς μοίρας τοῦ στόλου πού ἦσαν ἠγκυροβολημέναι ἒμπροσθεν τοῦ Ναυπλίου. Ἐνύκτωσε καί αἱ πρῶται φωτιαί ἢρχισαν νά ἀνάβωσιν εἰς τάς κλιτῦς τῶν γύρω ὀρέων, ὃπου οἱ Ἓλληνες ποιμένες προστατεύουν τό βράδυ τά ποίμνιά των. Μετά εἲδομεν νά φωτίζωνται διαδοχικῶς τά 60 ἠγκυροβολημένα πλοῖα τοῦ ναυτικοῦ, τῶν ὁποίων ὁ φωτισμός ἦτο ὡσάν ἐκείνους τῶν φανοστατῶν τῶν κεντρικῶν δρόμων τῶν μεγάλων πόλεων. Ἐντός ὃλου αὐτοῦ τοῦ δαιδάλου τῶν πλοίων, τό βρίκιόν μας ἢραξε πλησίον ἑνός μικροῦ φρουρίου, πού προστατεύει τόν ὃρμον τοῦ Ναυπλίου, ἀκριβῶς ἀπέναντι τῆς πόλεως καί κάτωθι τοῦ φρουρίου τοῦ Παλαμιδίου.

            Τήν ἑπομένην, 9ην Αὐγούστου, 1832, ὁ Λαμαρτῖνος ἐξύπνησε μέ τήν ἀνατολήν τοῦ ἡλίου διά νά ἰδῇ τόν Ἀργολικόν Κόλπον, τό Ναύπλιον, πρωτεύουσαν τότε τῆς Ἑλλάδος, καί τό Ἂργος εἰς τό βάθος. Τό Ναύπλιον, μόλις τρία ἒτη μετά τήν Ἀνεξαρτησίαν, δέν τοῦ ἒκανε ἰδιαιτέραν ἐντύπωσιν. Ἦτο, γράφει, ὡς ἓν κακόμοιρον χωριουδάκι τῆς Γαλλίας μέ τάς περισσοτέρας οἰκίας του ἀκόμη κατεστραμμένας καί ἐρειπωμένας ἀπό τά βλήματα τῶν κανονίων. Μόνον 2 – 3 σπίτια καί κάποια παραθαλάσσια καφενεῖα ἦσαν ἂθικτα. Πολύ ἐντυπωσιακόν ὃμως ἦτο τό ἐπιβλητικόν φρούριον τοῦ Παλαμιδίου ἐπί τοῦ λόφου, ὁ ὁποῖος ἐδέσποζε τοῦ Ναυπλίου. Αἱ ἐπάλξεις ἐπί τῶν τειχῶν τοῦ φρουρίου ὡμοίαζον μέ τά δανδελώματα ἑνός φυσικοῦ βράχου.

Λάμπης Κωνσταντινίδης

Τέλος Α΄ Μέρους

(Συνεχίζεται)

Εστάλη στην ΟΔΥΣΣΕΙΑ, 14/10/2026 #ODUSSEIA #ODYSSEIA