//

Λάμπης Κωνσταντινίδης: Κτήριο ή Κτίριο; Ποια η σωστή γραφή;

Ἐν σχέσει πρός τήν ὀρθήν γραφήν τῆς λέξεως κτίριον ἢ κτήριον, πού ἐθίγη τελευταίως εἰς τόν Τύπον, θά ἢθελα ὃπως ἐκφράσω κάποιας προσωπικάς ἀπόψεις ἐπί τοῦ θέματος αὐτοῦ:

Ἒχων καταφύγει εἰς διάφορα Λεξικά τῆς Ἀρχαίας Ἑλληνικῆς Γλώσσης, μετ’ ἐνδιαφέροντος διεπίστωσα, ὃτι τόσον ἡ λέξις κτίριον μέ «ι», ὃσον καί ἡ λέξις κτήριον μέ «η», θεωροῦνται ἀμφότεραι νεώτεραι λέξεις μή ὑπάρχουσαι εἰς τήν Ἀρχαίαν Ἑλληνικήν γλῶσσαν.

Ἡ μέν λέξις κτίριον μέ «ι» εἶναι μεταγενεστέρα, παράγωγος ἐκ τοῦ ῥήματος «κτίζω» προστιθεμένης πολύ ἀργότερον εἰς τήν ῥίζαν «κτί-» τῆς καταλήξεως –ριον, κατ’ ἀναλογίαν πρός τάς λέξεις φρούριον, ἐργαστήριον, πρατήριον κτλ. Τό ῥῆμα κτίζω, τό ὁποῖον σημαίνει ἱδρύω, θεμελιώνω κτλ. εἶναι πολύ ἀρχαία λέξις καί ἀναφέρεται κατά πρῶτον εἰς τήν Ὀδύσσειαν τοῦ Ὁμήρου (Ῥαψωδία Λ, στῖχος 263). Ὁ στῖχος ἒχει ὡς κάτωθι: «οἳ πρῶτοι Θήβης ἒδος ἒκτισαν ἑπταπύλοιο…», ἢτοι ἐν μεταφράσει: «οἱ ὁποῖοι πρῶτοι ἐθεμελίωσαν τήν ἑπτάπυλον Θήβαν». Ἀπό αὐτό τό ῥῆμα ἐδημιουργήθησαν εἰς τήν Ἀρχαίαν τά οὐσιαστικά: ἡ κτίσις = ἳδρυσις, θεμελίωσις, τό κτίσμα = ὁ κτισθείς τόπος καί ὁ κτίστης  = ὁ ἱδρύων, ὁ κτίζων κτλ., ὁ κτίτωρ (-ορος) = ὁ ἱδρυτής, ὁ θεμελιωτής.

Ἀναφερόμενοι εἰς τό κτήριον καί αὐτή ἡ λέξις εἶναι νεωτέρα, ἐδημιουργήθη δέ ἐκ τοῦ ῥήματος κτάομαι (κτῶμαι), τό ὁποῖον σημαίνει ἀποκτῶ, κατέχω, εἶμαι κάτοχος. Ἐκ τοῦ ῥήματος κτῶμαι ἐδημιουργήθη μεταγενεστέρως μέ τήν ἰδίαν ἀναλογίαν ὡς καί ἡ προηγουμένη, δηλ. τῆς προσθήκης τῆς καταλήξεως –ριον ἡ λέξις «κτήριον». Ἐκ τοῦ ῥήματος κτάομαι (κτῶμαι) ἐν τῇ Ἀρχαίᾳ γλώσσῃ ἐδημιουργήθησαν καί αἱ λέξεις: τό κτῆμα = τό εἰς τήν κατοχήν τινός εὑρισκόμενον περιουσιακόν στοιχεῖον, ἡ κτῆσις = ἡ ἀπόκτησις, ὁ ἰδιοκτήτης = ὁ κάτοχος/ὁ κατέχων γῆν/οἰκίαν.

Ἐρχόμεθα τώρα εἰς τό ὑπό ἀμφισβήτησιν θέμα τῆς γραφῆς τῆς λέξεως κτίριον ἢ κτήριον. Ὡς γνωστόν ἡ Ἀρχαία Ἑλληνική Γλῶσσα εἶναι ἡ γλῶσσα, ἣτις βασίζεται ἐπί τῆς Λογικῆς τῶν αὐστηρῶν κανόνων ταύτης, τούς ὁποίους δυστυχῶς οἱ σύγχρονοι «γλωσσολόγοι» κατεβαράθρωσαν!

Προσωπικῶς ἀπό ἐτῶν ἒλυσα τό δίλημμα αὐτό τοῦ «ι» ἢ «η»: Πάντοτε προστρέχω εἰς τήν ἒννοιαν τήν ὁποίαν ἐπιθυμῶ νά προσδώσω εἰς ἓν γραφόμενόν μου. Ἢτοι εἲτε διά τήν ἒννοιαν τοῦ  ἀποκτῶ ἢ κατέχω, εἲτε τήν ἒννοιαν τοῦ κτίζω, οἰκοδομῶ. Εἰς τήν πρώτην περίπτωσιν τῆς ἐννοίας τοῦ κτάομαι (κτῶμαι) = κατέχω, χρησιμοποιῶ τήν λέξιν «κτήριον» μέ «η». Π.χ. «Τό κτήριον αὐτό ἀνήκει εἰς τόν τάδε ἢ/τήν τάδε Τράπεζαν»

Εἰς τήν δευτέραν περίπτωσιν τῆς ἐννοίας τοῦ κτίζω, οἰκοδομῶ, χρησιμοποιῶ τήν λέξιν «κτίριον» μέ «ι». Π.χ. «Εἰς τάς μεγαλουπόλεις ὑπάρχουν ὑψηλά κτίρια» Κατ’αὐτόν τόν τρόπον εἶμαι πάντοτε ἣσυχος διά τήν ὀρθήν γραφήν των!

Εὐχαριστῶν διά τήν φιλοξενίαν,

Λάμπης Γ. Κωνσταντινίδης

Εστάλη στην ΟΔΥΣΣΕΙΑ, 19/10/2023 #ODUSSEIA #ODYSSEIA