Ευρυδίκη Λειβαδά: Διαβάζοντας το βιβλίο της Κωνσταντίνας Αγγέλη «Όταν γυρίσει ο ήλιος»

Κωνσταντίνα και Αναστασία: δυο γυναίκες που έζησαν την ίδια εποχή, στην ίδια χώρα, σε ξεχωριστά περιβάλλοντα και συνθήκες ζωής. Δυο διαφορετικές γυναίκες που έφερε κοντά ο γάμος των παιδιών τους. «Όταν ο ήλιος γυρίσει» είναι ο άριστα επιλεγμένος τίτλος του βιβλίου αυτού που ανιχνεύει, διερευνά και φέρνει στο φως τα βιώματα δυο υπάρξεων. Η συγγραφέας Κωνσταντίνα Αγγέλη, συνδετικός κρίκος τών δυο ως εγγονή εκ μητρός και πατρός, καταθέτει ως λογοτέχνης, ερμηνεύει και ανατέμνει ως επιστήμων όσα τα αυτιά της άκουσαν από τις γιαγιάδες της.

Μέσα από τις ζωές τους, παρουσιάζονται δυο κόσμοι ελλαδικοί, τόσο ανόμοιοι όμως, ώστε μοιάζει σαν να ανήκουν σε δυο αλλιώτικα κράτη. Το εντυπωσιακό είναι πως παρόλο που κι οι δυο γιαγιάδες εισέπραξαν από την γέννησή τους ετερότροπες προσλαμβάνουσες, εντούτοις κοινός άξονας και των δυο ήταν η αφοσίωση στην οικογένεια, η αγάπη, το χρέος, η ευθύνη για το αύριο -αρχές κι αξίες βαθιά στο πετσί των Ελλήνων-.   

Ένα βιβλίο ζεστό, τρυφερό και παράλληλα επιστημονικό συγκεντρώνει δεδομένα ιστορικά, κοινωνικά, λαογραφικά, πολιτισμικά, τοπικής οικιακής οικονομίας, κι αγροτικής οικονομίας -κατά βάσει-, και τα αναλύει με τρόπο αφηγηματικού λόγου. «Πλάθει» -με λέξεις- κόσμους μιάς άλλης εποχής, μακρινούς για το δικό μας σήμερα, αλλά όχι ξεχασμένους. Μόνο και μόνο οι τίτλοι των επιμέρους κεφαλαίων όπου η συγγραφέας έχει δομήσει το βιβλίο της αποδεικνύουν την σφαιρική προσέγγιση του θέματος –ανατροφή / εκπαίδευση, διαβίωση, νοικοκυριό, αγροτικές εργασίες, έρωτας, γάμος, μητρότητα, διασκέδαση-, και παράλληλα αναδεικνύει τις αντιθέσεις δυο κοινωνιών: της κεφαλληνιακής από τη μια και της βοιωτικής, κυρίως όμως της θεσσαλικής –λόγω γάμου- από την άλλη.

Κοινά τα δύσκολα χρόνια και στις δυο κοινωνίες –δεκαετίες του ’40 και του ’50 στην Ελλάδα-. Εντελώς όμως διαφορετικοί οι τόποι όπου έζησαν. Κοινές οι βασικές αξίες –γύρω από θρησκεία, οικογένεια, τόπο-. Διαφορετικοί οι κοινωνικοί κανόνες, οι τακτικές και οι συνθήκες. Ο τόπος που η κάθε μια γεννήθηκε, την καθόρισε αναπόφευκτα. Κι ως επιβεβαίωση του καθορισμού ήρθε κι ο τόπος όπου έζησε.

Στα χρόνια εφηβείας των δυο γυναικών, πλέγμα γεγονότων στην Ελλάδα απελευθέρωσαν τη γυναίκα και κατ’ επέκταση τους νέους από τις καθιερωμένες αυστηρές πατρογονικές πατριαρχικές αρχές και παραδόσεις γεγονός που είχε ήδη βιώσει καθ’ ολοκληρία η Κωνσταντίνα ζώντας στην Κεφαλληνία των ταξιδιωτών των οριζόντων, αλλά όχι η Αναστασία που μένοντας σε μέρη αγροτικά παρέμεινε σφιχτοδεμένο μέλος οικογένειας μακράν του καινούργιου διευρυμένου οπτικού πεδίου της αυτοπεποίθησης, της αυτοτέλειας, της νέας θεώρησης ζωής. Τεράστιος και μοιραίος ήταν ο αντίχτυπος στο εσώτερο γυναικείο είναι, και σχημάτισε χάσμα ανάμεσα σε τόπους και γενιές. Πολλά  κορίτσια άνοιξαν τα δικά τους φτερά, μαζί τους κι η γεμάτη δίψα για ζωή και γνώσεις Κωνσταντίνα που είχε ήδη βιώσει την ελευθερία από τα μικρά της χρόνια. Αντίθετα η Αναστασία αρνήθηκε – ή καλύτερα δεν γνώρισε από κοντά- αυτό το αλλιώτικο ξάνοιγμα της ζωής κι έμεινε στο περιβάλλον της προαιώνιας αντίληψης της ανδρικής υπεροχής. Η μια μετείχε στις πνευματικές ανησυχίες των καιρών της, η άλλη δεν προβληματίστηκε από αυτές γιατί δεν ήρθε σε επαφή μαζί τους.

Η Κωνσταντίνα μιλά για έρωτα, για τα δικά της θέλω. Η Αναστασία στο θέμα αυτό σιωπά. Γάμος από έρωτα για την Κωνσταντίνα που νοιώθει καλά τη γοητεία του –ενν. έρωτα- και την πνευματική του διάσταση. Γάμος από προξενιό για την Αναστασία και μάλιστα με αυστηρή προσήλωση στα έθιμα «για να γίνει αρεστή στον υποψήφιο γαμπρό και να μη χαλάσει το προξενιό». Η μια τακτοποίησε τη ζωή της σύμφωνα με τις επιθυμίες της, με την άνθιση και κορύφωση της ερωτευμένης ψυχής της. Της άλλης τής τακτοποίησαν τη ζωή τα ανδρικά στοιχεία των δυο οικογενειών και την οδήγησαν σε σχέση κτητική χωρίς η ίδια να γνωρίζει τη δική της συμμετοχή στο πάθος της ζωής.

Κωνσταντίνα και Αναστασία στάθηκαν δίπλα στον άνδρα τους και στα παιδιά τους -ακριβά κι αγαπημένα πρόσωπα και για τις δυο-. Η κάθε μια από το δικό της πρίσμα της προσφοράς, των δονήσεων, των συγκινήσεων. Κωνσταντίνα και Αναστασία αγρυπνούσαν για ίδιες -ως προς την οικογένειά τους- έγνοιες, αλλά από ριζικά διαφορετικό υπόβαθρο και ροπές. Το καθήκον υπηρετείται και από τις δυο με ίδια πίστη, αφοσίωση, αγάπη, όμως η Κωνσταντίνα το αντιλαμβάνεται ως κάτι υψηλότερο και απόξενο από την επιβαλλόμενη –κοινωνικά- υποχρέωση.

Η ζωή κύλισε και για τις δυο με ορμή –κύριο χαρακτηριστικό της-, άλλοτε χαροποιός, άλλοτε με αντίστροφη πορεία, πάντα όμως μέσα στα όρια δυο κόσμων τους. Η Κωνσταντίνα όταν έχασε τον σύζυγό της, δεν βυθίστηκε σε αναμνήσεις που οδηγούν σε αέναο κύκλο θλίψης. Άδραξε την ελευθερία της, μελέτησε τις δυνατότητές της και τον εσώτερο κόσμο της, οδήγησε -κι οδηγεί- με αξιοπρέπεια τον εαυτό της στο δικό της φως. Η Αναστασία, αν και ο γάμος της δεν έφερε ίχνος των δικών της ‘θέλω’, στάθηκε τυχερή γιατί ο σύντροφός της ήταν καλός. Στάθηκε όμως κι άτυχη γιατί χήρεψε πολύ νέα. Κι έτσι έμεινε όλα τα χρόνια της. Μέχρι σήμερα. Μακριά ακόμη κι από τις χαμένες ευκαιρίες. Μια γυναίκα που ήξερε μόνο να κινείται σιωπηλά στη σκιά του άνδρα, έστω κι αν αυτός έχει από χρόνια πετάξει.

Η συγγραφέας και κοινωνιολόγος, στέκει με σεβασμό και μέτρο στην μεταφορά των αφηγήσεων των γιαγιάδων της. Οι συγκριτισμοί της είναι δοσμένοι όχι με διάθεση κριτικής, αλλά με σαφήνεια κι αλήθεια μακρά από επιθετικούς προσδιορισμούς. Με λόγια μαστοριά μάς προσφέρει ένα βιβλίο απόσταγμα δυο βίων, άξιο για ανάγνωση με προσοχή, παρόλο που «ρουφιέται» κυριολεκτικά και διαβάζεται ευχάριστα. Με παρατηρητικότητα, γνώση βαθειά και θαυμαστή ενάργεια εξετάζει επιστημονικά τη θέση και την ψυχοσύνθεση της γυναίκας της προοδευτικής και της συντηρητικής. Και, μπορεί μεν να καταφέρνει να αποκρύψει το ποια είναι η δική της άποψη για την Κωνσταντίνα και την Αναστασία, όμως καταδεικνύει σαφώς πως και τις δυο τις αγαπά το ίδιο δυνατά.

Αργοστόλι, 26 Σεπτέμβρη 2026

Ευρυδίκη Λειβαδά Ντούκα