Τι λοιπόν, της ζωής μας το σύνορο
θα το δείχνει ένα ορθό κυπαρίσσι;
Κι’ από ό,τι είδαμε, ακούσαμε, αγγίσαμε
τάφου γη θα μας έχει χωρίσει;
***
Ό,τι αγγίζουμε, ακούμε και βλέπουμε
τούτο μόνο ζωή μας το λέμε;
Κι’ αυτό τρέμουμε μήπως το χάσουμε
και χαμένο στους τάφους το κλαίμε;
***
Σ’ ό,τι αγγίζουμε, ακούμε και βλέπουμε
της ζωής μας ο κόσμος τελειώνει;
Τίποτα άλλο; Στερνό μας απόρριμμα
το κορμί που πετιέται και λιώνει;
***
Κάτι ανέγγιχτο, ανάκουστο, αθώρητο
μήπως κάτω απ’ τους τάφους ανθίζει;
Κι ό,τι μέσα μας κρύβεται αγνώριστο
μήπως πέρα απ’ τον τάφο αρχίζει;
***
Η ψυχή ταξειδεύτρα μεσ’ τ’ άπειρο
σταλαμίδα νερού μήπως μοιάζει;
που ανεβαίνει στα νέφη απ’ τα πέλαγα
κι απ’ τα νέφη στους κάμπους σταλάζει;
***
Μήπως ό,τι θαρρούμε βασίλεμα
γλυκοχάραμα αυγής είναι πέρα;
Κι αντί να ‘ρθει μια νύχτα αξημέρωτη
ξημερώνει μια αβράδιαστη μέρα;
***
Μήπως είναι η αλήθεια στο θάνατο;
Κι η ζωή μήπως κρύβει την πλάνη;
Ό,τι λέμε πως ζει μήπως πέθανε
κι είναι αθάνατο ό,τι έχει πεθάνει;
***
