/

Μαρία Μαρκαντωνάτου: Ὁ ἄνθρωπος μὲ τὰ πουλιά       

Θύμωνα ποὺ τὸν ἔβλεπα. Ἐρχότανε πρωί-πρωί, ἄφηνε τ’αὐτοκίνητό του στ’ ἁρμυρείκια, μπροστά μας ἀκριβῶς, στὴ θάλασσα, καὶ τρύπωνε στὸ διπλανὸ χωράφι. Τὸν ξαναβλέπαμε βραδάκι. Ξεκλείδωνε, ἔχωνε τὸ κλουβὶ σὰν κλέφτης, καὶ ποῦ τὸν εἴδατε. Ἐμεῖς ἀκούγαμε συνήθως τὸ σκούξιμο τῆς μηχανῆς.

-Τρόπο ποὺ βρῆκε ὁ φίλος νὰ βγάζει τὸ ψωμί του, δὲν τὰ λυπᾶται;

– Μπορεῖ καὶ νὰ μὴ τὰ πουλάει, θυμᾶσαι τὴν ταινία Ὁ ἄνθρωπος μὲ τὰ πουλιά;

– Ἐκεῖνος ζοῦσε στὶς φυλακὲς τοῦ Ἀλκατράζ, ἔπρεπε ν’ἁρπαχτεῖ ἀπὸ κάπου, μὰ τοῦτος; Ἕνας ἀρχιτεμπέλης εἶναι, ποὺ στἠνει ξόβεργα σὰν σκολιαρόπαιδο.

            Ὁ τόπος, εἶν’ ἀλήθεια, μπουμπούκιαζε ἀπὸ πουλιά. Ὅλοι ἐκεῖ γύρω τοὺς ρίχναμε ψίχουλα, τὰ εἴχαμε υἱοθετήσει. Τὰ βράδια μαζεύονταν χιλιάδες στὴ μεγάλη λεύκα ποὺ μᾶς ἥσκιωνε, πρωί τὰ σκαλοπάτια δὲν κοιτάζονταν ἀπὸ τὶς κουτσουλιές. Στὴν ἀρχή, τὰ πλέναμε μὲ τὸ λάστιχο ὑπομονετικά, μὰ τὸ πράγμα εἶχε παραγίνει.

-Νὰ τὰ φοβίσουμε, συμβούλεψε γείτονας, νὰ πᾶνε σ’ἄλλα δέντρα.

Τό’πε καὶ τό’καμε.Τὴν ὥρα ποὺ κουρνιάζανε, ἔριξε δυὸ σμπάρα μὲ τὴν καραμπίνα στὸν ἀέρα, ἕνα πέταγμα τρελό, μετακομίσανε στὴν πίσω λεύκα. Λυπήθηκα ποὺ ἐρήμωσε τὸ δέντρο, μὰ δὲ γινόταν διαφορετικά.

-Τι τραβᾶνε κι αὐτά, μουρμούριζε ἡ θειὰ Μήτσαινα ποὺ μᾶς ἔφερνε ντομάτες. Δὲν εἶδες αὐτὸς δίπλα; Τὰ πιάνει, καὶ τὰ κουβαλάει. Ποῦ τὰ κουβαλάει. . .

Ἕνα μεσημέρι, τὴν ὥρα ποὺ τρώγαμε στὴ βεράντα:

-Σᾶς παρακαλῶ, ἀκοῦμε μιὰ φωνή. Σηκώνομαι. Ἦταν ὁ ἄνθρωπός μας. Πίσω ὰπὸ τὸν φράχτη ποὺ χώριζε τὰ δυὸ χωράφια φαινόταν μόνο τὸ κεφάλι του. Σὰν κρεμασμένος. Πρώτη φορὰ τὸν ἔβλεπα ἀπὸ κοντά. Πρόσωπο ἀγαθὸ, βασανισμένο.

-Τί θέλετε;

Ὕψωσε τώρα καὶ τὸ χέρι του:

– Ἡ καρδερίνα ἐκεῖ…εἶναι δική μου, καὶ μοῦ ‘δειχνε μὲ τὸ δάχτυλο. Στὴ ρίζα μιᾶς ἰτιᾶς εἶχε κουκουβίσει ἕνα πουλάκι. Δὲν τοῦ τὸ δίνω, σκέφτηκα. Ἔσκυψα νὰ τὸ πιάσω. Δυὸ σπίθες τρομαγμένες τὰ μάτια του, τό’βαλα στὴ χούφτα -γκριζοκίτρινο, ἡ καρδούλα του χτυποῦσε δυνατὰ

– Δὲν τοῦ τὸ δίνω, ξανὰ ἡ φωνὴ μέσα μου

-Ἁμαρτία, τοῦ λέω ἐπιτιμητικά. Κόλλα στὰ φτερά, στὰ πόδια του…

– Τὰ καθαρίζω, δὲν…

– Μὰ τί τὰ κάνετε… δὲν τὰ πονᾶτε;

– Ἔ, δὲν τὰ βλάφτω

– Πῶς δὲν τὰ βλάφτετε, ἀστειεύεστε;

– Σᾶς λέω, δὲν τὰ βλάφτω, ξανάπε, ντροπαλὰ -μοῦ φάνηκε. Μοῦ ‘καμε ἐντύπωση τὸ πράο βλέμμα του

– Τὰ πουλᾶτε; Τοῦ πέταξα, ἐνῶ τέντωνα τὸ χέρι νὰ τοῦ τὸ δώσω.

Χαμογέλασε:

-Δὲν τὰ βλάφτω… τ’ἀμολάω στὸν κῆπο, φρρτ…καὶ ἀράζουνε στὰ δέντρα, κι ἔκαμε μὲ τὸ χέρι του τὴν κίνηση. Τί λέει αὐτός…, τὸν κοίταξα περίεργα.

-Καὶ μένουν;

Χαμήλωσε τὰ μάτια:

-Ελᾶτε μιὰ μέρα στὸ σπίτι μου, Μιαούλη 14, πίσω ἀπὸ τὸ Πυροσβεστεῖο, τὸ μόνο ποὺ ἔχει κῆπο.

            Τὸ ἀπόγευμα, θὰ κατεβαίναμε στὴν πόλη. Ἄς περάσουμε, εἴπαμε, ἀπὸ ‘κεῖ. Περιπλανηθήκαμε κάμποσο στοὺς δρόμους, τελικὰ τὰ καταφέραμε. Ἤταν , πράγματι, ἕνα μονόσπιτο ἄσπρο, γύρω του πολυκατοικίες. Χτυπήσαμε τὴν πόρτα -ἐρημιά. Στὸ πλάι, μικρὸς κῆπος, δυὸ -τρεῖς πορτοκαλιές, μιὰ λεμονιά, καχεκτικὸ πλατάνι στὴ γωνία. Ψάξαμε γιὰ πουλιά, κάποιο σπουργίτι σαλαγοῦσε στὸ χορτάρι. Στὸ ξερόκλαδο βερικοκιᾶς, κοντὰ στὸ σπίτι, κρεμόταν κλουβὶ ἄδειο. Τὸ πήγαινε ὁ ἀέρας πέρα-δῶθε. Πάνω στὸν τοῖχο, πρὸς τὴν πλευρὰ τοῦ κήπου, μὲ μαῦρα ἀδέξια γράμματα ἡ φράση: Παράδεισος πουλιῶν -τὸ δει μὲ γιώτα

                                                                        *

-Θέλετε κάτι; μᾶς ξάφνιασε φωνὴ γυναίκας, τὴν ὥρα ποὺ μπαίναμε στὸ αὐτοκίνητο. Προχωρημένης ἡλικίας, ξερακιανή, καλότροπη.

– Ὁ Παναής ὅπου νά ‘ναι θάρτει. Ἔτσι στριφογυρίζει. Χρόνια στὴν Τασκένδη, τί νὰ λέμε…μαγκούφης. Εὐτυχῶς, ἔχει ἐτοῦτο τὸ σπιτάκι. Χρυσοὶ ἄνθρωποι οἱ γονεῖς του, δὲν τοὺς πρόλαβε.

            Ἔπεφτε τὸ σκοτάδι. Ρούφηξε σιγά- σιγὰ τὸ σπίτι, τὸ κλουβί· τὸ πάει ὁ ἀέρας πέρα-δῶθε.

(ἀνέκδοτο, παρατημένο, ᾿φέτος τὸ ἀνάσυρα, πῆρε αὺτὴ τὴ μορφή.

Ὁ Αὔγουστος ἀπαίτησε νὰ σοῦ στείλω, Θανάση, ὲλάχιστο ὰντίδωρο. Καλὴ δύναμη)

Μαρία Μαρκαντωνάτου

Εστάλη στην ΟΔΥΣΣΕΙΑ, 18/8/2026 #ODUSSEIA #ODYSSEIA