Ηχηρή ήττα της Άγκυρας στο Στρασβούργο για τους Ρωμιούς της Πόλης

Το ΕΔΔΑ δικαίωσε κληρικούς του Οικουμενικού Πατριαρχείου και υπενθύμισε στην Τουρκία ότι τα μειονοτικά δικαιώματα δεν είναι διοικητική «χάρη», αλλά διεθνής υποχρέωση

Μια απόφαση με ξεχωριστή βαρύτητα για τη ρωμαίικη κοινότητα της Κωνσταντινούπολης εξέδωσε το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, κρίνοντας ότι η Τουρκία παραβίασε δικαιώματα ελληνορθόδοξων ιερέων που αποκλείστηκαν από διοικητικά συμβούλια μειονοτικών ιδρυμάτων εξαιτίας της ιερατικής τους ιδιότητας.

Η απόφαση του Στρασβούργου στην υπόθεση «Μαυράκης και άλλοι κατά Τουρκίας» δεν είναι μια ακόμη νομική λεπτομέρεια στις σχέσεις Τουρκίας – μειονοτήτων. Είναι μια απόφαση που αγγίζει τον πυρήνα της παρουσίας των Ρωμιών στην Πόλη, της αυτοδιοίκησης των ελληνορθόδοξων ιδρυμάτων και, εμμέσως αλλά σαφώς, της θεσμικής ακτινοβολίας του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο έκρινε ότι η απομάκρυνση ελληνορθόδοξων κληρικών από τα διοικητικά συμβούλια κοινοτικών ιδρυμάτων συνιστούσε παραβίαση του άρθρου 11 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, δηλαδή της ελευθερίας του συνεταιρίζεσθαι, ερμηνευόμενου υπό το φως του άρθρου 9, που προστατεύει τη θρησκευτική ελευθερία.

Με απλά λόγια: η ιδιότητα του ιερέα δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως πρόσχημα για να αποκλείεται ένας Ρωμιός κληρικός από τη διοίκηση ιδρυμάτων της ίδιας της κοινότητάς του.

Η υπόθεση αφορούσε ελληνορθόδοξους ιερείς, Τούρκους υπηκόους και μέλη της ρωμαίικης κοινότητας της Κωνσταντινούπολης, οι οποίοι είχαν εκλεγεί σε διοικητικά συμβούλια μειονοτικών βακουφίων. Οι τουρκικές αρχές τούς απέκλεισαν επικαλούμενες την ιερατική τους ιδιότητα και μια ερμηνεία που, σύμφωνα με το ΕΔΔΑ, δεν είχε καθαρή και προβλέψιμη νομική βάση.

Εδώ βρίσκεται και η μεγάλη σημασία της απόφασης: το Δικαστήριο δεν περιορίστηκε σε μια τυπική αποζημίωση. Υπενθύμισε ότι οι θρησκευτικές και μειονοτικές κοινότητες δεν είναι άθροισμα ατόμων χωρίς θεσμική συνέχεια. Είναι κοινότητες με μνήμη, σχολεία, εκκλησίες, ιδρύματα, ενορίες, ακίνητα, φιλανθρωπική δράση και δικαίωμα εσωτερικής οργάνωσης.

Και αυτό, για τους Ρωμιούς της Πόλης, έχει βαρύ ιστορικό φορτίο.

Η Συνθήκη της Λωζάννης δεν είναι ένα κείμενο που η Άγκυρα μπορεί να επικαλείται κατά περίπτωση. Είναι το θεμέλιο πάνω στο οποίο κατοχυρώθηκε η παραμονή και η προστασία των μη μουσουλμανικών μειονοτήτων στην Τουρκία. Οι Έλληνες της Κωνσταντινούπολης εξαιρέθηκαν από την υποχρεωτική ανταλλαγή πληθυσμών, όπως αντίστοιχα εξαιρέθηκαν οι μουσουλμάνοι της Δυτικής Θράκης. Αυτή η εξαίρεση δεν ήταν απλή ιστορική παραχώρηση. Συνοδευόταν από δικαιώματα.

Η Λωζάννη προβλέπει για τις μη μουσουλμανικές μειονότητες ισότητα ενώπιον του νόμου, ίσα πολιτικά και αστικά δικαιώματα, ελεύθερη άσκηση της θρησκείας, δικαίωμα στη χρήση της γλώσσας τους και, κυρίως για την παρούσα υπόθεση, δικαίωμα να ιδρύουν, να διαχειρίζονται και να ελέγχουν τα δικά τους θρησκευτικά, εκπαιδευτικά, φιλανθρωπικά και κοινωνικά ιδρύματα.

Αυτό είναι το σημείο που αποκτά εκρηκτική σημασία στην απόφαση του ΕΔΔΑ. Διότι τα ελληνορθόδοξα βακούφια της Πόλης δεν είναι απλές περιουσιακές δομές. Είναι ο θεσμικός σκελετός μιας κοινότητας που επιβίωσε μέσα από διώξεις, συρρίκνωση, απελάσεις, οικονομικές πιέσεις, κλειστά σχολεία και διαρκείς διοικητικές παρεμβάσεις.

Για τη ρωμαίικη κοινότητα, η δυνατότητα να συμμετέχουν οι ίδιοι οι κληρικοί της στη διοίκηση εκκλησιαστικών, σχολικών και φιλανθρωπικών ιδρυμάτων δεν είναι πολυτέλεια. Είναι όρος επιβίωσης.

Το Οικουμενικό Πατριαρχείο, με έδρα το Φανάρι, αποτελεί τον ιστορικό και πνευματικό άξονα αυτής της παρουσίας. Η υπόθεση δεν αφορούσε τυπικά την αναγνώριση ή το καθεστώς του Πατριαρχείου ως θεσμού. Αφορούσε όμως ανθρώπους που ανήκουν στην ελληνορθόδοξη κοινότητα και υπηρετούν μέσα στο εκκλησιαστικό της σώμα. Γι’ αυτό και η απόφαση έχει αυτονόητη αντανάκλαση στο ευρύτερο ζήτημα των δικαιωμάτων του Πατριαρχείου και των ιδρυμάτων που συνδέονται με τη ρωμαίικη ζωή στην Πόλη.

Δεν μπορεί μια κοινότητα να έχει εκκλησίες χωρίς δικαίωμα ουσιαστικής διοίκησης. Δεν μπορεί να έχει σχολεία χωρίς δικαίωμα θεσμικής συνέχειας. Δεν μπορεί να έχει φιλανθρωπικά ιδρύματα, νοσοκομεία, κοιμητήρια και ενοριακές δομές, αν η κρατική διοίκηση παρεμβαίνει κατά το δοκούν στο ποιος δικαιούται να τα υπηρετεί.

Αυτό είναι και το πολιτικό μήνυμα του Στρασβούργου προς την Άγκυρα: η μειονοτική προστασία δεν είναι ζήτημα καλής διάθεσης της κυβέρνησης. Είναι ζήτημα κράτους δικαίου.

Η τουρκική πλευρά επιχείρησε να στηρίξει την πρακτική της σε επιχειρήματα περί κοσμικού κράτους και περί Λωζάννης. Το ΕΔΔΑ, όμως, διαπίστωσε ότι δεν υπήρχε τέτοια σαφής νομική βάση που να επιτρέπει τον αποκλεισμό κληρικών από τα διοικητικά συμβούλια μειονοτικών ιδρυμάτων. Με άλλα λόγια, η επίκληση της Λωζάννης δεν μπορεί να γίνεται για να περιορίζει δικαιώματα που η ίδια η Συνθήκη κατοχυρώνει.

Το ζήτημα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία επανέρχεται στη διεθνή συζήτηση το θέμα της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης. Η Χάλκη παραμένει το πιο εμβληματικό σύμβολο των εκκρεμοτήτων της Τουρκίας έναντι του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Το κλείσιμό της δεν είναι απλώς εκπαιδευτικό ζήτημα. Είναι ζήτημα θρησκευτικής ελευθερίας, εκπαίδευσης κληρικών και συνέχειας του ίδιου του θεσμού.

Η απόφαση για τους Ρωμιούς κληρικούς δεν λύνει όλα τα προβλήματα. Δεν ανοίγει αυτομάτως τη Χάλκη. Δεν ανατρέπει από μόνη της δεκαετίες διοικητικών περιορισμών. Αλλά δημιουργεί ένα ισχυρό νομικό και πολιτικό προηγούμενο: το κράτος δεν μπορεί να επικαλείται αόριστες διοικητικές αντιλήψεις για να παρεμβαίνει στην εσωτερική ζωή μιας θρησκευτικής μειονότητας.

Για την Άγκυρα, η απόφαση είναι ήττα. Για τους Ρωμιούς της Πόλης, είναι δικαίωση. Για το Οικουμενικό Πατριαρχείο, είναι μια υπενθύμιση ότι η διεθνής έννομη τάξη εξακολουθεί να διαθέτει εργαλεία απέναντι σε πρακτικές που συρρικνώνουν την κοινοτική και θρησκευτική αυτονομία.

Το πιο ουσιαστικό, όμως, είναι το εξής: οι Ρωμιοί της Κωνσταντινούπολης δεν είναι ένα κατάλοιπο του παρελθόντος. Είναι ζωντανή κοινότητα με διεθνώς κατοχυρωμένα δικαιώματα. Και τα δικαιώματα αυτά δεν εξαντλούνται στην ανοχή της παρουσίας τους. Περιλαμβάνουν τη δυνατότητα να οργανώνονται, να διοικούν τα ιδρύματά τους, να διατηρούν τη γλώσσα, την πίστη, τα σχολεία και τη συλλογική τους μνήμη.

Το Στρασβούργο, αυτή τη φορά, το είπε καθαρά: η διοικητική αυθαιρεσία δεν μπορεί να ντύνεται με τον μανδύα της νομιμότητας. Και η Λωζάννη δεν είναι εργαλείο περιορισμού των Ρωμιών. Είναι υπενθύμιση των υποχρεώσεων που η Τουρκία ανέλαβε απέναντί τους.

Τέρενς Κουΐκ, HuffPost

ΟΔΥΣΣΕΙΑ, 20/6/2026 #ODUSSEIA #ODYSSEIA