Το αέναο τών «ανοικτών οριζόντων»:
Θα μείνω πάντα ιδανικός κι ανάξιος εραστής
των μακρυσμένων ταξιδιών και των γαλάζιων πόντων,
και θα πεθάνω μια βραδιά, σαν όλες τις βραδιές,
χωρίς να σχίσω τη θολή γραμμή των οριζόντων… αρμενίζει στην ελληνική ποίηση υποβλητικό, μελωδικό, λεπτοδουλεμένο, από τον τόσο ιδιαίτερο στιχοπλόκο τού «Mal du depart». Λέξεις γεμάτες γεύση αλμύρας, χρώμα σκουριάς καραβίσιας λαμαρίνας, μυρωδιά θάλασσας και μορφές κουρασμένων πολυτάξιδων ναυτικών, νέγρων, κίτρινων, λευκών, καθώς και τσακισμένων γυναικών του σκοταδιού και των φτηνών αρωμάτων. Στίχοι ολόμεστοι συλλαβών κι εικόνων, στροφές σφριγηλές που πλημμυρίζουν βιώματα και πυρετώδη νοήματα.
Αυτός είναι ο Καββαδίας. Της μουσικής, της βιοσοφίας, της ποίησης.
Ερωτικός. Αυθεντικός. Πηγαίος. Έμπλεος λέξεων. Πολύγλωσσος και ιδιόγλωσσος. Ένθεος και κολασμένος.
Με εξαιρετική φιλολογική ενημέρωση, ρομαντική διάθεση, δίψα για γνώση και ταξίδια:
…«Τώρα στο τζάμι ένα καράβι εσκάρωσα
κι ένα του Μάγκρ στιχάκι έχω σκαλίσει:
«Τι θλίψη στα ταξίδια κρύβεται άπειρη»
Κι εγώ για ένα ταξίδι έχω κινήσει»…. γράφει στο «Γράμμα ενός αρρώστου».
Υφαίνει με μαγικό τρόπο και μουσική-φθογγική αρμονία την αργκό των λιμανιών, με γαλλικά, με ονόματα κόλπων, ακρωτηρίων, νησιών και πόλεων-, με γεωγραφικούς όρους και ναυτικές λέξεις, με ιστορικά πρόσωπα, με μορφές μεσαιωνικών κελτικών θρύλων και ουαλλικών παραδόσεων, με θαλασσοπόρους, ζωγράφους, συγγραφείς, ποιητές, με «κολασμένους». Και όλα αυτά, τα ρίχνει στο χωνευτήρι που λέγεται: γλώσσα Ελληνική.
Διαστέλλει τους στίχους του. Δίνει στις στροφές του οπτική γωνία διαφορετική, εξωτική. Ο ίδιος, ηθογράφος και λαογράφος, δεν παριστά τον επαγγελματία ποιητή. Στο «Μαραμπού» ομολογεί μισο-κοροϊδευτικά:
«… «Εξύπνησα», ως λένε οι ποιητές,
μόλις εσκόρπιζεν η αυγή τα ροδοπέταλά της»
Δεν θέλει να μιμηθεί αυτόν που μπαίνει σε καλούπια και κανόνες. Για αυτό και καταργεί αυθαίρετα γλωσσικά «πρέπει και μη». Καταργεί εντυπωσιακά το συντακτικό. Καταργεί μαζί με αυτό και τις γραμμές των κάθε λογής συνόρων. Γκρεμίζει τις όποιες διακρίσεις. Αναπτύσσει αμεσότητα. Μιλά με τον τρόπο του για ανθρωπιά, συμπόνια, καλοσύνη, αδελφοσύνη. Τραγουδά μια καθημερινότητα κοινή σε όλους όσους, πέρα από τις όποιες σφραγίδες στα ναυτικά τους φυλλάδια, στα λιμάνια μεθούν «τρομερά με ουϊσκυ, τζιν και μπύρα», πονούν και κλαίνε το ίδιο, αμαρτάνουν με τον ίδιο τρόπο που κοινωνούν, προσεγγίζουν το αόρατο και εξαγνίζονται μέσω μιας εξομολόγησης χωρίς εξομολόγο. Μιλά για ελευθερία, που προς στιγμήν φυλακίζεται μαζί με άδολα συναισθήματα και μιαρά σώματα σε «στενές, μικρές, βρωμερές κάμαρες», για να βρει λίγο αργότερα, αγνή και ξεπλυμένη, το άνοιγμα που οδηγεί στο φως, στο κατακάθαρο απέραντο κι άπλετο μπλε.
Αδύναμοι και άβουλοι παρασυρόμαστε στη δίνη τη δική του που έχει αιώνια πλέον αυτός σμιλέψει να πάλλεται κυκλοτερώς και να μην αφήνει κανέναν να ξεφεύγει από τη μάγεψή της. Ακόμα κι αυτούς που δεν έχουν δει το χρώμα της θάλασσας, κι ούτε ποτέ έχουν ταξιδέψει στην αγκαλιά της κι ούτε απάγκιασαν, μήτε σε πόρτα πολύβουα και λάγνα, μήτε σε ορμίσκους σιγηλούς κι άσπιλους.
…«Πλέμε σε μια θάλασσα γιομάτη
με λογής παράξενα φυτά,
ένας γέρος ήλιος μάς κοιτά
και μας κλείνει πού και πού το μάτι»… σημειώνει στην «Αρμίδα» στη συλλογή «Πούσι».
Σε χρόνια άκρας αυστηρότητας ηθών, ο οιστρηλάτης Καββαδίας ανέλυσε τον «εξαχρειωμένο» -σε εισαγωγικά- κόσμο των λιμανιών, τον ξέπλυνε με ακαλλώπιστες δικαιολογίες και τον ώθησε ψηλά, δίνοντάς του παρθενική -σχεδόν- διάσταση.
Μελοποιήθηκε εύκολα ο προικισμένος γλωσσοπλάστης. Ξέρει να πλέκει στίχους με τις χορδές της θάλασσας, κι όνειρα με τον αργαλειό τού Ομήρου. Όπως ακριβώς γνωρίζει τα άστρα και την πυξίδα, έτσι χειρίζεται άριστα τον πλούτο, την πολυσημία των λέξεων και την πλαστικότητά τους.
Όλο το είναι του ξέρει τη γλώσσα ετούτη. Κυλάει στις φλέβες του. Εκεί όπου στους άλλους ρέει αίμα, σε αυτόν κυλούν εύηχα φθόγγοι και θαλασσινό νερό.
Την πλάθει τη γλώσσα όπως το αλάθητο μέτρο τού υπαγορεύει.
Την οδηγεί όπου αυτός θέλει.
Άλλοτε τη ντύνει με μεστή ομοιοκαταληξία, με μετρική αρμονία και εύηχο, κατακάθαρο, κρυσταλλένιο στίχο.
Κι άλλοτε, τής αφαιρεί τα στολίδια και γυμνή την παραδίδει στην απαρασάλευτη αιώνια τάξη τής μέγιστης ποίησης.
Κυνηγά να χορτάσει την πείνα της σάρκας μετουσιώνοντας την ηδονή και την αμαρτία σε φτέρωμα μουσικό.
Αφανίζεται στο χαρτί που το μετατρέπει σε παρτιτούρα τα ατέλειωτα βράδια της μοναξιάς της θάλασσας.
Τη γραμμή των κυμάτων τη σημειώνει στο δικό του πεντάγραμμο. Όπου νότες, βάζει συλλαβές. Κι όπου δίεση και ύφεση τα κυμάτινα υψώματα και κατεβάσματα. Έτσι, μέσα από τον στίχο του βγαίνει μελωδία.
Πώς λοιπόν να μην γεννήσει η απαγγελία της «Fata Morgana», του «Σταυρού του Νότου», του «Kuro Siwo» μουσική;
Πόσω μάλλον που «τη γλώσσα τού έδωσαν ελληνική».
Και αυτό το ύψιστο μυστικό της, αυτό το συνταίριασμα με την αρμονία, ο Καββαδίας τό είχε ανακαλύψει, θαρρείς απ’ τη γέννα του, και έπαιζε μαζί του μέχρι το ύστατο ταξίδι του ανάλογα με τις επιθυμίες του, τις απώλειες, τις απουσίες, την οδύνη, τον πόνο, την ντροπή, την κατάπτωση, την ηδονή, την ευδαιμονία του.
Ευρυδίκη Λειβαδά Ντούκα
