//

«ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ» ΟΤΑΝ ΤΟ ΚΟΙΝΟ ΜΙΛΑ Η ΚΡΙΤΙΚΗ ΣΙΩΠΑ: Η Άλλη προσέγγιση

Η κινηματογραφική ταινία «Καποδίστριας» του Γιάννη Σμαραγδή προκάλεσε ένα φαινόμενο σπάνιο για τα ελληνικά δεδομένα. Ενώ δέχθηκε αντιφατικές κρίσεις από ειδικούς –άλλοτε επαινετικές, άλλοτε αυστηρά αρνητικές– αγκαλιάστηκε με ενθουσιασμό από το ευρύ κοινό, το οποίο κατέκλυσε τις αίθουσες με τρόπο που θύμισε λαϊκό προσκύνημα. Το γεγονός αυτό δεν μπορεί να αγνοηθεί ούτε να υποτιμηθεί. Αντιθέτως, αξίζει σοβαρής ερμηνείας.

Οι κριτικές διαφοροποιούνται σε τρία επίπεδα. Πρώτον, στο καθαρά κινηματογραφικό. Δεύτερον, στο ιστορικό. Και τρίτον, στο πολιτικό: την αποτίμηση της διακυβέρνησης του Ιωάννη Καποδίστρια, του αυταρχισμού που του αποδόθηκε, των συγκρούσεών του με τα τοπικά συμφέροντα και των αιτίων που οδήγησαν στη δολοφονία του.

Όλα αυτά είναι θεμιτά και αναμενόμενα σε μια ταινία που αγγίζει μια τόσο φορτισμένη ιστορική μορφή. Εκείνο όμως που υπερβαίνει κάθε επιμέρους κριτική είναι η λαϊκή αποδοχή. Το κοινό δεν προσήλθε απλώς για να δει μια ιστορική ταινία. Προσήλθε για να αναγνωρίσει τον εαυτό του. Σαν χείμαρρος, και σαν τσουνάμι, η ανταπόκριση του κόσμου επισκίασε τις ενστάσεις των ειδικών και τις έθεσε στο περιθώριο, όχι από αδιαφορία, αλλά από ανάγκη.

Είναι σαν να ακούστηκε μια συλλογική φωνή που έλεγε: «Παραμερίστε. Τώρα μιλάω εγώ». Γιατί ο Καποδίστριας, όπως παρουσιάζεται –μόνος, ασυμβίβαστος, περικυκλωμένος από συμφέροντα, πολεμημένος επειδή επιχείρησε να συγκροτήσει κράτος– δεν είναι απλώς ένα ιστορικό πρόσωπο. Είναι ένα διαχρονικό σύμβολο. Και το σύμβολο αυτό το αναγνώρισε ο σημερινός Έλληνας πολίτης, που βιώνει τις συνέπειες της αλαζονείας, του παραγοντισμού και της θεσμικής αυθαιρεσίας των εκάστοτε κυβερνώντων.

Το κοινό δεν υπερασπίστηκε μια ταινία. Υπερασπίστηκε μια προσδοκία. Την προσδοκία ενός κράτους δικαίου, μιας πολιτείας που υπηρετεί τον λαό και όχι τον εαυτό της. Μέσα από την κινηματογραφική αφήγηση, ο θεατής είδε να προβάλλεται το διαχρονικό ελληνικό δράμα: η σύγκρουση ανάμεσα στο συλλογικό συμφέρον και την ιδιοτέλεια, ανάμεσα στη συγκρότηση και τη διάλυση, ανάμεσα στο όραμα και τη μικρότητα.

Σε αυτό το επίπεδο, οι αυστηρά κινηματογραφικές αδυναμίες –αν υπάρχουν– υποχωρούν μπροστά στη δύναμη του νοήματος. Ο Σμαραγδής δεν επιχείρησε απλώς να αναπαραστήσει τον Καποδίστρια. Επιχείρησε να τον εντάξει στη σημερινή ελληνική συνείδηση. Και εκεί ακριβώς εξηγείται η ένταση της ανταπόκρισης. Ο θεατής δεν είδε μόνο τον πρώτο κυβερνήτη της Ελλάδας. Είδε τον εαυτό του να συνεχίζει να ζει σε έναν τόπο που μοιάζει να επαναλαμβάνει τα ίδια αδιέξοδα.

Έναν τόπο ευλογημένο και τραγικό μαζί. Τον τόπο του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη, του Σωκράτη και του Αριστοφάνη, του Αισχύλου και του Σολωμού, του Καβάφη και του Παλαμά. Έναν τόπο που ποτίστηκε με μόχθο, αίμα και ελπίδα από γενιές ανθρώπων, αλλά συχνά παραδόθηκε στη φθορά από εκείνους που τον διαχειρίστηκαν.

Ίσως, τελικά, αυτό να είναι το ουσιαστικό ερώτημα που θέτει η ταινία «Καποδίστριας»: όχι αν ήταν άρτια ως κινηματογραφικό έργο, αλλά γιατί σήμερα –δύο αιώνες μετά– η μορφή του εξακολουθεί να μας πονά και να μας αφορά. Και η απάντηση βρίσκεται όχι στις αίθουσες των κριτικών, αλλά στις γεμάτες αίθουσες των πολιτών. Εκεί όπου η ιστορία παύει να είναι παρελθόν και γίνεται παρόν.

Ίσως αυτός να είναι ο λόγος που η ταινία «Καποδίστριας» δεν μπορεί να κριθεί μόνο με τα εργαλεία της αισθητικής. Γιατί δεν λειτούργησε απλώς ως καλλιτεχνικό έργο, αλλά ως καθρέφτης συλλογικής μνήμης και ανεκπλήρωτης πολιτικής προσδοκίας. Όταν η τέχνη αφυπνίζει τέτοια αντανακλαστικά, τότε έχει ήδη υπερβεί τα όριά της. Και όταν ο λαός αναγνωρίζει μέσα σε ένα ιστορικό πρόσωπο τη δική του μοίρα, τότε η ιστορία παύει να είναι αφήγηση και γίνεται αίτημα. Ένα αίτημα που, όσο μένει αναπάντητο, θα επιστρέφει ξανά και ξανά.

Δρ. Γαβριήλ Μανωλάτος

Καθηγητής Διεθνούς Οικονομίας και Ανάπτυξης

Εστάλη στην ΟΔΥΣΣΕΙΑ, 18/1/2026 #ODUSSEIA #ODYSSEIA