Αναγόρευση της κ. Λούκας Κατσέλη σε Επίτιμο Μέλος του Διοικητικού Επιμελητηρίου Ελλάδος – Ομιλία της με θέμα: Δημοκρατία & Δημόσια Διοίκηση

Σήμερα, 22 Μαΐου 2026 η κ. Λούκα Κατσέλη αναγορεύθηκε σε επίτιμο μέλος του Διοικητικού Επιμελητηρίου – Όμιλος Διοικητικών Επιστημόνων Ελλάδος. Η ομιλία την οποία παρέθεσε είχε ως θεματική το: «Δημοκρατία και Δημόσια Διοίκηση» και παρατίθεται εν συνεχεία:

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΚΑΙ ΔΗΜΟΣΙΑ ΔΙΟΙΚΗΣΗ

Αγαπητέ Πρόεδρε του Διοικητικού Επιμελητηρίου Ελλάδος,

Αγαπητά μέλη του Επιμελητηρίου,

Αγαπητοί συνάδελφοι,

Κυρίες και κύριοι ,

Θερμές ευχαριστίες από καρδιάς για την τιμή που μου κάνετε με την αναγόρευσή μου ως επίτιμο μέλος του Διοικητικού Επιμελητηρίου Ελλάδος .Αν και οικονομολόγος , είναι αλήθεια , όπως είπαν και οι προλαλήσαντες αγαπητοί συνάδελφοι μου τους οποίους και  ευχαριστώ θερμά, ότι  όλη η ακαδημαϊκή και επαγγελματική μου πορεία προσδιορίστηκε από την «υπαρξιακή»  ανάγκη να χρησιμοποιήσω γνώσεις, δεξιότητες ,εμπειρίες για τον σχεδιασμό , υλοποίηση και διαχείριση έργων με θετικό αναπτυξιακό και κοινωνικό αποτύπωμα.

Για μένα , οδηγός στη ζωή μου υπήρξε η ρήση  του Δημοσθένη :«Τὰ πράγματα τοῖς πράγμασι κρίνονται» .

Αυτή η κινητήρια δύναμη με οδήγησε, από πολύ νωρίς, στην ανάληψη θέσεων ευθύνης για την υλοποίηση πολιτικών και έργων που παράγουν μετρήσιμο αποτέλεσμα . Στην πορεία συνειδητοποίησα ότι το αποτέλεσμα εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό  από την ποιότητα της δημόσιας διοίκησης που με τη σειρά της εξαρτάται από  ανθρώπους,   θεσμούς και διαδικασίες.

Σήμερα , που το «επιτελικό κράτος» έχει καταστεί άκρως προβληματικό και ολοένα και πιο συγκεντρωτικό και αυταρχικό, θέλω να μοιραστώ μαζί σας κάποιες σκέψεις για την στενή σχέση δημοκρατίας και δημόσιας διοίκησης και κάποιες προτάσεις για τις αναγκαίες ρήξεις και παρεμβάσεις που μπορούν να  υλοποιηθούν με στόχους  τον εκδημοκρατισμό της κοινωνίας μας, την ανθρώπινη ασφάλεια, την  ενίσχυση του κράτους  δικαίου , την  βιώσιμη ανάπτυξη  και κυρίως την ανάκτηση εμπιστοσύνης στο πολιτικό σύστημα και τους δημοκρατικούς θεσμούς.

Κυρίες και κύριοι,

Η ποιότητα, η αποτελεσματικότητα και η κοινωνική αποδοχή της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας δεν εξαρτώνται μόνο από την ύπαρξη εκλογών, Συντάγματος και αντιπροσωπευτικών θεσμών. Εξαρτώνται αποφασιστικά από την ικανότητα του κράτους να παράγει δίκαια, αξιόπιστα και μετρήσιμα αποτελέσματα για τον πολίτη.

Η ιστορία των σύγχρονων δημοκρατιών δείχνει ότι η πολιτική νομιμοποίηση δεν αρκεί από μόνη της. Οι κυβερνήσεις εκλέγονται δημοκρατικά, αλλά όπως έγραψε ο Alexis de Tocqueville «η αξία μιας κυβέρνησης κρίνεται από την ποιότητα των λειτουργιών που ασκεί», δηλαδή την ικανότητά της να αντιμετωπίζει  προβλήματα, να παρέχει ασφάλεια στους πολίτες  , να διασφαλίζει αξιοπρεπείς συνθήκες διαβίωσης για τους πολλούς και να προάγει την ανάπτυξη και την κοινωνική συνοχή.

 Η δημοκρατία δεν κρίνεται αφηρημένα· κρίνεται καθημερινά: στο σχολείο, στο νοσοκομείο, στην απονομή δικαιοσύνης, στις δημόσιες μεταφορές, στην πολιτική προστασία, στη φορολογική διοίκηση, στην κοινωνική ασφάλιση. Εκεί όπου ο πολίτης συναντά το κράτος.

Η ποιότητα της κοινοβουλευτικής  δημοκρατίας συνδέεται επομένως  άμεσα με την ποιότητα της δημόσιας διοίκησης σε όλα τα στάδια παραγωγής δημόσιου αποτελέσματος με προτεραιότητα στα ακόλουθα πέντε : στην Πρόληψη, στον Στρατηγικό Σχεδιασμό, στην Υλοποίηση, στην Παρακολούθηση και Αξιολόγηση και στη Λογοδοσία.

Χωρίς διοικητική επάρκεια και αποτελεσματικότητα , η δημοκρατία χάνει την αξιοπιστία της. Χωρίς στόχους , μετρήσιμα αποτελέσματα και λογοδοσία , οι πολίτες απομακρύνονται από τους θεσμούς και ενισχύονται ο λαϊκισμός, η δυσπιστία και οι αντισυστημικές τάσεις.

Πρώτο και κρίσιμο στάδιο παραγωγής αποτελέσματος είναι η Πρόληψη.

Ένα ώριμο δημοκρατικό κράτος δεν περιορίζεται στην εκ των υστέρων διαχείριση κρίσεων· οφείλει να προβλέπει κινδύνους, να εντοπίζει αδυναμίες και να δημιουργεί μηχανισμούς έγκαιρης παρέμβασης. Η πρόληψη αποτελεί ίσως τη βαθύτερη μορφή αποτελεσματικής διακυβέρνησης, διότι προστατεύει ζωές, πόρους και κοινωνική σταθερότητα πριν δημιουργηθούν καταστροφικά αποτελέσματα.

Το διαπιστώσαμε με μεγάλο κόστος και  ένταση στις πρόσφατες φυσικές καταστροφές, στην  πανδημία, στην χρηματοπιστωτική και κλιματική κρίση, στην έκρηξη των προσφυγικών  ροών.

 Όλοι αντιλαμβανόμαστε την ανάγκη πρόληψης νέων οικονομικών ,  κοινωνικών και πολιτισμικών κλυδωνισμών , από την γήρανση του πληθυσμού και το δημογραφικό έως μια επερχόμενη  αγροτοδιατροφική κρίση ή τις παρενέργειες  που μπορεί να επιφέρει η εξάπλωση της χρήσης των ψηφιακών μέσων επικοινωνίας και της Τεχνητής Νοημοσύνης χωρίς κανόνες και εφαρμόσιμο ρυθμιστικό πλαίσιο.

Δεν έχουμε όμως κάνει τις αναγκαίες ενέργειες για να μην ξαναζήσουμε τα ίδια ή/και χειρότερα στο μέλλον.

Η ιστορία έχει δείξει οτι  εκεί όπου υπήρξαν θεσμοί και πολιτικές πρόβλεψης, τα δημοκρατικά κράτη μπόρεσαν να ανταποκριθούν αποτελεσματικά. Αντίθετα, η απουσία πρόληψης οδήγησε σε απώλειες, κοινωνική ανασφάλεια και κρίση εμπιστοσύνης προς τους θεσμούς.

Η πρόληψη απαιτεί σύγχρονη διοίκηση, αξιόπιστα δεδομένα, διαλειτουργικότητα υπηρεσιών, επιστημονική τεκμηρίωση και πολιτική βούληση να επενδύσει κανείς στο μέλλον και όχι μόνο στο άμεσο πολιτικό κόστος ή όφελος. Απαιτεί επίσης θεσμική συνέχεια του κράτους, πέρα από κυβερνητικές εναλλαγές. Σε αυτό ακριβώς φαίνεται η ωριμότητα μιας κοινοβουλευτικής δημοκρατίας: στην ικανότητά της να λειτουργεί με στρατηγικό ορίζοντα και όχι αποκλειστικά με εκλογικό κύκλο.

Το δεύτερο στάδιο είναι ο Στρατηγικός Σχεδιασμός.

 Η  πολιτική δεν μπορεί να εξαντλείται σε συνθήματα, εξαγγελίες ή αποσπασματικές παρεμβάσεις. Χρειάζεται τεκμηριωμένο στρατηγικό σχεδιασμό για επίτευξη υλοποιήσιμων και μετρήσιμων ,βραχυπρόθεσμων και μεσοπρόθεσμων στόχων με προτεραιοποίηση ενεργειών και αυστηρά χρονοδιαγράμματα.

Η δημόσια  διοίκηση καλείται να μετατρέψει την πολιτική βούληση σε συνεκτική δημόσια πολιτική. Συνδέει τα διαθέσιμα μέσα με τα επιδιωκόμενα αποτελέσματα. Ενσωματώνει δεδομένα, κοινωνικές ανάγκες, οικονομικούς περιορισμούς και θεσμικές δυνατότητες. Ο σχεδιασμός δεν είναι γραφειοκρατική διαδικασία· είναι θεμελιώδης όρος δημοκρατικής αποτελεσματικότητας.

Σε μια κοινοβουλευτική δημοκρατία, ο στρατηγικός σχεδιασμός αποκτά και μια επιπλέον διάσταση: πρέπει να είναι συμμετοχικός και διαφανής. Οι πολίτες, η τοπική κοινωνία ,οι κοινωνικοί φορείς, η επιστημονική κοινότητα και οι ανεξάρτητοι θεσμοί πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να συμβάλλουν στη διαμόρφωση πολιτικών. Όσο μεγαλύτερη η συμμετοχή, τόσο ισχυρότερη η κοινωνική νομιμοποίηση των αποφάσεων.

 Η εμπειρία του δημοκρατικού προγραμματισμού την περίοδο 1983-1987 στη χώρα μας, με την οργάνωση λαϊκών συνελεύσεων σ’ όλη την Ελλάδα από την κεντρική διοίκηση και τις νομαρχίες, ενίσχυσε καθοριστικά τόσο τον εκδημοκρατισμό και νομιμοποίηση της αναπτυξιακής πολιτικής όσο και την υλοποίηση του προγράμματος δημοσίων επενδύσεων .

Η απουσία σοβαρού στρατηγικού σχεδιασμού οδηγεί αντίθετα  σε νομοθετική υπερπαραγωγή, αλληλοσυγκρουόμενες ρυθμίσεις, καθυστερήσεις και σπατάλη πόρων. Το κράτος γίνεται χαοτικό  αντί στρατηγικό. Και τότε η δημοκρατία εμφανίζεται στους πολίτες ως αναποτελεσματική, ακόμη κι αν οι θεσμοί της λειτουργούν τυπικά.

Το τρίτο στάδιο είναι η Υλοποίηση.

 Εδώ κρίνεται στην πράξη η αξιοπιστία της δημοκρατικής διακυβέρνησης. Διότι οι πολίτες δεν αξιολογούν μόνο τις προθέσεις των κυβερνήσεων αλλά κυρίως τα αποτελέσματα που βιώνουν.

Η αποτελεσματική υλοποίηση απαιτεί επαγγελματική δημόσια διοίκηση, σαφή κατανομή αρμοδιοτήτων και ευθυνών, διοικητική συνέχεια, επακριβή περιγραφή θέσεων εργασίας και αρμοδιοτήτων  ,επάρκεια προσωπικού, ψηφιακά εργαλεία και σαφείς διαδικασίες λήψης και εκτέλεσης αποφάσεων και συντονισμού. Πάνω απ’ όλα χρειάζεται αξιοκρατική επιλογή στελεχών που διαθέτουν τις απαραίτητες δεξιότητες  και εμπέδωση διοικητικής κουλτούρας προσανατολισμένης στο  αποτέλεσμα και  στο δημόσιο συμφέρον.

Χωρίς επιχειρησιακό σχέδιο εφαρμογής μέτρων και πολιτικών, χωρίς ανάθεση ευθύνης για την υλοποίηση τους και χωρίς αξιολόγηση πεπραγμένων, ακόμη και οι καλύτερες προθέσεις συχνά οδηγούνται σε αδράνεια ή αποτυχία.

Όταν η διοίκηση λειτουργεί αποσπασματικά, πελατειακά ή αναξιοκρατικά, ακόμη και σωστές πολιτικές αποτυγχάνουν. Και τότε η αποτυχία χρεώνεται όχι μόνο στη διοίκηση αλλά στη δημοκρατία συνολικά. Ο πολίτης σπάνια διαχωρίζει τον πολιτικό θεσμό από τη διοικητική λειτουργία. Αν το κράτος δεν λειτουργεί, η εμπιστοσύνη προς το δημοκρατικό σύστημα διαβρώνεται.

Η υλοποίηση απαιτεί τέλος θεσμική μνήμη. Οι πολιτικές πρωτοβουλίες , οι αναγκαίες μεταρρυθμίσεις δεν μπορούν να ξεκινούν από το μηδέν με κάθε κυβερνητική αλλαγή χωρίς αναφορά στο παρελθόν και χωρίς αποτίμηση της αποτελεσματικότητας προηγούμενων ενεργειών. Η κοινοβουλευτική δημοκρατία χρειάζεται διοίκηση που να εξασφαλίζει συνέχεια, σταθερότητα και συσσωρευμένη γνώση. Διαφορετικά, η κρατική εξουσία   παραμένει  εγκλωβισμένη σε διαρκή μεταβατικότητα.

Το τέταρτο στάδιο είναι η Παρακολούθηση και Αξιολόγηση

Σε ένα σύγχρονο δημοκρατικό κράτος, καμία πολιτική δεν πρέπει να εφαρμόζεται χωρίς συνεχή έλεγχο της προόδου και των αποτελεσμάτων της. Η παρακολούθηση επιτρέπει έγκαιρες διορθωτικές παρεμβάσεις, εντοπισμό δυσλειτουργιών , έγκαιρη αντιμετώπιση συγκρούσεων και εμπλοκών και καλύτερη αξιοποίηση πόρων.

Χωρίς παρακολούθηση, η διοίκηση λειτουργεί στο σκοτάδι. Οι αστοχίες συσσωρεύονται, οι πόροι χάνονται και η πολιτική συζήτηση μετατρέπεται σε αντιπαράθεση εντυπώσεων αντί τεκμηριωμένης αξιολόγησης.

Η παρακολούθηση αποτελεί επίσης όρο διαφάνειας. Οι δημοκρατικοί θεσμοί γίνονται ισχυρότεροι όταν οι αποφάσεις και τα αποτελέσματά τους είναι ορατά και ελέγξιμα. Η ψηφιακή διακυβέρνηση, τα ανοικτά δεδομένα και τα πληροφοριακά συστήματα έχουν σήμερα καθοριστική συμβολή σε αυτή τη διαδικασία.

Κάθε δημόσια πολιτική επομένως πρέπει να αξιολογείται ως προς:

• την αποτελεσματικότητα,

• την αποδοτικότητα,

• τη δικαιοσύνη,

• τη βιωσιμότητα,

• την κοινωνική της επίδραση.

Η αξιολόγηση βοηθά να εντοπιστούν καλές πρακτικές αλλά και αποτυχίες. Επιτρέπει στο κράτος να διορθώνει λάθη και να βελτιώνει τη λειτουργία του. Κυρίως όμως ενισχύει την εμπιστοσύνη των πολιτών, διότι δείχνει ότι οι θεσμοί δεν είναι αδιαπέραστοι και αυτάρεσκοι αλλά πρόθυμοι να λογοδοτήσουν και να εξελιχθούν.

Σε πολλές χώρες, η απουσία αξιολόγησης ως προς τις πολιτικές αλλά και τους θεσμούς, τις διοικητικές διαδικασίες και το ανθρώπινο δυναμικό έχει οδηγήσει σε διατήρηση αναποτελεσματικών δομών, επανάληψη σφαλμάτων και διοικητική αδράνεια. Αντίθετα, τα κράτη που επένδυσαν σε μηχανισμούς αξιολόγησης κατάφεραν να βελτιώσουν σημαντικά τις δημόσιες υπηρεσίες και να ενισχύσουν την εμπιστοσύνη των πολιτών.

Η αντικειμενική αξιολόγηση προάγει και την αξιοκρατία . Όταν οι πολίτες αντιλαμβάνονται ότι το κράτος στελεχώνεται όχι με ρουσφετολογικά, πολιτικά ή στενά κομματικά κριτήρια αλλά με διαφανή  επαγγελματικά ή/και κοινωνικά κριτήρια, ενισχύεται η πίστη  στους δημοκρατικούς θεσμούς και στο πολιτικό σύστημα .

Τέλος, καθοριστικό πέμπτο  στάδιο είναι η Λογοδοσία.

Η λογοδοσία αποτελεί την πεμπτουσία της δημοκρατικής διακυβέρνησης. Σημαίνει ότι όσοι ασκούν δημόσια εξουσία υποχρεούνται να εξηγούν, να αιτιολογούν και να αναλαμβάνουν ευθύνη για τις πράξεις και τις παραλείψεις τους.

Η λογοδοσία λειτουργεί σε πολλά επίπεδα: πολιτικό, οικονομικό, διοικητικό ,κοινοβουλευτικό, δικαστικό, και  κοινωνικό.

Γίνεται ουσιαστική και χρήσιμη όταν  βασίζεται σε συμφωνημένους δείκτες, δεδομένα και μετρήσιμα αποτελέσματα. Δεν αρκούν οι γενικές διακηρύξεις επιτυχίας. Οι πολίτες έχουν δικαίωμα να γνωρίζουν:

•           τι επιτεύχθηκε,

•           με ποιο κόστος,

•           σε ποιο χρονικό πλαίσιο,

•           με ποια κοινωνική αναπτυξιακή επίδραση;

•           ποιος ωφελήθηκε και ποιος ζημιώθηκε;

Χωρίς λογοδοσία, η εξουσία απομακρύνεται από την κοινωνία. Αναπτύσσονται αδιαφάνεια, αυθαιρεσία και διαφθορά. Και τότε η δημοκρατία απονομιμοποιείται στα μάτια των πολιτών.

Η λογοδοσία δεν πρέπει να νοείται μόνο ως καταλογισμός ευθυνών μετά από αποτυχίες. Είναι και μηχανισμός πρόληψης, βελτίωσης και ενίσχυσης της θεσμικής εμπιστοσύνης. Όταν οι πολίτες βλέπουν ότι το κράτος αναγνωρίζει λάθη, διορθώνει αστοχίες και λειτουργεί με διαφάνεια, ενισχύεται η κοινωνική συνοχή και η εμπιστοσύνη στη δημοκρατική διαδικασία.

Γι’ αυτό η επένδυση στη χρηστή και αποτελεσματική διοίκηση δεν είναι τεχνική μεταρρύθμιση δευτερεύουσας σημασίας. Είναι επένδυση στην ίδια τη δημοκρατία. Στην ποιότητά της, στη σταθερότητά της και τελικά στην ικανότητά της να υπηρετεί το δημόσιο συμφέρον και την αξιοπρέπεια του πολίτη.

II   Αναγκαίες Ρήξεις και Προτάσεις

Τι από τα παραπάνω μπορεί να γίνει σήμερα στη χώρα μας; Ποιες οι προτεραιότητες:

Για να μπορέσουμε  να προχωρήσουμε θα πρέπει να αποφασίσουμε να «σπάσουμε αυγά». Αν δεν σπάσει κάποιος αυγά, ομελέτα δεν γίνεται!.

Επιτρέψτε μου επομένως να μοιραστώ μαζί σας τρεις ρήξεις που θεωρώ αναγκαίες για την αντιμετώπιση  παθογενειών που έρχονται από το παρελθόν και τρείς προτάσεις /παρεμβάσεις που μπορεί να αποβούν ωφέλιμες για το παρόν και το μέλλον της χώρας μας.  

         Μακροπρόθεσμη στόχευση και πρόληψη μελλοντικών κινδύνων:

Μετά από 400 χρόνια τουρκικής κατοχής και μιας πολυτάραχης ιστορίας απελευθερωτικού αγώνα, εθνικού διχασμού, εμφύλιου πολέμου, καταστροφών, δικτατορίας, ο χρονικός ορίζοντας μας ως λαός είναι, συγκριτικά με άλλους, ιδιαίτερα βραχυπρόθεσμος. Ό,τι θέλουμε να γίνει επιδιώκουμε να γίνει άμεσα, με θεμιτούς ή αθέμιτους τρόπους, γιατί είμαστε σίγουροι ότι γρήγορα θα αλλάξουν οι συνθήκες και θα κλείσει το παράθυρο ευκαιρίας.

Οι στόχοι που θέτουμε επομένως  αφορούν το σήμερα και το άμεσο μέλλον. Αποφεύγουμε να κάνουμε κινήσεις με μακροπρόθεσμη απόδοση. Γι’ αυτό και δεν συζητάμε για το μέλλον, για την πρόληψη μελλοντικών κινδύνων, για  τον αναγκαίο παραγωγικό μετασχηματισμό και δεν καταπιανόμαστε με παραγωγικές επενδύσεις αλλά με αγοραπωλησίες ακινήτων και χρηματιστηριακών τίτλων.

Διαχειριζόμαστε κρίσεις όταν αυτές ξεσπάνε. Δεν προλαμβάνουμε κρίσεις είτε αυτές αφορούν τα εθνικά μας θέματα, είτε την πιθανή  χρεοκοπία της χώρας, το δημογραφικό ή  την έλευση της Τεχνητής Νοημοσύνης. Απλά αντιδρούμε, συνήθως όψιμα και σπασμωδικά, στην εκάστοτε συγκυρία.

Μπορεί να γίνει κάτι γι’ αυτό;

Ναι, αν μειωθεί η αβεβαιότητα που επικρατεί σε όλα τα πεδία της ζωής μας και εμπεδωθεί σιγά-σιγά η αίσθηση ότι το κράτος προνοεί και προωθεί στόχους και πολιτικές που προάγουν την  ασφάλεια και ευημερία.

Μια σημαντική  παρέμβαση προς αυτή την κατεύθυνση θα ήταν να συσταθεί ένα δημόσιο και ανεξάρτητο Κέντρο Ασφάλειας και Εθνικής Στρατηγικής, που να αναφέρεται στη Βουλή ή ακόμα και στην Ακαδημία κατά τα πρότυπα του CGSP (France Strategie-Commissariat General a la Strategie et a la Prospective) στη Γαλλία η του Κέντρου Στρατηγικής Προοπτικής στη Γερμανία, ενός αντίστοιχου  δημόσιου φορέα ασφάλειας και στρατηγικής πολιτικής.

Με τεκμηριωμένες αναλύσεις των διεθνών και εγχώριων προκλήσεων και ανακατατάξεων,  μετά από διαβούλευση και σε στενή συνεργασία με τους φορείς της διοίκησης και αυτοδιοίκησης,  την επιστημονική κοινότητα και κοινωνικούς φορείς , το Κέντρο θα μπορεί να προβαίνει σε εκτιμήσεις και πιθανά σενάρια για το μέλλον και να αναλάβει  την σύνταξη  Έκθεσης Εθνικής Στρατηγικής που θα κατατίθεται προς έγκριση στη Βουλή και θα αποτελεί βάση για τον αναγκαίο προγραμματισμό πολιτικών , μέτρων και έργων με ορίζοντα επταετίας , για μια περίοδο δηλαδή που θα ξεπερνά τον εκλογικό κύκλο. 

         Στρατηγικός Σχεδιασμός 

 Η  Έκθεση σε πρώτη φάση θα περιλαμβάνει πέντε  κυλιόμενα  Εθνικά  Επιχειρησιακά Προγράμματα  για:

α)  Εθνική, Κοινωνική και Ανθρώπινη Ασφάλεια,

β)  Βιώσιμη Παραγωγική Ανασυγκρότηση,

γ)  Κοινωνική Συνοχή, Άμβλυνση Ανισοτήτων

δ)  Ενδυνάμωση  της Δημοκρατίας και του Κράτους Δικαίου

ε) Προστασία και Ανάδειξη  Πολιτισμικού  Κεφαλαίου,

Η έγκριση και δημοσιοποίηση των επιχειρησιακών προγραμμάτων από την Ελληνική Βουλή θα συντελέσει στη χάραξη εθνικής στρατηγικής για την πρόληψη κινδύνων, την έγκαιρη και αποτελεσματική αντιμετώπιση τους αλλά και τη λήψη πρωτοβουλιών που υπηρετούν το «κοινό καλό».

         Υλοποίηση και παραγωγή   μετρήσιμων αποτελεσμάτων

Αν δεν ξέρεις που πας, τι μετρήσιμα αποτελέσματα  θέλεις να πετύχεις, και τι δυνατότητες έχεις να υλοποιήσεις αυτά που θέλεις,  η συνηθέστερη έκβαση είναι δυστυχώς η πλήρης αποτυχία και εγκατάλειψη των στόχων.

Αν δεν υπάρχει προσδιορισμός μετρήσιμων αποτελεσμάτων, αξιολόγηση πεπραγμένων και επιχειρησιακές διορθώσεις, γρήγορα ή αργά ξεσπάνε κρίσεις.  Μετά από κάθε κρίση ακολουθεί μετάθεση ευθυνών σε τρίτους – σχετικούς ή άσχετους – για να προσδιοριστεί ο ένοχος και να συγκαλυφθούν οι ευθύνες όσων πραγματικά έπρεπε να την είχαν προλάβει. Ακολουθούν εξαγγελίες για μέτρα κάλυψης των ζημιών που συχνά αποδεικνύονται ανεκτέλεστα ή ανεφάρμοστα υπονομεύοντας, ακόμα περισσότερο, την εμπιστοσύνη του πολίτη στο πολιτικό σύστημα , τη δημόσια διοίκηση και τη δημοκρατία.  

Αν δεν υπάρχει επιχειρησιακό σχέδιο με ξεκάθαρες διαδικασίες εφαρμογής και ανάθεση ευθύνης σε συγκεκριμένα άτομα ή φορείς  για την επίτευξη συγκεκριμένου έργου με  απτά και μετρήσιμα αποτελέσματα, κανένας δεν έχει την γνώση, εμπειρία, ή κίνητρο να δράσει έγκαιρα και αποτελεσματικά.

Αξία παράγεται όταν υπάρχει δημιουργία, όταν παράγεται έργο και όχι όταν κάτι απλώς διατυπώνεται ως ευχή ή εξαγγελία

 Η παθογένεια αυτή μπορεί να αντιμετωπισθεί με την   εξειδίκευση των 5 Εθνικών  Επιχειρησιακών  Προγραμμάτων σε επίπεδο κάθε αυτοδιοικητικής περιφέρειας με προσδιορισμό , ωρίμανση και υλοποίηση συγκεκριμένων μέτρων , ενεργειών και επενδύσεων.

 Γιατί άλλες οι προτεραιότητες για την Θεσσαλία και την Πελοπόννησο και άλλες για τη νησιωτική Ελλάδα ή τα ορεινά χωριά της Ηπείρου .

 Οι Αναπτυξιακοί Οργανισμοί που έχουν συσταθεί με τον Ν. 4674/2020 ως Α.Ε ειδικού σκοπού, ιδιωτικού δικαίου, κατάλληλα αναμορφωμένοι ως προς την διοίκηση, την εποπτεία, τη  χρηματοδότηση και στελέχωσή τους, μπορούν να παίξουν ένα σημαντικό ρόλο στη σύνταξη και υλοποίηση κάθε περιφερειακού επιχειρησιακού προγράμματος με τη συμμετοχή των επιμελητηρίων, του ιδιωτικού τομέα και των κοινωνικών φορέων. 

Η υλοποίηση αυτής της πρότασης προϋποθέτει πολιτική βούληση για εγκατάλειψη ενός συγκεντρωτικού κράτους, για ουσιαστική αποκέντρωση, ενδυνάμωση αρμοδιοτήτων των ΟΤΑ , αναδιάρθρωση των διοικητικών διαδικασιών, νέες μορφές οικονομικής και κοινωνικής οργάνωσης όπως πχ κοινωνικές συνεταιριστικές επιχειρήσεις, ανώνυμες εταιρείες συλλογικής διαχείρισης, ενεργειακές κοινότητές, ανοικτές ψηφιακές πλατφόρμες  και απαραίτητη μεταφορά χρηματοδοτικών πόρων.

ΙΙΙ Συμπεράσματα

Στη σημερινή εποχή, οι απαιτήσεις απέναντι στη δημοκρατική διακυβέρνηση έχουν αυξηθεί δραματικά. Οι πολίτες συγκρίνουν πλέον τις επιδόσεις των κρατών διεθνώς. Αξιολογούν την ποιότητα υπηρεσιών, την ταχύτητα ανταπόκρισης, την ψηφιακή εξυπηρέτηση, την ασφάλεια, την κοινωνική προστασία. Η δημοκρατία δεν αρκεί να είναι θεσμικά νόμιμη· πρέπει να είναι και λειτουργικά αποτελεσματική.

Αυτό δημιουργεί μια νέα πρόκληση για τις κοινοβουλευτικές δημοκρατίες: να συνδυάσουν ελευθερία, συμμετοχή και δικαιώματα με διοικητική ικανότητα και αποτελεσματικότητα. Η χρηστή διοίκηση δεν είναι τεχνοκρατική πολυτέλεια. Είναι προϋπόθεση δημοκρατικής βιωσιμότητας.

Ιδιαίτερα σε περιόδους κρίσεων, η σχέση δημοκρατίας και διοικητικής αποτελεσματικότητας γίνεται ακόμη πιο κρίσιμη. Όταν οι θεσμοί ανταποκρίνονται γρήγορα και δίκαια, η κοινωνία συσπειρώνεται και ενισχύεται η εμπιστοσύνη. Όταν όμως το κράτος αποτυγχάνει να προστατεύσει τους πολίτες ή να διαχειριστεί κρίσεις με επάρκεια, τότε ενισχύονται ο κυνισμός, η αποχή, η οργή και συχνά οι αυταρχικές φωνές που υπόσχονται «αποτελεσματικότητα χωρίς δημοκρατικούς περιορισμούς.

Εδώ ακριβώς βρίσκεται και η μεγάλη ιστορική ευθύνη της σύγχρονης κοινοβουλευτικής δημοκρατίας: να αποδείξει ότι μπορεί να είναι ταυτόχρονα ελεύθερη, δίκαιη και αποτελεσματική. Ότι μπορεί να προστατεύει δικαιώματα χωρίς να παραλύει διοικητικά. Ότι μπορεί να συνδυάζει πολιτικό πλουραλισμό με θεσμική συνέχεια και διοικητική επάρκεια.

Η χρηστή διοίκηση επομένως δεν είναι απλώς διοικητικό ζήτημα. Είναι βαθιά πολιτικό και δημοκρατικό διακύβευμα. Αποτελεί τον μηχανισμό μέσω του οποίου οι δημοκρατικές αξίες μετατρέπονται σε χειροπιαστή πραγματικότητα για τον πολίτη.

Μια δημοκρατία που δεν μπορεί να οργανώσει αποτελεσματικά τη δημόσια διοίκηση κινδυνεύει να χάσει την κοινωνική της νομιμοποίηση. Αντίθετα, μια δημοκρατία που συνδυάζει συμμετοχή, διαφάνεια, αποτελεσματικότητα και λογοδοσία γίνεται ισχυρότερη, ανθεκτικότερη και περισσότερο αποδεκτή από την κοινωνία.

Λούκα Τ. Κατσέλη

Εστάλη στην ΟΔΥΣΣΕΙΑ, 21/5/2026 #ODUSSEIA #ODYSSEIA