Δεν είναι η πρώτη φορά που το ζήτημα της αναγέννησης, της Δεύτερης Αναγέννησης, με βασανίζει. Κλείνω τα μάτια σφιχτά. Εικόνες επικαλύπτουν η μια την άλλη. Εικόνες μέρους κοινωνίας που καταβυθίζεται σε χοάνη απορριμμάτων παραλόγου για να καταλήξει στο Μέγα Άγνωστο! Αυτό το Μέγα Άγνωστο όπου οδηγούνται οι πολιτισμοί που παρακμάζουν. Ο Γύφτος «μεθοκόπος, χαροκόπος» σβήνει σε λήθαργο ασυδοσίας και χλιδής, ευκολίας και απολαύσεων ανάμεσα σε «χτίσματα και θάματα… είδωλα πανώρια βάρβαρα». Στη σκάλα του Κακού θρηνεί τον δικό του χαμό. Κι ύστερα «μην έχοντας πιο κάτου άλλο σκαλί να κατρακυλήσει πιο βαθιά» προσμένει το «Κάλεσμα του Λυτρωτή» που μέσα σε ελπίδες ξεπροβάλλει πάντα μετά από όλεθρο.
Οι φυσικοί νόμοι πέφτουν σε αμφισβήτηση. Το πνεύμα δύει κι ο ορίζοντας σκοτεινιάζει. Τα αφύσικα βαφτίζονται ετσιθελικά φυσικά. Τα εξωφρενικά προοδευτικά. Τα πασιφανέστατα ψεύδη αλήθειες! Ό,τι μέχρι τώρα δίδαξαν οι Κλασικοί, διήθησαν οι αιώνες κι επιβεβαίωσαν οι οδοί της αρετής, κρίνεται παρωχημένο και λανθασμένο. Εκβιάζεται η κοινωνία να αποδεχθεί το ανορθόλογο. Πριονίζονται τεχνηέντως οι διανθρώπινες και διαχρονικές Αξίες. Μπολιάσματα χάριν παγκοσμιοποιήσεως στην εθνική ταυτότητα σβήνουν σταδιακά την εθνική συνοχή και τα ηροδοτικά συμπαρομαρτούντα της. Καταργείται ο διαχρονικός νόμος της Ηθικής, της Τάξης, της Δικαιοσύνης, της Δημοκρατίας, της Αρμονίας, του Μέτρου. Υποτιμάται ανενδοίαστα και αισχρά ο νους των νοημόνων. Ο υλισμός υπαγορεύει συμφέροντα, μανία δύναμης, διαφθορά, διαστροφή. Η κλασική Παιδεία επικαλύπτεται από βιοποριστικές ανάγκες που θεοποιούν την τεχνολογία. Στην κορυφή της εκπαίδευσης η εξειδίκευση. Πέραν αυτής, το Τίποτα. Ερωτήματα και προβληματισμοί δεν γεννώνται, δεν υφίστανται. Δεν αναζητούνται απαντήσεις που οδηγούν σε συλλογισμούς, διαλόγους, συνθέσεις, κρίσεις, αποφάσεις. Οι ημιμαθείς πολλαπλασιάζονται κι οι αποβλακωμένοι αποτελούν ομάδα εκρηκτικά διογκούμενη κι αχαρτογράφητη, που υπακούοντας με ασύγγνωστη ηλιθιότητα στον μιμητισμό στολίζεται και περιφέρεται ανόως: εφήμερες εικόνες στο διαδίκτυο -τροφή αλαζονείας-, αυταπάτες και αυτοθαυμασμός, αυταρέσκεια και αυτοϋμνολογία, δράσεις σκοτεινές που κερδίζουν εύκολα τα προς το ζειν -και δη πολυτελώς-, χωρίς κόπο, χωρίς κατανάλωση φαιάς ουσίας –μικροποσοτήτων εν κενώ, εν προκειμένω-. Οι αμοιβάδες, πάντα εν αποικία, σημειώνουν αλματώδη αύξηση χωρίς επίγνωση δυστυχίας, και στέκουν ανίκητες κι επικίνδυνες για το υγιές κομμάτι της κοινωνίας – που αναμφίβολα υπάρχει, αντιστέκεται κι ακολουθεί τις δικές του διαιώνιες και αυταπόδεικτες αρχές –ουαί κι αλλοίμονο εάν δεν υπήρχε!
Το Κακό όταν δεν χτυπά ξαφνικά και δυνατά για να σβηστεί σύντομα, τότε έρπει ύπουλα και κατασπαράσσει σιωπηλά στο υφάδι του χρόνου ό,τι βρει στο διάβα του. Βία και έγκλημα και αγριότητα και χάος συνθλίβουν τον κόσμο στρεβλώνοντάς τον σε απειλή απρόβλεπτη, ακαθόριστη, ακροσφαλή, ανθρωποφθόρα, αφανιστική. Σε αυτό το εκρηκτικό μείγμα, η επιρροή που ασκεί το χρήμα καταδυναστεύει και τους κατέχοντες και τους μη έχοντες. Τους πρώτους λόγω της απληστίας και της προς δόξαν φιλοδοξίας. Τους δεύτερους λόγω της ανάγκης και της στέρησης. Η δύναμή του έχει αποδειχθεί μεγάλη: αυξάνει τον αυταρχισμό, πολλαπλασιάζει τις ανισότητες, κατακτά την εξουσία χρησιμοποιώντας κάθε τρόπο, διαφθείρει κυβερνώμενους και κυβερνώντες. Πλέον στην πολιτική σκηνή, δεν πρωταγωνιστούν Πολιτικοί, αλλά επιχειρηματίες – ανεπαρκείς, αμφιβόλου ηθικής τις περισσότερες φορές κι ανύπαρκτης κοινωνικής συνείδησης-, τα οικονομικά συμφέροντα των οποίων λειτουργούν ως γνώμονας για τη διαμόρφωση των πεπρωμένων εκατομμυρίων ανθρώπων. Οι επιχειρηματίες της πολιτικής που κατοπτεύουν ευκαιρίες για να δρουν, νοιώθουν παντοδύναμοι κυρίαρχοι και καταβυθίζονται στη μέθη της ισχύος. Δίπλα τους οι Αυλές κι πίσω από αυτές κομμάτια της κοινωνίας που μεθούν κι αυτά με σταγόνες δύναμης. Απότοκος αυτών η απώλεια μέτρου κι η φθορά. Αυτή η φθορά του εσωτερικού κόσμου έχει σαν αποτέλεσμα την αμφισβήτηση, την καταπάτηση αιώνιων ηθικών αξιών –ακόμη κι αυτού του ίδιου του χριστιανισμού- που φώτισαν και στήριξαν τον κόσμο για αιώνες, τη γέννηση σύγχρονων προβλημάτων ηθικής χροιάς και την επέλευση ηθικού διχασμού που προκαλεί ανεπανόρθωτες βλάβες στην κοινωνία και υπονομεύει κι αυτό ακόμη το μέλλον λαών κι εθνών.
Μέσα στον παγκόσμιο κυκεώνα οι νέοι αντικρίζουν το Κακό, που επιδέξια μεταμφιεσμένο ώστε να μοιάζει με «Αρετή», έχει ριζώσει γόνιμα στις προηγούμενες γενιές, έχει γιγαντωθεί και ανταμείβεται. Βλέπουν πως ανάπτυξη αποκαλείται η υλική ευημερία η οποία εθελοτυφλεί μπροστά στις τραγικές και δυσεπίλυτες απειλές της ίδιας της επιβίωσης. Πολλοί νέοι διαμαρτύρονται, αντιδρούν, απορρίπτουν πλάνες επιβραβεύσεις γνωρίζοντας πως η Ανάπτυξη είναι απόρροια ορθών ενεργειών και μόνο. Άλλοι όμως με επιπολαιότητα και ακρισία αποδέχονται ό,τι αστραποβολεί και μαγνητίζει. Στον αφρό του ασήμαντου –αναμφίβολα έξω από τον περίβολο της λογικής σκέψης- δοκιμάζουν αυτοί οι τελευταίοι τα όριά τους και μπλέκονται σε πολύπλοκο και πολύμορφο τραγικό χορό συντριβής και αφανισμού.
Κι ύστερα έρχεται στους γεννήτορες, τάχα με απορία κι έκπληξη αντάμα, το ερώτημα: «Ποιός είναι αυτός που πύργους χτίζει στον αέρα με τη φωνή του κράχτη… κι άπρεπων ελπίδων ίσκιους μπροστά στα μάτια μας σαλεύει»; Μα, οι τάχα απορημένοι προπάτορες τον ξέρουν -δικό τους κομμάτι είναι αυτός που έπλασε την ψευδεπίγραφη πρόοδο. Τον είδαν «με μίμους … με νάνους, με του Τσίρκου τους παλιάτσους… μες στον Τσίρκο τον απέραντο που γιορτάζει το μεγάλο το μαγιάτικο γιορτάσι».
Γίνεται αγώνας μέγας και λυσσαλέος σε αυτό το γιορτάσι, το μαγιάτικο, αυτό το διαχρονικό της Πτώσης της Πόλης, για να χάσει ο άνθρωπος, και δη ο νέος, την προσωπικότητά του, τον ύπατο στόχο: την ίδια την ελευθερία του. Παράλογο, αλλά πικρά αληθινό.
Σε τούτον τον αγώνα θέση υψηλή κατέχει η επιστημονικώς εξελιχθείσα προβολή. Πίνουμε ετικέτες. Τρώμε ετικέτες. Φοράμε ετικέτες. Το τραγικό στην υπόθεση είναι ότι νέοι και νέες γίνονται ετικέτες – «brand names» – και καθυποτάσσονται στις άψογες πολυχρωμίες των καιρών μας. Το κυνήγι του εντυπωσιασμού, η εξασφάλιση της ιταμής ευμάρειας και το άμοχθο κέρδος είναι το τυράκι. Επιτήδειοι γυρολόγοι της στράτευσης οι μάγοι του γυαλιού –των σύγχρονων κινητών/και μη μέσων- των σκοτεινών διαδρομών και των ιλουστρασιόν εντύπων, υποδουλώνουν ως εξυπηρετικοί «μαστρωποί» -με ή χωρίς εισαγωγικά πολλές φορές- νέες και νέους παγιδεύοντάς τους σε λαβύρινθο προβλημάτων έξυπνα καλυμμένο, τάζοντάς τους παραμυθική αστερόσκονη, ταΐζοντάς τους με έπαρση, οδηγώντας τους σε νεωτερική μορφή σκλαβιάς. Ζαλισμένοι, εν μέσω καλπασμού απαιτήσεων, από τη φυγή/διαφυγή προς το φαίνεσθαι νομίζουν πως ζούνε τη χαρά, την αρχαία, την αιώνια. Όμως αυτή που ζουν είναι η χαρά του μικρού ανθρώπου, η εθιστική και ατελέσφορη. Ο χώρος του απρόσωπου κόσμου, ο χώρος της δημοσιότητας, πνίγει το άτομο, πνίγει την προσωπικότητα. Ο κόσμος του Νάρκισσου, που παντού αναζητεί το είδωλο του εαυτού του, υποτάσσει την πραγματικότητα σε τεχνητά πανομοιότυπα κατασκευάσματα. Σε αυτήν την άγονη έρημο της ομοιομορφίας οι φευγαλέες λάμψεις των κάθε λογής τεχνητών «ήλιων» σβήνουν – μόνο τα Έργα νικούν τον χρόνο – και τα φώτα, μέσα στη ροή της εξέλιξης, στρέφονται σε άλλες αντιλαμπές πιο δροσερές, πιο φρέσκιες. Τα ξεθωριασμένα πρόσωπα ξεμένουν ενδεή και περιδεή, γυμνωμένα από τη γοητεία που με τόσες θυσίες προσπάθησαν να επιτύχουν πιστεύοντας στην παντοτινή της διάρκεια.
Μέσα από χίλιες μορφές κυριαρχεί το σεξ και διαποτίζει όσο ποτέ στην ιστορία την ψυχική σφαίρα δημιουργώντας διανοητική δηλητηρίαση που μέσω διεφθαρμένης «αγνότητας» καταλήγει στη σεξουαλική αναισθησία και στον σεξουαλικό αποπροσανατολισμό. Η διάδοση του σεξ με τα σύγχρονα μέσα έχει λάβει μορφή πανδημίας και σημαδεύει τη θολή εποχή μας με «φιλιά των άδειων και των παραστρατισμένων», με χαρακτηριστικά χυδαία. Το υποκείμενο, με αυθάδη και ακόλαστη γυμνότητα, μετατρέπεται σε αντικείμενο προς πώληση στον αχόρταγο βωμό της κερδοσκοπικής απληστίας, ενώ η σήψη κατατρώει κορμί και πνεύμα. Ο ερωτισμός, αυτός των ποιητών, αυτός που ξεκινούσε από τα ανώτερα μέρη του σώματος -εκεί όπου κατοικοεδρεύει η υψηλή διανόηση-, που ήθελε χρόνο για να υφανθεί, σεβασμό για να βηματίσει, κι ευγένεια για να ενεργήσει, έχει εγκλωβιστεί στη στιγμή και προσδιορίζεται στα κατώτερα μέρη του σώματος επαληθεύοντας όσο ποτέ τον Schiller που θέλει την πείνα και το σεξ να δίνουν σχήμα στην Ιστορία έχοντας διαμορφώσει την κοινωνία, την οικονομία.
Μέσα στην αχαλίνωτη «ελευθερία» το άτομο, —συνήθως νεαρής ηλικίας—, αποπροσανατολισμένο, ορθώνεται ενάντια στον εαυτό του προσφεύγοντας στον απόκοσμο κόσμο των ψευδαισθήσεων. Σιγά σιγά μεταμορφώνεται σε μέδουσα, με δυνάμεις που απολιθώνουν όποιον το πλησιάσει και το κοιτάξει, χάνει τον πλούτο της υπαρξιακής του παρουσίας, αποχωρίζεται από τη δύναμη που το δημιούργησε κι αναζητεί καταφύγιο σε πιο ισχυρές ουσίες δαιμονικές. Κι ύστερα, στέκει ο «ορατός-αόρατος», απέναντί του κρατώντας ασπίδα γυαλιστερή, μέχρι να καθρεφτιστεί το είδωλο του πλανημένου και να απολιθωθεί. Άκοσμο κι ανίσχυρο πλέον απέναντι στον ίδιο τον εαυτό του, αργά αλλά σταθερά γίνεται εξάρτημα στα χέρια του επιτήδειου «ορατού-αόρατου» που με βούληση αδηφάγα αναζητεί μέσα προς εκμετάλλευση αποσκοπώντας στον δικό του θανατερό πλουτισμό. Χρειάζεται μεγάλη ψυχική και σωματική δύναμη ώστε ο δρόμος να βρει ξανά πορεία γυρισμού από αυτήν την κατάσταση απελπισίας. Δυστυχώς, η επιστροφή οριστικά απαλείφεται –υπάρχει και στην κόλαση φύλακας μεριμνών, «σκυλί που ξέρει … να γλύφη, να λυσσάη, να σπαράζη… καμωμένο… από δόλο»-.
Η οργή που επί μακρόν επωάζεται αποδεσμεύει σωρεία φυσικής ρώμης και οδηγεί σε επιβολή ισχύος με έκρηξη ωμής βίας. Καταργείται ο διάλογος, ακυρώνεται η κατανόηση, εκλείπει ο συμβιβασμός, αναιρείται ο σεβασμός, η ευγένεια αποσύρεται δίνοντας θέση στη σκαιότητα, καταλύονται οι αμοιβαίες υποχωρήσεις, αναστατώνεται η κοινωνική λειτουργία. Η συνείδηση του χάους που ο σύγχρονος κόσμος προσφέρει μαζί με μείγμα ανασφάλειας, ακατάσχετου παραλογισμού και διηνεκούς αμφισβήτησης των πάντων, οδηγούν σε εξάψεις οργής, αδάμαστες, μανιασμένες κι η ψύχραιμη επιχειρηματολογία υποχωρεί μπροστά στη λατρεία και στην επίδειξη της βίας. Η εκδίκηση απλώνει μεφιστοφελικά τη σκοτεινή της κυριαρχία, τυφλώνει κι οπλίζει χέρια. Το μίσος, άλλοτε ως αποτέλεσμα ζήλειας, φθόνου και μικροτήτων, κι άλλοτε ως αποτέλεσμα συσσωρευμένης οδύνης κι εσωτερικών συγκρούσεων αναδύεται και παρασύρει το άτομο σε πράξεις ατιμωτικές.
Δυστυχώς, δεν πλάθονται άτομα πλήρη, ψυχικά και πνευματικά κι υπαρξιακά· άτομα ικανά, με πυκνότητα ηθική, ελεύθερα να σκέφτονται, να κρίνουν, να αποφασίζουν. Πλάθονται –και με τη εμμονική συμβολή του συστήματος εννοείται- άτομα με εσωτερικά κενά όπου βρίσκουν χώρο και εισδύουν οι παρακμιακές «αναπηρίες», το μίσος, το Κακό. Η πρόσβαση στους χώρους του πνεύματος μοιάζει –κι είναι- απροσπέλαστη. Απουσιάζουν οι θεοί από τη ζωή τους, από τα σχέδια, από τα όνειρά τους. Απουσιάζει η αλήθεια, η ελευθερία, ο έρωτας. Δεν έμαθαν τι σημαίνει πραγματική Γνώση, Δημιουργία, Αξιοσύνη, Κόπος, Επιβράβευση ουσιαστική. Δεν διδάσκονται πώς να μετουσιώνουν τις εμπειρίες σε γνωστικές πληροφορίες οι οποίες με τη σειρά τους αποκρυσταλλώνονται σε σύνολο αξιών υγιών και καθορίζουν ορθή και ισορροπημένη συμπεριφορά. Δεν μαθαίνουν πώς να γίνονται φορείς ποιοτικής αλλαγής και να εναρμονίζονται με το χωνευτήρι που αποκαλείται υγιής κοινωνία. Κι όταν, μέσα στην εξελικτική πορεία βρεθούν αντιμέτωπα με δυσκολίες σημαντικές και αναζητήσουν μια γερή βάση, ένα μεγάλο στήριγμα για να καταφύγουν για άντληση δύναμης, πώς και πού και ποιο άραγε θα είναι αυτό;
Αίσθημα βαθιάς, οδυνηρής απογοήτευσης πνίγει τα σκεπτόμενα άτομα όταν βλέπουν μάστιγες να κατατρώγουν τόσο κοντά τον μικρόκοσμό τους και στα πόδια ειδώλων να δολοφονείται η λογική, το ήθος να ασφυκτιεί, να λείπει η τιμιότητα, να θυσιάζεται η ελευθερία. Στενεύει η ανάσα των γενναίων του πνεύματος καθώς βλέπουν να αυξάνεται η αντίφαση ανάμεσα στις Αξίες και στην πραγματικότητα. Ασφυκτιούν και διαμαρτύρονται σπαρακτικά με την πέννα, τον χρωστήρα, τη σμίλη, τις νότες, τις κινήσεις. Αγωνίζονται με τα δικά τους μέσα και αναζητούν διέξοδο με οδηγό την πίστη. Τις περισσότερες φορές όμως τα μέσα αυτά δεν συναντούν τα φώτα της δημοσιότητας και «θνάσκουν σιγαθέντα».
Γνωρίζουν οι σκεπτόμενοι πως η τεχνολογία είναι πλέον ικανή να καταστρέψει και την τελευταία γωνιά της γης. Παράλληλα, η ανθρωπότητα υπνώνει, η βία καταπληγώνει, ο πολιτισμός ζει κι αυτός μια τραγική κρίση μέσω της ολιγοψυχίας του πνεύματος, οι μεγάλες δυνάμεις έχουν εξελιχθεί σε μεγάλες δυνάμεις του Κακού, η σπορά του διχασμού καλά κρατεί την κοινωνία εν ταραχή.
Κι ύστερα έρχεται η μεγάλη σιωπή που απλώς αναμένει καρτερικά την περαιτέρω πτώση. Μετά το κατρακύλισμα στου ολέθρου τη σκάλα βαθιά και πιο βαθιά, θα γίνει αντιληπτό το κάλεσμα του Λυτρωτή και θα έρθει η υπακοή.
«Τα πάντα ρει, μηδέποτε κατά τ’ αυτὸ μένειν». Οι μέρες της αποστασίας από τις Αξίες και τις Αρχές είναι ζήτημα χρόνου να παρέλθουν. Οι γενναίοι δεν συμβιβάζονται με τα καθιερωμένα. Αγωνίζονται να άρουν την παθητική αδιαφορία με την οποία η συλλογική μάζα εθίζεται άκριτα στις επικρατούσες συνθήκες, νιώθουν τον προορισμό τους και την πνευματική τους ευθύνη και τηρώντας κριτική στάση περιμένουν. Αντιλαμβάνονται πως μια επανάσταση του πνεύματος πρέπει να θεμελιωθεί στις συνειδήσεις των ανθρώπων και δη των άγουρων. Όμως, θα πρέπει να έχει προηγηθεί πρόσκληση Στέρεης Υποδομής προς γεννήτορες και δασκάλους, προς αυτούς που δρουν καταλυτικά για να συγκροτήσουν προσωπικότητες, να πλουτίσουν ψυχές με ευγενή συναισθήματα, να εκπαιδεύσουν τον εσωτερικό κόσμο με Λόγο και τους ορίζοντες με Έργα.
Ανά τους αιώνες οι κοινωνίες κυριαρχούνταν από πάθη και συμφέροντα μακράν των πνευματικών κινήτρων. Στα ηνία των κρατών υπήρχαν μορφές αμιγώς πολιτικές. Ωστόσο, στους καιρούς της πλάνης και της αβεβαιότητας τα κέντρα λήψης πολιτικο-κοινωνικών αποφάσεων βρίσκονται στα χέρια επιχειρηματιών και τεχνοκρατών –γεγονός που δεν απαντά στο παρελθόν και δη σε τόση έκταση-. Με πρόσωπα τέτοιων προδιαγραφών σε ύψιστες θέσεις διακυβέρνησης –παγκόσμιας ή μη- δεν επιτυγχάνεται η πνευματική επικράτηση. Δεν υπάρχει θεραπεία με αριθμούς. – Οι νόμοι του πνεύματος είναι διαφορετικοί από τους νόμους των αριθμών-. Η ηθική ανάκαμψη ευοδώνεται μόνον με πνευματικό σεισμό, με ειρηνική εκ θεμελίων μεταρρύθμιση.
Τότε, μέσω τής των αρχαίων ημερών Αρχής θα ανακαθορισθούν οι προσωπικές σχέσεις των ανθρώπων κι αυτές της κοινωνίας. Αυτής –ενν. της κοινωνίας- που στέκει πέρα από τους καιροσκόπους και τους αρνητές της ηθικής αρτιότητας. Να μην ξεχνάμε ποτέ πως πάντα υπάρχουν αυτοί που αγρυπνούν, οι δύσπιστοι των ημερών της σύγχυσης και των τεράτων, που έχουν κρουνούς αγάπης και θάλλει μέσα τους η υπομονή, που πονούν και θλίβονται για τους καταπληγωμένους θεσμούς και προσπαθούν να τους προφυλάξουν από τον παραλογισμό.
Πίσω από Κράτος κι Εξουσία πλατωνικών προδιαγραφών να σταθεί η τάξη των διανοητών -«Εμείς δε γονατίσαμε σκυφτοί τα πόδια να φιλήσουμε του δυνατού, σαν τα σκουλήκια που πατεί μας»-. Μόνον αυτοί, με δύναμη προφητική, γνωρίζουν το χρέος τους –μύηση-, την κατευθυντήριο αποστολή τους –καθοδήγηση-, απέναντι σε πολιτικούς, λαό και νέους – αεί θεμέλιο της κοινωνίας. Αυτοί μπορούν να δώσουν λύσεις θεσμικές, ουσιαστικές, στα πολιτικά και οικονομικά προβλήματα που διαταράσσουν ολοσχερώς την παγκόσμια ζυγαριά μετατοπίζοντας τον πλούτο ανισόρροπα κι οδηγούν σε πολέμους νεο-ιμπεριαλιστικούς. Κι οι ίδιοι μπορούν να προτείνουν ουσιαστικές, εποικοδομητικές και ρεαλιστικές λύσεις στα προβλήματα της παιδείας, της κοινωνίας, του πολιτισμού. Κλειδί των πάντων η αγάπη, η πίστη, η δύναμη της κατανόησης και της συγνώμης. Οι ηγέτες, υπακούοντας σε συμβούλους-Άρχοντες του πνεύματος μπορούν τότε μόνο να κρατήσουν φανάρι. Κι αν μεν το κρατήσουν μπροστά τους, θα ακτινοβολούν, θα γίνουν οι ίδιοι παράδειγμα. Αν το κρατήσουν πίσω τους με τρόπο δαντικό, το φως δεν θα φωτίζει τον δικό τους δρόμο, αλλά θα δείχνει τον δρόμο σε αυτούς που ακολουθούν. Τελικά, είτε με τον ένα είτε με τον άλλο τρόπο θα επανέλθη στις ράγες του ορθού η αλήθεια, ο σεβασμός, η ασφάλεια, η εμπιστοσύνη, η αρετή, η ελευθερία.
Ωστόσο, οι αληθινοί αγώνες του πνεύματος δεν δικαιώνονται αμέσως. Χρειάζεται χρόνος αρκετός για να ωριμάσει η στιγμή της δικαίωσης αυτής που μέλλει να σηματοδοτήσει την έναρξη της Δεύτερης Αναγέννησης. «… για τ’ ανέβασμα ξανά που σε καλεί θα αιστανθής να σου φυτρώσουν, ω χαρά! τα φτερά, τα φτερά τα πρωτινά σου τα μεγάλα»!
Εικών: Ο Φάουστ στον χώρο μελέτης του. Έργο του Ary Scheffer (1795–1858)
Σημ. Τα αποσπάσματα που μεταφέρω διάσπαρτα είναι από τον «Δωδεκάλογο του Γύφτου» (Κωστής Παλαμάς, Άπαντα, Τ. 3ος. Λόγος Όγδοος, Προφητικός, στίχοι 21-26, 73-75, 82-84, 93-96, 487-493). Ο Friedrich Schiller στο ποίημα «Οι σοφοί του κόσμου» αναφέρει πως «ο μηχανισμός του κόσμου κινείται από την πείνα και τον έρωτα» (το χρησιμοποιώ εδώ παραφράζοντάς το). Την δε εικόνα με το φανάρι περιγράφει o Dante Alighieri στη «Θεία Κωμωδία», Καθαρτήριο (Purgatorio), Canto XXIII, στίχοι 121-123.
