/

Ο ζητιάνος της Κεφαλλονιάς

Σε κάποια πατρίδα ανήκω. Το ένστικτο της καταγωγής είναι αυτό που, μέσα στη δίνη των λαών, μου θυμίζει με τι μεγάλωσα. Σε κάθε ανάμνηση της πατρίδας μου, οι λέξεις που αναβλύζουν είναι γοητεία και ομορφιά.

Η Κεφαλλονιά γοητεύει τη νοημοσύνη και συνδέει τα συναισθήματα με τα στοιχεία της. Στη σύνθεση της ζωής και της ταυτότητας σχεδιάζει το μέλλον της.

Στο δείλι, ο ήλιος δημιουργεί αφαιρετικές συνάψεις του τοπίου. Μια σκιά τότε σηκώνεται λυγερόκορμη. Δεν είναι παιχνίδι των αισθήσεων αλλά άνθρωπος, κρυμμένος μέσα στις ελπίδες της ημέρας. Αυτή είναι η μόνη ρωμαλέα της ιδιότητα. Όταν το σκοτάδι απλωθεί, ξεκινά μια μεγάλη πορεία. Γυρνάει όλο το νησί. Όπου βρίσκει μαζεμένους ανθρώπους, στέκεται και ζητάει.

Μοιάζει με αναστημένη φιγούρα, με κάτι παλιό μα και παράξενο. Υπάρχει ένα λάθος, δύσκολο να διακριθεί. Περπατάει αφύσικα, σαν τα χέρια και τα πόδια να μπήκαν ανάποδα και να μην έχουν ακόμα συνηθίσει στη νέα τους θέση. Με δυσκολία τα χέρια τεντώνονται μπροστά. Η σκιά αυτή είναι ένας αλλιώτικος μεταμορφισμός, σμιλεμένος με γνώριμα όμως στοιχεία. Σαν φολκλορική εικόνα που μιμείται το φέρσιμο των νεκρών προγόνων. Οι τουρίστες δεν μπορούν να καταλάβουν τι λέει, οι ντόπιοι τον κοιτούν καχύποπτα. Το μόνο σίγουρο είναι ότι ζητάει• τεντώνει την παλάμη και τσιρίζει παρακαλεστά.

Τέλος του καλοκαιριού. Η περίοδος της οικονομικής και κοινωνικής γονιμότητας φθίνει. Ακόμα όμως οι επιχειρηματίες δουλεύουν ασταμάτητα• οι ντόπιοι που επιστρέφουν για διακοπές βρίσκουν τις τελευταίες ημέρες πατρίδας πριν γυρίσουν στις μεγάλες πόλεις. Οι τουρίστες αφήνονται στον χορό των παραστάσεων.

Ο ζητιάνος περνά από όλες τις τέσσερις μεγάλες πόλεις. Τα σκονισμένα ρούχα του προδίδουν ότι πηγαίνει παντού με τα πόδια. Η αρχαία τετράπολη της Κεφαλλονιάς έρχεται στο νου, αν κάποιος σκεφτεί στρατηγικά σαν νεκρός. Ο ζητιάνος βγάζει κρυφά το GPS. Η τεχνητή νοημοσύνη του έχει φτιάξει ειδικό πρόγραμμα με τις γιορτές και τα πανηγύρια.

Πολλές φορές, στα πανηγύρια, κοιτά παράξενα τους επισκέπτες και την ορχήστρα. Του κάνει εντύπωση που σπάνια ακούει στίχους του μπάλου, του διβαράτικου, του κουτσού. Άλλη φορά είδε χορευτές να προσέχουν το κάθε βήμα, να προχωρούν σεβάσμια, και απόρησε: «Αυτοί γιατί δεν τρέχουν; Γιατί δεν χοροπηδούν; Πώς δείχνουν άραγε τη λεβεντιά τους;»

Στα πανηγύρια μαζεύει χρήματα από τουρίστες αλλά και ντόπιους. Το χέρι τεντώνεται για λίγη ελεημοσύνη — στο τώρα, όχι στη μνήμη. Έβλεπε συχνά φορεσιές. Μόνο που δεν ήταν όλες φορεσιές, αλλά στολές «Αμαλίας». Είχε δει κάποτε τις γριές της Ερύσσου να φοράνε τρία μαντήλια, να σφίγγουν το κεφάλι τους με υφάσματα του τόπου. Εδώ όμως, το ύφασμα ήταν ίδιο για όλους. «Δεν είναι αυτά φορεσιές» είπε σιγανά. «Είναι στολές. Και στολή φοράς για να κρυφτείς, όχι για να φανερωθείς».

Οι νέοι τραβούσαν φωτογραφίες, ανέβαζαν #πανηγύρι, #παράδοση. Ο ζητιάνος τούς κοιτούσε με τα μεγάλα, θολά μάτια του. Ένιωθε πως η ψυχή τους ήταν αλλού, σε μιαν οθόνη. «Όταν είσαι μέσα σε πολλούς και λες πως είσαι μόνος» σκέφτηκε, «τότε πραγματικά είσαι μόνος».

Μένει όλο τον χρόνο στο νησί. Είναι κι αυτός ντόπιος. Έμαθε τη γλώσσα από τα στόματα των ανθρώπων, έζησε την παράδοση των ζωντανών. Μα οι ζωντανοί με τον καιρό έγιναν νεκροί και γέρασε κι ο ίδιος. Μόνη του παράδοση έγινε ο ουρανός, που τόσα χρόνια τον κοιτούσε χωρίς προσδοκία, χωρίς αντάλλαγμα.

Τον Δεκαπενταύγουστο πήρε τον δρόμο για τη Μητρόπολη. Τα τελευταία χρόνια δεν ξενυχτά στο πανηγύρι της Πάστρας. Παλιά, όλο τον Αύγουστο, πήγαινε σε γάμους και βαπτίσεις σε διάφορες εκκλησίες. Μικρές ή μεγαλύτερες, στα χωριά, όποτε άνοιγαν• γιατί πόσες να προλάβει ένας παπάς για όλη την Έρυσσο! Μια εκκλησία κάθε Κυριακή και κάποιες έμεναν αλειτούργητες. Οι εικόνες κάθονταν μόνες, ούτε με αγιαστικό νεοβάπτιστου δεν ευλογούνταν. Και ο Άγιος, που ποτέ δεν κουράζεται, λυπήθηκε που μόνο δαιμονισμένοι πατούσαν το κατώφλι του και όχι άγγελοι που ήθελαν να βαπτιστούν.

Χτύπησε την πόρτα. Κανείς δεν απάντησε. Ένας ιερέας άνοιξε νυσταγμένος, τον κοίταξε και έκλεισε αηδιασμένος. Τι θέαμα ήταν αυτό! Ο ζητιάνος φορούσε μια μπαλωμένη βράκα, ένα κιτρινισμένο πουκάμισο και ένα τουριστικό καπέλο που έγραφε “I love Kefalonia”. Πάνω του κρεμόταν μια πλαστική τσάντα χιαστί, όπου έβαζε τα φιλέματα. Μόλις είδε φως στη σχισμή της πόρτας, ξεκίνησε με τσιριχτή φωνή, σκυμμένος, τα παρακάλια. Όση ώρα η πόρτα ήταν κλειστή, δεν σταμάτησε. Ύστερα από πέντε λεπτά, η πόρτα άνοιξε μια σπιθαμή. Ένα χέρι έβγαλε δύο ευρώ και ένα ξερό κομμάτι άρτου και τα τράβηξε γρήγορα πίσω.

Στην επιστροφή, έκανε το ψωμί θρύμματα και το πέταξε στα πουλιά. Κατευθύνθηκε προς το φέρυ.

Στο καράβι από το Αργοστόλι στο Ληξούρι, τον έβαλαν να καθίσει μαζί με τα αυτοκίνητα. Πάντα πήγαινε εκεί μετά τις είκοσι Αυγούστου. Ήξερε πως θα είχε σίγουρα έσοδα, όχι μόνο από τα πανηγύρια αλλά και από τα μαγαζιά. Στην Παλική οι επιχειρηματίες δεν τον έβλεπαν ανταγωνιστικά.

Μια παρέα στην πλατεία, μπροστά στα παρακάλια του, του φώναξε: «Μάθε τη γλώσσα ωρέ, κι όπως τη μάθεις, έλα μετά να ζητάς». Ο ζητιάνος άνοιξε τα ικετευτικά μάτια του και απάντησε: «Τη γλώσσα σας μιλάω, γενναίοι του μπρακαλεόνε».

Γυρνούσε ιδιαίτερα το καλοκαίρι όλα τα χωριά, ακόμη και εκείνα με πέντε κατοίκους και χίλιες ενοικιαζόμενες κατοικίες.

Με τον καιρό οι κάτοικοι εξοικειώθηκαν μαζί του. Το χειμώνα, επειδή ήταν ο μόνος που κυκλοφορούσε συνέχεια, ξεχνούσαν την απόκοσμη μορφή του. Οι νέοι τον μάθαιναν μέσα από τον μεταμορφισμό του και γνώριζαν αυτό το νέο είδος ανθρώπου. Στις Απόκριες, πολλοί ντύνονταν ζητιάνοι. Έτσι, σιγά σιγά, ο ζητιάνος άρχισε να γεμίζει όλο και πιο πολύ την τσάντα του με φιλέματα. Πλούτιζε. Σε μια κρυφή γωνιά, άγνωστη σε όλους, έκρυβε τον θησαυρό του. Μα ήταν δύσκολο να ξεχωρίσει κανείς πάνω του την αξία.

Δεν φοβόταν. Ο τόπος, όσο κι αν ερήμωνε, πάντα θα ξεδίψαγε τον ταξιδιώτη που αναζητούσε να ακούσει το ομηρικό τραγούδι, να ζήσει την κατάνυξη, να πάρει μια στάλα μνήμης. Αυτή η πατρίδα μάγευε πέρα από τις αισθήσεις.

Οι γιορτές και τα έθιμα, όσο κι αν βίωναν μεταμορφισμούς, δεν έχασαν ποτέ το σύγχρονο τους κίνητρο. Μέσα σε αυτό, κι εκείνος έβρισκε τρόπο να ανήκει. Ο ζητιάνος πλέον δεν ενοχλούσε. Άνηκε. Μέρος της παράδοσης έγινε, κι ας μην άνηκε σε αυτήν. Ήθελε να αποπνέει ελεημοσύνη• όμως κάπου βαθύτερα καταλάβαινε πως το πραγματικό δώρο δεν ήταν το κέρμα, αλλά η μνήμη.

Ο ζητιάνος περπατούσε ολοένα και πιο συχνά στις πλατείες, εκεί όπου οι δήμοι κρεμούσαν αφίσες με μεγάλα γράμματα: «Πολιτιστικό Καλοκαίρι». Στα μάτια των ξένων όλα έμοιαζαν χαρούμενα• φώτα, σκηνές, μεγάφωνα. . «Παράσταση στη μοίρα, όχι στην αξία», μονολογούσε.

Κι όμως, υπήρχαν στιγμές που η αλήθεια ζωντάνευε. Σε κάποια πανηγύρια, σε κάποια βραδινά τραγούδια, σε σιγοψιθυριστές προσευχές. Μια φορά, σε χωριό της Παλικής, άκουσε σκορτσάμπουνο και φλογέρα να παίζουν με το βιολί. Οι γυναίκες κρατούσαν παλιά μαντήλια στο χορό, όχι φτιαγμένα για σκηνή αλλά για ζωή. Τα λόγια του τραγουδιού μιλούσαν για γάμους, για χωρισμούς, για το ψωμί που δεν φτάνει. Ο ζητιάνος στάθηκε ακίνητος, χωρίς να ζητήσει τίποτα. Εκείνη την ώρα δεν ήταν ζητιάνος• ήταν άνθρωπος που ανήκε.

Τότε κατάλαβε: η παράδοση δεν είναι αναβίωση• είναι δημιουργία. Δεν είναι το καλούπι που σμιλεύει, αλλά το χρώμα που ζωγραφίζει. Κι αν η ουσία χαθεί, χάνεται όχι το παρελθόν αλλά το μέλλον.

Ο ζητιάνος φύλαξε αυτά τα λόγια μέσα του σαν θησαυρό. Γιατί ήξερε πως το μεγαλύτερο φίλεμα δεν είναι το ψωμί ούτε τα κέρματα, αλλά η μνήμη που χαρίζεις στον άλλον. Και σε κάθε του πορεία, από χωριό σε χωριό, από πανηγύρι σε πανηγύρι, κουβαλούσε αυτή τη μνήμη σαν δώρο: το δώρο της παράδοσης, που δεν ζητά ελεημοσύνη αλλά προσφέρει την ψυχή του τόπου.

Κι όσο περνούσαν τα χρόνια, έβλεπε καθαρότερα πως η παράδοση δεν ζητούσε σωτηρία. Δεν ήταν τραύμα να επουλωθεί ούτε σάβανο να διατηρηθεί ανέπαφο. Ήταν ρίζα που έβγαζε κλαδιά• κλαδιά που άνθιζαν αλλιώς κάθε εποχή. Η αξία της δεν βρισκόταν στα μουσειακά αντίγραφα, μα στη δύναμη να γεννά καινούριες μορφές ζωής. Τόσο πολύ έβαλε μέσα του αυτήν την αλήθεια, που το χρυσάφι που μάζεψε δεν τον ένοιαζε πια.

Ο ίδιος, που ξεκίνησε ως σκιά και έγινε φολκλορική φιγούρα, είχε πια μεταμορφωθεί σε καθρέφτη του τόπου. Όπως η γλυπτική αποκαλύπτει μορφή αφαιρώντας πέτρα, κι όπως η ζωγραφική χτίζει κόσμους με χρώμα, έτσι κι η παράδοση έπλαθε ταυτότητα• όχι σκαλίζοντας το χθες, αλλά δημιουργώντας το αύριο.

Η καινοτομία της δεν ήταν αυθαίρετη. Ήταν ακολουθία λογική, χτισμένη στο χώμα, στο αλάτι, στη μνήμη. Και κάθε φορά που γεννιόταν από την ουσία της, δεν λύγιζε μπροστά στη φθορά. Δεν ήταν πρόβλημα που γύρευε σωτήρα• ήταν κληρονομιά που ζητούσε συνδημιουργό.

Ο ζητιάνος, κουβαλώντας την τσάντα του γεμάτη φιλέματα, κατάλαβε πως ο αληθινός θησαυρός δεν ήταν το κέρμα αλλά η στρατηγική του μέλλοντος: να ζει την παράδοση μέσα στο παρόν, να τη δίνει στους νέους όχι σαν μάθημα αλλά σαν ανάσα. Γιατί μόνο έτσι η ταυτότητα μένει μοναδική και δεν διαλύεται στην ανωνυμία των εθνών.

Στην τελευταία του πορεία, εκείνο το φθινόπωρο που οι πλατείες άδειαζαν, ο ζητιάνος έμοιαζε λιγότερο ζητιάνος και περισσότερο μάρτυρας μιας αλήθειας: ότι η παράδοση δεν είναι για να σωθεί, αλλά για να σωθεί μέσα από αυτήν ο άνθρωπος. Και τότε η Κεφαλλονιά, με τα βουνά, τα χωριά και τα τραγούδια της, έλαμπε στα μάτια του όχι σαν τόπος, αλλά σαν δώρο• ένα δώρο της ελληνικής ψυχής προς την ανθρωπότητα.

Χαραλαμπία Καρούσου Τσελέντη

Εστάλη στην ΟΔΥΣΣΕΙΑ, 30/8/2025 #ODUSSEIA #ODYSSEIA