Προτοῦ προχωρήσωμεν εἰς τό «Ὁδοιπορικόν ἐν Ἑλλάδι» τοῦ μεγάλου Γάλλου ἱστορικοῦ, φιλοσόφου, πολιτικοῦ καί θρησκευτικοῦ ἀνδρός François-Auguste-René de Chateaubriand πιστεύω ὃτι πρέπει νά προβῶμεν πρῶτον εἰς μίαν σύντομον βιογραφίαν του, διά νά ἒχωμεν μίαν πληρεστέραν ἀντίληψιν τοῦ μεγάλου αὐτοῦ τέκνου τῆς Γαλλίας.
ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ: Ὁ François-René de Chateaubriand, τόν ὁποῖον διά συντομίαν ἐνίοτε θά ἀναφέρωμεν εἲτε ὡς François-René ἢ ἁπλῶς René, εἲτε de Chateaubriand ἢ ἁπλῶς Chateaubriand, ἐγεννήθη τῷ 1768 εἰς Saint Malo τῆς Βρετάνης, ἦτο δέ γόνος παλαιᾶς οἰκογενείας εὐγενῶν. Ὑπῆρξε τό 10ον τέκνον τῆς οἰκογενείας. Ἒζησε τά νεανικά του ἒτη εἰς τήν πολίχνην Comburg τῆς Βρετάνης εἰς ἓν πολύ αὐστηρόν περιβάλλον. Ὡς ἒφηβος ἐφοίτησεν εἰς τά κολλέγια τῶν πόλεων Dinan καί Rennes. Εἰς δέ ἡλικίαν 17 ἐτῶν ἠκολούθησε στρατιωτικάς σπουδάς καί μετά ὑπηρέτησεν εἰς τό Cambrai (Nord-Pas-de-Calais) ὡς ἀνθυπολοχαγός. Ἀνέλαβεν ὑπηρεσίαν εἰς Παρισίους τῷ 1788 εἰς ἡλικίαν 20 ἐτῶν, ὃπου ἐκεῖ ἒζησεν ἐκ τοῦ πλησίον τά αἱματηρά γεγονότα τῆς Γαλλικῆς Ἐπαναστάσεως τῷ 1789, κατά τήν διάρκειαν τῆς ὁποίας ἀπώλεσε πολλούς συγγενεῖς καί φίλους του. Αὐτό τόν ἐπηρέασε πολύ, διότι παρ’ ὃλας τάς φιλελευθέρας ἰδέας του, ἦτο καί παρέμεινεν «ὀπαδός τῆς συνταγματικῆς μοναρχίας».
Τῷ 1791 ἀποφεύγων τό τότε ἀνατρεπτικόν ῥεῦμα, τό ὁποῖον συνεκλόνιζε τό Παρίσι, ἀνεχώρησεν εἰς Ἀμερικήν, ὃπου ἐμελέτησε τήν ζωήν, τά ἢθη καί ἒθιμα τῶν ἰθαγενῶν κατοίκων της καί ἀπετύπωσε πάντα ταῦτα εἰς τρία βιβλία του ἐπί τῇ βάσει τῶν ἐκεῖ ἐντυπώσεών του (τά βιβλία Les Natchez, Atala καί René).
Τό ἑπόμενον ἒτος τῷ 1792, ἐπιστρέφει εἰς Γαλλίαν. [ὃπου οἱ ἰδικοί του τόν νυμφεύουν μέ τήν Céleste Buisson de la Vigne.] Κατατάσσεται εἰς τόν Στρατόν τῶν Ἀποδήμων (Armée des émigrés), ἢτοι τῶν Ἐξορίστων Εὐγενῶν, οἱ ὁποῖοι ἦσαν ὑπέρ τοῦ Βασιλέως, καθώς ὁ François-Auguste-René de Chateaubriand ἦτο ἀκραιφνής βασιλικός. Εἰς σύγκρουσιν μέ τούς ἐπαναστάτας τραυματίζεται καί πρός ἀποφυγήν χειροτέρων καταστάσεων καί ἀπαγχονισμοῦ του ὑπό τοῦ καθεστῶτος τοῦ Ροβεσπιέρου καταφεύγει εἰς Ἀγγλίαν. Ἐκεῖ συγγράφει τῷ 1797 τήν μελέτην του Essai historique sur les Révolutions, (Ἑλλην.: Ἱστορικόν Δοκίμιον ἐπί τῶν Ἐπαναστάσεων), εἰς τό ὁποῖον τοποθετεῖται ἀνεπιφυλάκτως ἐναντίον τῶν ἐπαναστάσεων. Τῷ 1798 εὑρισκόμενος ἀκόμη εἰς Ἀγγλίαν ἐκφράζει εὐκρινῶς τάς ἀπόψεις του καί ὑπέρ τῆς Χριστιανικῆς Θρησκείας, καί δή τῆς Καθολικῆς, ὁπότε ἐπιστρέφων εἰς Γαλλίαν μετά δύο ἒτη, τῷ 1800, κατόπιν τῆς δοθείσης ἀμνηστίας εἰς τούς εἰς τό ἐξωτερικόν εὑρισκομένους ἀντιφρονοῦντας πρός τήν Ἐπανάστασιν Γάλλους, συγγράφει τῷ 1802 ἓν ἀξιόλογον ἒργον ὑπό τόν τίτλον Le génie du Christianisme, ἢτοι Τό Μεγαλοφυές Πνεῦμα τοῦ Χριστιανισμοῦ. Τό ἒργον αὐτό εἶχε πολύ μεγάλην ἀπήχησιν μεταξύ τοῦ Γαλλικοῦ λαοῦ καί ἀνεθέρμανε καί πάλιν τόν Χριστιανισμόν καί τήν πίστιν τῶν Γάλλων εἰς τήν Ἐκκλησίαν καί τά θεῖα, [καθώς ὡς γνωστόν, ὁ Χριστιανισμός κατεπολεμήθη ὑπό τῶν ἐπαναστατῶν καί ἐσυλήθησαν πλεῖστοι ναοί καί ἱερωμένοι ἀπεκεφαλίσθησαν.]
Ὡς ἐκ τοῦ ἒργου του αὐτοῦ καί τῶν θρησκευτικῶν πεποιθήσεών του ἐστάλη ὑπό τοῦ Ναπολέοντος ὡς διπλωματικός ἀκόλουθος εἰς τήν Ῥώμην καί μετά εἰς τό Valais τῆς Ἑλβετίας. [Ἐν τῷ μεταξύ διεκόπησαν αἱ σχέσεις του μέ τόν Ναπολέοντα καί] Τῷ 1806 προέβη εἰς ταξείδιον εἰς τήν Ἀνατολικήν Μεσόγειον μέ προορισμόν τούς Ἁγίους Τόπους, [οἱ ὁποῖοι πάντοτε τόν εἳλκυον,] ἒχων ὡς ἐνδιάμεσον σταθμόν τήν Ἑλλάδα καί διά [τῆς Κωνσταντινουπόλεως καί] τῶν παραλίων τῆς ἀρχαίας Ἰωνίας καί τῆς Μικρᾶς Ἀσίας κατηυθύνθη εἰς Ἱερουσαλήμ.
Τό βιβλίον τῆς περιηγήσεώς του ταύτης φέρει τόν τίτλον: « Itinéraire de Paris à Jérusalem … en allant par la Grèce et revenant par l’Egypte … » (Ἑλληνιστί: Ὁδοιπορικόν ἀπό Παρισίους εἰς Ἱερουσαλήμ … διά μέσου Ἑλλάδος …. καί ἐπιστρέφων διά τῆς Αἰγύπτου»). Ὡς ἀνέφερον, [ἢδη,] ὁ François-[Auguste]-René [de Chateaubriand] ἦτο βαθύτατα θρησκευόμενος καί φιλοβασιλικός. [Ὡς Ὑπουργός ἠκολούθησε τόν Λουδοβῖκον 18ον (XVIII) εἰς τήν ἐξορίαν του τῶν 100 Ἡμερῶν εἰς τήν πόλιν Gand (Ἑλλην. Γάνδην) εἰς Βέλγιον τῷ 1815.]
Ἐπανελθόντος εἰς Παρισίους ἐσυνέχισεν ὑπηρετῶν τήν Πολιτικήν. Διετέλεσε Πρέσβυς εἰς Βερολῖνον τῷ 1821 – 22 καί εἰς τό Λονδῖνον τῷ 1822. Ἀπό τόν Δεκέμβριον τοῦ ἰδίου ἒτους 1822 ὑπῆρξεν Ὑπουργός τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Γαλλίας μέχρι τοῦ Ἰουνίου τοῦ 1824. Ὡς θά ἐνθυμῶνται οἱ ἀγαπητοί ἀκροαταί οἱ παρευρεθέντες εἰς τήν διάλεξιν τοῦ ὁμιλοῦντος πρό δύο ἐτῶν διά τόν Ἰωάννην Καποδίστριαν καί τήν φιλοξενίαν τῶν Ὑπολειμμάτων τοῦ Ἱεροῦ Λόχου ἐπί ἑξάμηνον εἰς Ἑλβετίαν, ὁ δώσας τήν διαταγήν ἐλευθέρας διαβάσεως τῶν Ἱερολοχιτῶν διά τοῦ ἐδάφους τῆς Γαλλίας πρός Μασσαλίαν ἦτο ὁ Φιλέλλην Ὑπουργός τότε τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Γαλλίας Vicomte (Ὑποκόμης) François – Auguste – René de Chateaubriand, [ἐνεργῶν τήν 28ην Μαΐου, 1823, κατά παραβίασιν τῶν δεσμεύσεων τῆς Γαλλίας πρός τήν νικήτριαν τῆς Γαλλίας Ἱεράν Συμμαχίαν (la Sainte Alliance), καθώς ἡ Γαλλία ἐβοήθησε τήν Ἐπανάστασιν τῶν Ἑλλήνων.]
[Ἐπανερχόμενοι εἰς τό θέμα μας πρέπει νά ἀναφέρωμεν, ὃτι ἐπί τῇ βάσει τῶν πληροφοριῶν καί τῶν ἐμπειριῶν τάς ὁποίας ὁ de Chateaubriand ἀπέκτησεν ἐπί τόπου εἰς Ἱερουσαλήμ καί ἐν γένει εἰς τούς Ἁγίους Τόπους συνέγραψε τῷ 1809 τό ἐξαιρετικόν θρησκευτικοῦ περιεχομένου ἒργον του Les Martyrs ou Le Triomphe de la Religion Chrétienne, ἢτοι Οἱ Μάρτυρες ἢ ὁ Θρίαμβος τῆς Χριστιανικῆς Θρησκείας.]
Εὑρίσκομεν ἀκόμη τόν François-René de Chateaubriand πρωτοστατοῦντα εἰς Εὐρώπην ὑπέρ τῆς Ἀνεξαρτησίας τῆς Ἑλλάδος κατά τά ἒτη 1824 – 1827, ἱδρύσας μέ τόν Ἀδαμάντιον Κοραῆν τήν Φιλελληνικήν Ὀργάνωσιν τῶν Παρισίων, ὀνομασθεῖσαν Société Philanthropique en faveur des Grecs, ἢτοι Φιλανθρωπική Ἑταιρεία ὑπέρ τῶν Ἑλλήνων. Τῷ 1825 ὑπερασπιζόμενος τόν ἀγῶνα τῶν Ἑλλήνων διά τήν Ἐλευθερίαν των ἀπό τούς Τούρκους δημοσιεύει τό ἐξαίρετον σύγγραμμα του « Note sur la Grèce », ἢτοι Ὑπόμνημα περί τῆς Ἑλλάδος. [Τό βιβλίον αὐτό εἶχε πολύ μεγάλην ἀπήχησιν καί τό ἲδιον ἒτος ἐπανεξεδόθη μέ ἐμπλουτισθέντα τίτλον «Appel en faveur de la cause sacrée des Grecs », ἢτοι Ἒκκλησις ὑπέρ τῆς Ἱερᾶς Ὑποθέσεως τῶν Ἑλλήνων». Σημειωτέον ὃτι τό «Ὑπόμνημα περί τῆς Ἑλλάδος» μετεφράσθη πρῶτον εἰς τήν Ἑλληνικήν ὑπό τοῦ Ἀδαμαντίου Κοραῆ.]
Μετά τάς πολύ ἀναγκαίας αὐτάς εἰσαγωγικάς πληροφορίας προχωροῦμεν εἰς τό «Ὁδοιπορικόν τοῦ 1806» καί συγκεκριμένως τό ἀφοροῦν τήν ἐπίσκεψίν του εἰς Ἑλλάδα, τό περιεχόμενον τοῦ ὁποίου ὃλους ἡμᾶς ὡς Ἓλληνας μᾶς ἐνδιαφέρει ἰδιαιτέρως, ἀλλά πιστεύω καί τούς ἀγαπητούς φίλους Γάλλους καί Ἑλβετούς κ.λ. φιλομαθεῖς ξένους.
ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟΝ εἰς ΕΛΛΑΔΑ τῷ 1806 – Ἒτος Ἐκδόσεως 1811 ἐν Παρισίοις: Ὡς ἀναφέρει ὁ René de Chateaubriand εἰς τήν ἀρχήν τοῦ ἒργου του, ἀνεχώρησεν ἀπό τό Παρίσι τήν 13ην Ἰουλίου 1806, καί κατηυθύνθη κατά πρῶτον εἰς Μιλᾶνον φθάσας εἰς Βενετίαν τήν 23ην Ἰουλίου, 1806. Μετά ἀπό πενθήμερον παραμονήν του εἰς αὐτήν μετέβη εἰς Τεργέστην, ἀπ’ ὃπου τήν 1ην Αὐγούστου, 1806, «τό ἀναχωροῦν Αὐστριακόν πλοῖόν των ἒβαλε πλώρην μέ οὒριον ἂνεμον, ὡς γράφει, ἡ ὣρα μία μετά τά μεσάνυκτα, διά τό ταξείδιόν των εἰς τήν Μεσόγειον μέ πρῶτον σταθμόν τήν Ἑλλάδα.»
Κατά τήν τετάρτην ἡμέραν τοῦ ταξειδίου των ἢρχισαν νά συνάζωνται σύννεφα καί μέχρι τάς 7 τό βράδυ εἶχεν ἐκσπάσει εἰς τήν Ἀδριατικήν μία τρομερά καλοκαιρινή καταιγίς μέ ῥαγδαίαν βροχήν καί ἀλλεπαλλήλους βροντάς καί κεραυνούς, οἱ ὁποῖοι διεδέχοντο ὁ εἷς τόν ἂλλον. Τοιαύτη ἦτο ἡ κακοκαιρία κατά τήν διάρκειαν τῆς νυκτός, πού ὁ πλοίαρχος συνεκέντρωσε τό πλήρωμα καί τούς ἐπιβάτας τελέσας κατανυκτικήν θρησκευτικήν προσευχήν διά τήν σωτηρίαν ὃλων.
Τέλος, ἡ θερινή κακοκαιρία ἐκόπασε ἐπικρατήσασα ἀπόλυτος νηνεμία. Τήν 5ην Αὐγούστου τό πλοῖόν των ἒφθασε εἰς τάς πύλας τῆς Ἀδριατικῆς ἢ Στενά τοῦ Ὀτράντο, ὡς ἐλέγοντο, δηλ. ἀπέναντι τοῦ ἀκρωτηρίου Ὀτράντο. [«Καί ἐγώ», λέγει ὁ de Chateaubriand, « ἢμην εἷς ταξειδιώτης, περνῶν ἐπάνω ἀπό τά ἐσβησμένα ἲχνη τῶν πλοίων, πού τά ἂστατα κύματα μετέφερον κατά τήν Ἀρχαιότητα τούς μεγάλους ἂνδρας τῆς Ἑλλάδος καί τῆς Ἰταλίας, πηγαίνων νά εὓρω καί ἐγώ τάς Μούσας εἰς τήν πατρίδα των».] [Μεταξύ τῶν μεγάλων ἀνδρῶν, οἱ ὁποῖοι διέβησαν διά τῶν στενῶν τοῦ Ὀτράντο, ἀναφέρει τόν Πυθαγόραν, τόν Ἀλκιβιάδη, τόν Σκιπίωνα, τόν Καίσαρα, τόν Πομπήϊον, τόν Κικέρωνα, τόν Ὁράτιον καί τόν Βιργίλιον, πού εἶχον διέλθει ἀκριβῶς ἀπό τήν ἰδίαν θάλασσαν ἀκολουθοῦντες τήν ἰδίαν πορείαν.]
Ὁ René de Chateaubriand ἠρέσκετο πάντοτε εἰς τό νά συνδυάζῃ τάς ὡραίας σκηνάς πού ἐζοῦσε μέ ἀναφοράς εἰς στίχους καί ῥήσεις ἀρχαίων Ἑλλήνων καί Λατίνων ποιητῶν καί συγγραφέων. Εἶμαι βέβαιος, ὃτι θά ἐντυπωσιασθῆτε μέ τάς ἀναφοράς του ὡς καί διά τήν εὐρυμάθειαν τοῦ ἀνδρός. [Ὑπῆρξε πράγματι φαινόμενον ἐμβριθείας γνώσεων.] Ἒτσι ὃταν ἢκουσεν ἓνα ναύτην νά τραγουδᾷ τούς στίχους τοῦ Torquato Tasso ἀπό τό 7ον ᾎσμα τοῦ ἒργου του «Ἐλευθερωμένη Ἱερουσαλήμ»: « Intanto Erminia infra l’ombrose piante… », (Ἑλληνιστί:. Ἐν τῷ μεταξύ, ἡ Ἐρμίνια, κάτω ἀπό σκιερά φυτά ….) εἶχε κάνει μεγάλην ἐντύπωσιν εἰς τόν de Chateaubriand τό γεγονός, ὃτι εἷς ἁπλοῦς ναυτικός ἐτραγούδα διά ὡραῖα τοπία τῆς ξηρᾶς.
Μέ τό ᾆσμα τοῦ ναύτου ὡς ἀφορμήν μᾶς ἀναφέρει ἀκόμη ὃτι καί ὁ Θεόκριτος ἐτοποθέτησε τούς ποιμένας του εἰς τήν ἂκρην τοῦ κύματος. Λέγει δέ ὃτι καί ὁ Βιργίλιος ἠθέλησε νά συνδυάσῃ τήν ξεκούρασιν τοῦ γεωργοῦ μέ τήν ἐργασίαν τῶν ναυτικῶν. Καί παραθέτει ἀπό τά «Γεωργικά» τοῦ Βιργιλίου τούς κατωθι στίχους:
« Invitat genialis hyems, curasque resolvit :…
[Ceu pressae cum jam portum tetigere carinae,
Puppibus et laeti nautae omposuere coronas ».]
Ἐν μεταφράσει:
«Ὁ χειμών τούς καλεῖ εἰς τήν χαράν καί διώχνει μακρυά τάς ἒγνοιας
ἒτσι ὃταν αἱ βάρκαι, πού εὑρίσκονται εἰς τήν θάλασσαν,
πιάνουν ἐπί τέλους λιμάνι,
οἱ ναῦται χαρούμενοι βάζουν λουλουδένια στεφάνια στήν πρύμνη των».
Πλέοντες νοτιώτερον μέ οὒριον ἂνεμον ἒφθασαν εἰς τήν νῆσον Φανόν, τούς σημερινούς Ὀθωνούς, ἂλλως γνωστοί εἰς ἀρκετούς καί ὡς ἡ νῆσος τῆς Καλυψοῦς. [δηλ. ἐκεῖ ὃπου ὁ Ὀδυσσεύς ἒκλαυσε πολύ νοσταλγῶν τήν ἐπιστροφήν του εἰς τήν πατρίδα του Ἰθάκην.] Εἰς τό θέμα αὐτό ἀναφέρει ὁ de Chateaubriand μίαν σοβαράν διάστασιν ἀπόψεων μεταξύ τῶν λογίων τῶν Ὁμηρικῶν Ἐπῶν. Πρέπει, γράφει, νά δεχθῶμεν τήν περιγραφήν τοῦ Ὁμήρου εἰς τήν Ὀδύσσειαν (Ῥαψ. Ε281), ὃτι «εἲσατο δ’ ὡς ὃτε ῥινόν ἐν ἡεροειδέϊ πόντῳ», δηλ. τά βουνά τῆς Κερκύρας, βλεπόμενα ἀπό τήν νῆσον Φανόν ἦσαν τόσον πλησίον, πού ὡμοίαζον κατά τόν Ὃμηρον «ὡς ἀσπίδα εἰς τό πέλαγος τό ἀχνόν ἀφημένη». Ὃμως ὁ ἱστορικός Προκόπιος [εἰς τό ἒργον του «Ὑπέρ τῶν πολέμων λόγοι»] θεωρεῖ, ὃτι ἡ νῆσος Ὀθωνοί ἢ Φανός ἦτο ἡ Νῆσος τῆς Καλυψοῦς. Ὃμως ἐδῶ ὑπάρχει σοβαρά ἀντίρρησις μεταξύ τῶν μελετητῶν διά τήν ὀνομασίαν τῆς Νήσου Φανός ἢ Ὀθωνοί ὡς τῆς Νήσου τῆς Καλυψοῦς. [καί ὑπάρχει αὐτό τό λάθος δυστυχῶς καί εἰς κάποιους παλαιούς χάρτας. Διατί ἦτο λάθος ἡ ἂποψις αὐτή;] Διότι ἐπ’ οὐδενί τρόπῳ θά ἐχρειάζετο ὁ Ὀδυσσεύς, μάλιστα δέ ἒχων καί οὒριον ἂνεμον, ὃταν ἀνεχώρησεν ἀπό τήν νῆσον Φανόν ἢ Ὀθωνοί, 18 ὁλοκλήρους ἡμέρας διά νά διασχίσῃ μίαν τόσον μικράν ἀπόστασιν – [πού εἶναι ἀπό τήν νῆσον Φανόν ἢ Ὀθωνοί] διά νά φθάσῃ εἰς τήν Κέρκυραν. [δηλ. τήν Νῆσον τῶν Φαιάκων.] Ἑπομένως λανθασμένως ἐπιστεύετο ὑπό τινων ὃτι ἡ νῆσος Φανός ἢ Ὀθωνοί, ἦτο ἡ Νῆσος τῆς Καλυψοῦς.
Τοὐναντίον ὁ de Chateaubriand θεωρεῖ, ὃτι ὁ ἀρχαῖος ἱστορικός Στράβων ἒχει ἀπόλυτον δίκαιον νά ἐπισημαίνῃ, ὃτι ἡ ἀκριβής θέσις τῆς Νήσου τῆς Καλυψοῦς πρέπει νά ἦτο εἰς θαλασσίαν περιοχήν βορείως τῆς Ἀφρικῆς, δηλ. εἰς τάς Πελαγίους Νήσους, ἐκεῖ ὃπου εἶναι σήμερον ἡ Νῆσος Λαμπεδοῦσα. Τό αὐτό ὑποστηρίζει καί ὁ ἐξαίρετος Ἰρλανδός μελετητής Robert Wood (1717 – 1771) τοῦ 18ου αἰῶνος, ὡς καί μεταγενέστεροί του Ὁμηρικοί μελετηταί. Διότι ἐάν ἡ νῆσος Ὀθωνοί ἢ Φανός ἦτο ἡ Νῆσος τῆς Καλυψοῦς, ὁ Ὁδυσσεύς δέν θά ἐχρειάζετο 18 ἡμέρας, ὡς ἀναφέρει καί ὁ Ὃμηρος, μέχρι τήν γειτονικήν Κέρκυραν καί μάλιστα ἒχων οὒριον ἂνεμον! Τοὐναντίον 18 ἡμέραι ἀπό τήν περιοχήν τῶν Πελαγίων Νήσων, ὃπου ἡ Λαμπεδοῦσα καί πλησίον ἡ Μάλτα, μέχρι τήν Κέρκυραν ἦτο πολύ λογικός χρόνος ταξειδίου διά τήν τότε ἐποχήν.
Ἐπανερχόμεθα εἰς τό ταξείδιον τοῦ de Chateaubriand. Τό βράδυ ἐκείνης τῆς ἡμέρας εἰς τά ἀνοικτά τοῦ Φανοῦ καί τῆς Κερκύρας ὑπῆρξε τό πρῶτον βράδυ τῆς εἰσόδου του εἰς τά χωρικά ὓδατα τῆς Ἑλλάδος. Ἀναφέρει δέ ὃτι: «Τά ἀστέρια διεπερνοῦσαν τό ἓν μετά τό ἂλλον τό θαλάσσιον στερέωμα». Τό θέαμα ἦτο ὑπέροχον. Ἦσαν βλέπετε μέσα Αὐγούστου καί θά ἐθαύμαζεν εἰς τόν κατακάθαρον νυκτερινόν οὐρανόν τῆς Ἑλλάδος τά πεφταστέρια – τάς λεγομένας Περσίδας, πού διέσχιζον τό σκοτεινόν στερέωμα καί ἐφώτιζον τήν νυκτερινήν ἀτμόσφαιραν μέ ἀλληλοδιαδεχομένας ἐντυπωσιακάς τροχιάς φωτός μοναδικῆς ὀμορφιᾶς.
Παιρνῶντες ἀπό τήν Κέρκυραν ὁ François-René μᾶς ἀναφέρει κάποιας πολύ ἐνδιαφερούσας πληροφορίας διά τήν νῆσον. Μᾶς λέγει μεταξύ ἂλλων, ὃτι ὁ Μέγας Ἀλέξανδρος προτοῦ ἐνηλικιωθῆ ἐπεσκέφθη καί παρέμεινεν ἀρκετόν χρόνον εἰς τήν Κέρκυραν. Ὃτι πολλοί Κερκυραῖοι [ἢ Κορκυραῖοι] ἒλαβον μέρος εἰς Ὀλυμπιακούς ἀγῶνας, ὃπου πρωτεύσαντες ἐστεφανώθησαν. Ὃτι ἡ Ἐκκλησία τῆς Κερκύρας εἶναι ἡ μόνη πού δέν ὑπέστη διώξεις ὑπό τοῦ Διοκλητιανοῦ. Ὃτι ἀκόμη ἡ Ἁγία Ἑλένη, ἡ μήτηρ τοῦ Αὐτοκράτορος Μεγάλου Κωνσταντίνου, ἀπό τήν Κέρκυραν ἀνεχώρησε διά τό προσκύνημά της εἰς τούς Ἁγίους Τόπους περάσασα τότε, ὡς ὃλοι γνωρίζομεν, καί ἀπό τήν Κύπρον. [(Σημ. ὁμιλητοῦ: Διά τήν Κέρκυραν θά ἢθελεν ὁ ὁμιλῶν νά προσθέσῃ καί τό μέγα θαῦμα τοῦ πολυούχου Ἁγίου της, Ἁγίου Σπυρίδωνος, ὃστις κατεβύθισε μέ σφοδροτάτην καταιγίδα τόν Τουρκικόν στόλον πού τήν εἶχε καταλάβει, ἒχοντες σχέδιον οἱ Τοῦρκοι νά ἐπιτεθῶσιν μετά καί νά καταλάβωσιν τήν Ἰταλίαν καί ἂλλα Εὐρωπαϊκά ἐδάφη ἐξορμῶντες ἀπό τήν Κέρκυραν.] Παρακαλῶ νά σημειωθῆ ὃτι κατά τήν διάρκειαν τῆς παρούσης διαλέξεως ὁ ὁμιλῶν θά διατυπώνῃ τά συμπεράσματά καί παρατηρήσεις του, ὑπό τύπον Σημειώσεων τοῦ ὁμιλητοῦ.)
Ὃταν ἒπνευσε καί πάλιν οὒριος ἂνεμος ἒβαλον πλώρην ἀπό Κέρκυραν πρός Κεφαλληνίαν καί Ἰθάκην, τήν πατρίδα τοῦ Ὀδυσσέως. Περιπλέοντες τήν Ἰθάκην ἐχαιρέτισε, γράφει ὁ René, τήν καλύβην τοῦ ἀφωσιωμένου ὑπηρέτου τοῦ Ὀδυσσέως Εὐμαίου, πού πλησίον της ὑπῆρχεν ὁ τάφος τοῦ πιστοῦ σκύλου τοῦ Ὀδυσσέως, τοῦ Ἂργου. Συνεχίζοντες τό ταξείδιόν των νοτιώτερον κατηυθύνθησαν πρός τήν νῆσον Ζάντε, δηλ. τήν Ζάκυνθον, ἡ ὁποία ἀναφέρεται εἰς τόν Ὃμηρον ὡς «ὑλήεσσα», ἢτοι δασώδης, καί ἐπίσης ὁ Βιργίλιος τήν χαρακτηρίζει «nemorosa», ἢτοι ἀλσώδη. [Κατά τήν Ῥωμαϊκήν ἀρχαιότητα εἰς τήν Ζάκυνθον κατέφευγον οἱ Ῥωμαῖοι ἐξόριστοι.] Διά δέ τόν Κικέρωνα ὑπῆρχεν ἡ ἐκδοχή, ὃτι αἱ στάκται του ηὑρίσκοντο τεθαμμέναι ἐκεῖ. Οἱ Ῥωμαῖοι τήν ἀπεκάλουν Isola d’Oro (Χρυσῆ Νῆσος) καί Fior di Levante (Ἂνθος τῆς Ἀνατολῆς).
Ἐξ ἂλλου ἡ ὀνομασία Ζάκυνθος [(Zante)] παραπέμπει εἰς τό ἂνθος «ὑάκινθος». Ἂλλη ἐκδοχή λέγει, ὃτι ἒλαβε τό ὂνομά της ἀπό τόν Ζάκυνθον, τόν υἱόν τοῦ Δαρδάνου, βασιλέως τῆς Τροίας, ὃστις ὡδήγησε καί ἐγκατέστησε πολλούς Τρῷας ἐκεῖ. Ὁ de Chateaubriand ἀναφερόμενος εἰς τό τί παράγει ἡ Ζάκυνθος, ὁμιλεῖ διά τάς σταφυλάς της, αἱ ὁποῖαι ἦσαν ἐξαιρέτου ποιότητος καί συνηγωνίζοντο αὐτάς τῆς Κορίνθου. Ὑπάρχει ἀκόμη μία ἀναφορά εἰς τό «Ὁδοιπορικόν» τοῦ Chateaubriand διά τήν Ζάκυνθον, ἡ ὁποία πολύ μέ ἐνετυπωσίασεν: Εἶμαι δέ βέβαιος ὃτι καί σᾶς θά ἐντυπωσιάσῃ. [ἀγαπητοί ἀκροαταί, ὃταν θά τό πληροφορηθῆτε:] Μᾶς λέγει λοιπόν, ὃτι ἡ Ζάκυνθος ἦτο φημισμένη κατά τήν ἀρχαιότητα καί διά «τάς πηγάς τοῦ πετρελαίου της», κατά τήν ἐποχήν τοῦ Ἡροδότου! Δηλ. ὁ ἱστορικός Ἡρόδοτος κάνει ἀναφοράν εἰς τάς πηγάς πετρελαίου τῆς Ζακύνθου! Ἐν ἂλλοις λόγοις εἰς ἐποχάς πού δέν ὑπῆρχον μηχαναί, ἡ Ζάκυνθος ἦτο πετρελαιοπαραγωγός περιοχή! Ἂς ἒχουσι τοῦτο ὑπ’ὂψιν των αἱ ἐν Ἑλλάδι κυβερνήσεις!
Μέ συνεχιζόμενον εὐνοϊκόν ἂνεμον κατηυθύνθησαν πρός τόν Μωρέαν. Τήν 10ην Αὐγούστου 1806 ἀντίκρυσαν τά βουνά τῆς Ἠλείας καί περί τήν 10ην πρωϊνήν ηὑρίσκοντο πρό τῆς ἀρχαίας Πύλου, ἢτοι τοῦ Ναυαρίνου, πού ἦτο «κρυμμένον», ὀπίσω ἀπό τήν νῆσον Σφακτηρίαν. Ταξειδεύοντες νοτιώτερον περί τήν μεσημβρίαν ἠγκυροβολήσαμεν, λέγει, εἰς τήν σχηματιζομένην διώρυγα μεταξύ τῆς Μεθώνης εἰς τήν ἠπειρωτικήν Πελοπόννησον καί τῆς νήσου Σαπιέντζα. Ἡ Μεθώνη ἦτο ἡ νοτιώτερον κειμένη πολίχνη εἰς τήν δυτικήν πλευράν τοῦ πρώτου ἐκ τῶν 3 νοτίων ἂκρων τῆς Πελοποννήσου.
Διά τήν Μεθώνην οἱ ἀρχαῖοι ἱστορικοί καί ποιηταί ἐλάχιστα ἀναφέρουσιν. Ὁ Θουκυδίδης ἀναφέρει πῶς κάποιαι ὁμάδες στρατιωτῶν ἐκ Μεθώνης ἒλαβον μέρος εἰς τόν Πελοποννησιακόν πόλεμον παρά τό πλευρόν τῶν Σπαρτιατῶν. Ὁ δέ ἱστορικός Διόδωρος Σικελιώτης γράφει ὃτι ὁ Σπαρτιάτης στρατηγός Βρασίδας ὑπερησπίσθη τήν Μεθώνην εἰς μίαν ἐπίθεσιν τῶν Ἀθηναίων. [Τῷ 1124 μ.Χρ. κατελήφθη ὑπό τῶν Ἑνετῶν, ἐνᾧ τῷ 1498 ὑπό τοῦ Μωάμεθ Β΄. Τῷ 1688 τήν κατέλαβε καί πάλιν διά τούς Ἑνετούς ὁ Μοροζίνι, τήν ἐπανεκατέλαβον ὃμως οἱ Τοῦρκοι τῷ 1715, μέχρι τήν ἀπελευθέρωσιν τῆς Πελοποννήσου κατά τήν Ἑλληνικήν Ἐπανάστασιν τῷ 1821.]
Ἂς ἲδωμεν ὃμως τά τῆς ἀφίξεως τοῦ René de Chateaubriand εἰς τήν πόλιν. [Μέ βάρκαν ὁ Chateaubriand μαζί μέ τόν καπετάνιον ἐπλησίασαν τήν ἀποβάθραν τῆς Μεθώνης, ἡ ὁποία ἐκ πρώτης ὂψεως ἐφαίνετο ἒρημος.] Πλησιάζοντες εἶδον ἐκεῖ ἓνα μικρόν ἀριθμόν Τούρκων στρατιωτῶν, πού ἦσαν ἡ φρουρά τοῦ λιμένος [ὡς καί μερικούς ἀργοσχόλους Τούρκους.] Φθάνοντες ἐζήτησαν νά ἰδῶσι τόν ἀγάν τῆς πόλεως. Παιρνῶντες ἀπό κακομοιριασμένα σοκάκια, «ἒβλεπον τούς Ταρτάρους τῆς Μεθώνης», ὡς τούς ἀποκαλεῖ ὁ Chateaubriand, «καθισμένους ἐμπρός ἀπό τήν ἐξώπορταν τῶν οἰκιῶν των, ἐπάνω σέ πάγκους ἢ ξύλινα τραπέζια, μέ τά πόδια σταυρωμένα στήν σκιάν λερωμένων τεντῶν.» [Ἂλλοι ἐκάπνιζαν ἀφῃρημένοι τόν ναργιλέν των καί ἂλλοι ἒπιναν τόν καφέν των».]
Φθάνοντες εἰς τό σπίτι τοῦ ἀγᾶ, τόν ὁποῖον περιγράφει ὡς «ἓνα κακομοίρην, θρονιασμένον ἐπάνω σέ κάτι, πού ὡμοίαζε μέ κρεβάτι», τοῦ ἐξήγησαν τόν λόγον τοῦ ταξειδίου των. Ὁ ἀγάς τούς ἀπήντησεν ὃτι θά τούς ἒδιδεν ἂλογα, διά νά μεταβῶσιν εἰς τήν Κορώνην εἰς τήν ἀνατολικήν πλευράν τοῦ ἀκρωτηρίου. Ἐκεῖ ὑπῆρχε Γαλλικόν Προξενεῖον καί ὁ Πρόξενος Monsieur Vial θά τούς ἐβοήθει μέ ὃ,τι ἐχρειάζοντο διά τήν συνέχισιν τοῦ ταξειδίου τοῦ Chateaubriand καί τῆς περιηγήσεώς του. Ὃμως ἐδίσταζον νά διασχίσωσι διά ξηρᾶς τήν ἂγνωστον εἰς αὐτούς περιοχήν ἀπό Μεθώνην εἰς Κορώνην.
Ὁ ἀγάς τούς καθησύχασε, ὃτι πλέον ὑπῆρχεν ἀπόλυτος ἀσφάλεια, διότι ὁ πασάς τοῦ Μωρέως μέ στρατόν ἐξωλόθρευσεν ὃλους τούς ληστάς, περίπου πεντήκοντα, πού ἐλυμαίνοντο τήν περιοχήν. Ἐπειδή δέ ὁ Πασάς δέν ἐξεχώριζε ποῖοι εἰς τήν περιοχήν ἦσαν οἱ λησταί καί ποῖοι οἱ ἀθῶοι χωρικοί, ἐσκότωσεν ὃλον τόν πληθυσμόν τῆς περιοχῆς. Μεταξύ δέ αὐτῶν ἦσαν καί 300 ἀθῷοι Ἓλληνες χωρικοί, πού οὐδεμίαν σχέσιν εἶχον μέ τούς ληστάς! Γράφει ὁ de Chateaubriand: «Αὐτό διά τήν Τουρκικήν ἀντίληψιν περί δικαιοσύνης!»
[Ἡ ὁμάδα ἐπροχώρει πάντοτε μέ τήν ἑξῆς σειράν: Ἐπί κεφαλῆς της ἒφιππος ἦτο ὁ Ἓλλην ὁδηγός, ὃστις ἐκράτει ἀπό τά γκέμια ἓν δεύτερον ἂλογον, ἐν περιπτώσει κάποιου ἀτυχήματος ἑνός ἐκ τῶν ἀλόγων τῆς ὁμάδος. Δεύτερος, ἠκολούθει ὁ Τοῦρκος συνοδός ἀσφαλείας των καλῶς ὡπλισμένος. Ἠκολούθει ὁ René de Chateaubriand φέρων καί αὐτός τά ὃπλα του. Τελευταῖος ἦτο ὁ συνοδός των, ὃστις ἐγνώριζε τά μέρη τῆς διαδρομῆς των διά νά τούς καθοδηγῇ. Ὠνομάζετο Ζοζέφ καί ἦτο Μιλανέζος. Ἑκάστη διαδρομή των ἐκάλυπτε περίπου 8 – 10 λεύγας ἡμερησίως, δηλ. 24 – 30 μίλια, εἰς τό μέσον δέ τῆς ἀποστάσεως ἐσταμάτουν διά ξεκούρασιν.]
Ἐνᾧ ἦτο ἀκόμη βαθύ σκοτάδι ἐξεκίνησεν ἡ ὁμάς των ἀπό τήν Μεθώνην διά τήν Κορώνην, πρός συνάντησιν τοῦ Γάλλου Προξένου κ. Vial. Διασχίζοντες ἂλλοτε μέν ἐλαιῶνας καί ἂλλοτε ὑψηλά βουνά μέ γκρεμούς ἢ ἀγόνους περιοχάς, ἢρχισαν ἐν τέλει νά κατηφορίζωσι πρός τήν Κορώνην, ὃπου ἒβλεπον εἰς τό βάθος κάτω χαμηλά τόν λιμένα τῆς πόλεως. Εἰς Κορώνην ἒτυχον πολύ θερμῆς ὑποδοχῆς ὑπό τοῦ Γάλλου Προξένου κ. Vial, εἰς τόν ὁποῖον ὁ René de Chateaubriand παρέδωσε τήν συστατικήν ἐπιστολήν τοῦ Ὑπουργοῦ Ἐξωτερικῶν τῆς Γαλλίας Ἐξοχωτάτου κ. de Talleyrand-Périgord διά νά τήν δεικνύῃ εἰς τούς Προξένους τῆς Γαλλίας πρός καλυτέραν φροντίδα καί ἐξυπηρέτησίν του. Ὁ κ. Βιάλ ἐφιλοξένησε τόν René de Chateaubriand εἰς τήν οἰκίαν του. [καί ἀντικατέστησε τόν Τοῦρκον ὁδηγόν μέ ἰδικόν του, πλέον ἒμπιστον καί ἱκανόν.] Ἀπό τό παράθυρον τοῦ δωματίου του ὁ de Chateaubriand ἒβλεπε νά ἁπλώνηται ἒμπροσθέν του ἡ μαγευτική θάλασσα τῆς Μεσσήνης «ζωγραφισμένη μέ τό πιό ὂμορφον Γαλάζιον Χρῶμα, πού εἶδε ποτέ.» (Σημ. ὁμιλοῦντος: Αὐτήν τήν ἀναφοράν διά τό ὡραιότερον Γαλάζιον χρῶμα τῶν Ἑλληνικῶν θαλασσῶν, πού εἶδε ποτέ ὁ πολυταξειδευμένος François-[Auguste]-René de Chateaubriand, πρέπει νά τό ἒχῃ πολύ καλῶς ὑπ’ ὂψιν του ὁ κ. Erdogan, ὃτι τό εἶπεν ἂλλος, πολύ περισσότερον μορφωμένος ἀπό αὐτόν, ὁ Γάλλος πολυτάξειδος περιηγητής René de Chateaubriand πρό 220 ἐτῶν, καί μάλιστα διά τήν Ἑλλάδα καί ὂχι διά τήν Τουρκίαν, τήν ὁποίαν ἐπίσης ἐπεσκέφθη. Ἡ ἀκριβής περιγραφή τοῦ de Chateaubriand εἰς τά Γαλλικά εἶναι: « Je voyais de ma fenêtre la mer de Messénie peinte du plus bel azur ». Ὁ Erdogan ἦλθε καί πάλιν δεύτερος εἰς τό Γαλάζιον χρῶμα, τό ὁποῖον ἒχουσιν αἱ μοναδικαί Ἑλληνικαί θάλασσαι. Βεβαίως οἱ Τοῦρκοι εἶναι παγκοσμίως γνωστοί ὡς εἰδικοί εἰς τήν κλοπήν παντός ἀγαθοῦ, ὑλικοῦ ἢ πνευματικοῦ, ἀπό τάς χώρας πού ἒχουν κυριεύσει καί καταληστεύσει μέ τάς σφαγάς των. Εἶναι καλῶς γνωστή ἡ περίπτωσις προσφάτως τῆς Ἁγίας Σοφίας καί τῆς Μονῆς τῆς Χώρας εἰς Κωνσταντινούπολιν ὡς καί ἡ ἒμμεσος ἀπειλή ἐφέτος διά τήν Παναγίαν Σουμελᾶ εἰς Καππαδοκίαν.)
[Ὁ de Chateaubriand ἀπό τῆς πλευρᾶς του ἐπανέλαβε τό γραφέν ὑπό τοῦ ἀρχαίου ἱστορικοῦ Πολυβίου ὃτι «ἡ χιονισμένη ὀροσειρά τοῦ Ταϋγέτου, συνεκρίνετο μέ τάς Ἂλπεις». Καί συνεχίζει: «Πόσας σκέψεις φέρει εἰς τόν νοῦν ἡ θέα τῶν ἐρειπωμένων ἀκτῶν τῆς Ἑλλάδος, ὃπου σήμερον δέν ἀκούεις παρά τό αἰώνιον σφύριγμα τοῦ ἀνέμου καί τόν ἀναστεναγμόν τῶν κυμάτων!».] [Ὁ κ. Βιάλ τήν ἑπομένην ἐξενάγησε τόν Chateaubriand εἰς τήν Κορώνην, πού δέν εἶχε πλέον ἀρχαῖα ἐρείπια, ἀλλά «ἦτο εἷς σωρός ἀπό νεώτερα».]
Τήν 12ην Αὐγούστου, μετά τά μεσάνυκτα, ἀνεχώρησαν ἀπό τήν Κορώνην μέ ἓν καΐκι, τό ὁποῖον θά τούς μετέφερεν εἰς Μεσσήνην εἰς τάς ἐκβολάς τοῦ Παμίσου ποταμοῦ. Εἶχε μαζί του συστατικήν ἐπιστολήν καί τοῦ Γάλλου Προξένου κ. Βιάλ πρός τόν πασάν τοῦ Μωρέως εἰς Τριπολιτσάν, ἡ ὁποία ἦτο ὁ προορισμός των. Προχωροῦντες ἐπέρασαν ἀπό τά ἐρείπια τῆς ἀρχαίας Μεσσήνης, τῆς πατρίδος τοῦ Ἀριστομένους, τήν ὁποίαν εἰς τήν ἀρχαιότητα ὠχύρωσε κατά πρῶτον ὁ Γενναῖος Στρατηγός Ἐπαμεινώνδας. Κατά τούς μετέπειτα συνεχεῖς πολέμους τῶν Μεσσηνίων μέ τούς Λακεδαιμονίους, οἱ Μεσσήνιοι ἐν τέλει ἡττήθησαν καί ὁ ἡγέτης των Φιλοποίμην συνελήφθη, ἐκακοποιήθη ὑπό τῶν Λακεδαιμονίων καί τόν ἠνάγκασαν νά πίῃ τό κώνειον. Ὁ Πλούταρχος ἀπεκάλεσε τόν Φιλοποίμενα, ὡς «τόν Τελευταῖον τῶν Ἑλλήνων».
Διελθόντες παραλλήλως τοῦ ὂρους Ἰθώμη, πού εἶχεν ὑψόμετρον 800 μέτρα, ἐσυνέχισαν τήν πορείαν των καί ἒφθασαν εἰς τούς πρόποδας τοῦ Λυκαίου ὂρους, πού ἦτο εἰς τά ἀριστερά τῆς διαδρομῆς των. Φθάσαντες εἰς τά ὃρια τῶν Νομῶν Μεσσηνίας καί Ἀρκαδίας ἐκεῖ ὑπῆρχον «δύο σειραί παράλληλα βουνά – τό Ἑρμαῖον ὂρος». Ἀνάμεσά
των δέ ὑπῆρχεν ἓν φαράγγι, τό ὁποῖον ἐσχημάτιζεν ἓν στενόν πέρασμα. Πράγματι ἦτο μία πολύ ἐπικίνδυνος διέλευσις μέ μεγάλον κίνδυνον δι’ ἐπιθέσεις ληστῶν καί δι’ αὐτό ἡ μικρά ὁμάς των ἐπροχωροῦσε μέ τό δάκτυλον εἰς τήν σκανδάλην τῶν ὃπλων. Εὐτυχῶς ὃμως δέν συνέβη τίποτε. [Εἰς τό μέσον τῆς διαδρομῆς τοῦ φαραγγίου ὑπῆρχεν ἓν Τουρκικόν χάνι, ὃπου κατ’ ἀνάγκην διενυκτέρευσαν, παρ’ὃλην τήν μεγάλην ἀκαθαρσίαν του καί τήν ἀηδίαν, πούς τούς προεκάλει.]
Τά χαράματα τῆς 13ης Αὐγούστου [ἀνεχώρησαν καί] προχωροῦντες καί πάλιν εἰσῆλθον εἰς ἓν δάσος μέ μεγάλας βαλανιδιάς, ὃπου καθήμενον εἰς τήν κορυφήν ἑνός πολύ ὑψηλοῦ δένδρου εἶδον γαντζωμένον ἓνα τεράστιον ἀετόν. Ὁ Chateaubriand σημειώνει: «Ἦτο ἐκεῖ ὡσάν νά ἐπερίμενε τό πέρασμα κάποιου ἀρχαίου οἰωνοῦ».
[Ὁ ἣλιος τοῦ Αὐγούστου μᾶς κατέκαιε, λέγει ὁ Chateaubriand. Εἰς τούς θάμνους ὑπῆρχον πολυάριθμα τζιτζίκια, πού ἐσταματοῦσαν τό τερέτισμά των ὃταν ἐπλησιάζομεν καί τό ἐπανήρχιζον ὃταν ἀπεμακρυνώμεθα. Κατά τά ἂλλα ἠκούοντο μόνον τά βήματα τῶν ἀλόγων ἐπάνω στά λιθόστρωτα τοῦ δρόμου.] [Καί ἀκόμη τό συνεχές λυπημένον τραγούδι τοῦ ὁδηγοῦ των, τό ὁποῖον ἢρχιζε μέ τό: «Ἡ καρδιά μου ἀπ’ τά δεσμά της γητευμένη …» καί τό ῥεφρέν ἐτελείωνε μέ τάς λέξεις: «Πάντα! Πάντα!». Τό Ἑλληνικόν μοιρολόγι ἒφερεν εἰς τήν ἐνθύμησιν τοῦ Chateaubriand ἓνα στῖχον τοῦ Βιργιλίου ἀπό τάς «Ἐκλογάς» του: «Soliti periti cantare, Arcades ! », ἢτοι «Μόνον σεῖς γνωρίζετε νά τραγουδᾶτε, ὦ Ἀρκάδες!».]
Πλησιάζοντες τήν Τριπολιτσάν εἰς τόν δρόμον συνέβη ἓν περιστατικόν μέ δύο Τούρκους ἀξιωματικούς, τό ὁποῖον εἶναι πολύ ἐνδιαφέρον καί θά σᾶς τό ἀναφέρω: Αὐτοί ὃταν εἶδον τόν Chateaubriand τοῦ ἐζήτησαν τά ὃπλα του καί βεβαίως αὐτός ἠρνήθη νά τούς τά δώσῃ. Τότε εἶπον εἰς τόν Τοῦρκον συνοδόν τοῦ Chateaubriand, ὃτι τά ἐζήτησαν ἀπό περιέργειαν, διά νά τά περιεργασθῶσι καί ὃτι καί αὐτός θά μποροῦσε νά περιεργασθῇ τά ἰδικά των ὃπλα. Ἐφ’ ὃσον λοιπόν ἦτο θέμα ἀνταλλαγῆς ὃπλων καί περιεργείας, ἀντήλλαξαν τά ὃπλα των. Οἱ Τοῦρκοι περιειργάσθησαν τά Γαλλικά ὃπλα δι’ ἀρκετήν ὣραν καί εἰς μίαν στιγμήν ἐπυροβόλησαν πρός τό μέρος τοῦ Chateaubriand μέ τήν σφαῖραν νά φεύγῃ ἐπάνω ἀπό τό κεφάλι του. Ὁ de Chateaubriand γράφει, ὃτι οἱ πάντες τόν εἶχον προειδοποιήσει νά μήν ἀφήσῃ ποτέ ἓνα Τοῦρκον νά ἀστειευθῇ μαζί του, διότι ἂλλως θά ἐξετίθετο εἰς χιλίους ἐξευτελισμούς. Ἡ συμβουλή ἦτο: «Εἷς Τοῦρκος ὃσον βολικός γίνεται, ὃταν βλέπῃ ὃτι δέν τόν φοβᾶσαι, τόσον προσβλητικός γίνεται ἐάν ἀντιληφθῇ τό ἀντίθετον, ὃτι τόν φοβᾶσαι». «Ἒτσι καί ἐγώ», λέγει ὁ Chateaubriand, «ἀνταπέδωσα τό ἂσχημον πείραγμά των.» Ὣρμησε μέ τό ἂλογόν του κατ’ ἐπάνω των καί τούς ἒριξε μέ τά ἰδικά των ὃπλα διαγωνίως, πολύ κοντά εἰς τό πρόσωπον, ὣστε «τό καψούλι τοῦ ὃπλου ἒκαψε τά μουστάκια τοῦ ἑνός». [Οἱ Τοῦρκοι ἀνησύχησαν πολύ καί ἒμαθον ἀπό τόν ὁδηγόν, ὃτι ὁ ξένος ἦτο Γάλλος.] Συμπληρώνει ὁ de Chateaubriand: «τότε δέν ἒμεινε τουρκική εὐγένεια πού νά μή μοῦ τήν κάνουν». Τοῦ προσέφερον ναργιλέν, τοῦ ἐγέμισαν τά ὃπλα καί τοῦ τά ἐπέστρεψαν!
Εἶναι πολύ χρήσιμη ἡ συμβουλή καί ἡ ἐμπειρία τοῦ Chateaubriand μέ τούς Τούρκους στρατιωτικούς. Εἰς προκλήσεις των δέν χωρεῖ ὑποχωρητικότης. Αὐτό πρέπει νά τό ἒχωμεν ὑπ’ ὂψιν μας οἱ νεώτεροι Ἓλληνες, ἀλλά καί οἱ Εὐρωπαῖοι. Πολύ ὀρθῶς ἒπραξαν ἐδῶ τά Η.Ε. μέ τούς Τούρκους εἰς τήν Πύλαν.
Στήν Τριπολιτσάν ἒφθασαν τήν 13ην Αὐγούστου 1806 καί τήν ἐπαύριον ἐπεσκέφθη τόν Δραγομᾶνον τοῦ Πασᾶ τοῦ Μωρέως. [Αὐτός κατόπιν δυσκολιῶν τῆς γνωστῆς Τουρκικῆς γραφειοκρατίας τοῦ διηυθέτησε συνάντησιν μέ τόν Ὀσμάν Πασᾶν.] Ὁ Πασᾶς μετά τήν ἀνάγνωσιν τῆς ἐπιστολῆς τοῦ Γάλλου Προξένου, Κου Vial, ὑπῆρξε πολύ φιλικός καί τοῦ ἐξεμυστηρεύθη, ὃτι εἰς τήν μάχην τοῦ Ἀμπουκίρ εἰς τήν Αἲγυπτον συνελήφθη αἰχμάλωτος ὐπό τῶν Γάλλων καί ὃτι οἱ Γάλλοι τοῦ συμπεριεφέρθησαν μέ μεγάλην εὐγένειαν καί αὐτό δέν τό ἐλησμόνησε. Τοῦ ὑπεσχέθη δέ νά τοῦ δώσῃ τάχιστα τήν συστατικήν ἐπιστολήν διαβάσεώς του ἀπό τόν Ἰσθμόν τῆς Κορίνθου πρός Στερεάν Ἑλλάδα. Ἡ ἐπιστολή τοῦ ἐδόθη τήν 15ην Αὐγούστου, δηλ. ἀμέσως ἐντός μιᾶς ἡμέρας.
[Εἰς τό σημεῖον αὐτό ὁ René de Chateaubriand κάνει δύο παρατηρήσεις, πού θά πρέπῃ νά σᾶς ἀναφέρω. Ἡ πρώτη εἶναι: Πόσο καλόν θά ἦτο «ἐάν οἱ Τοῦρκοι ἐχρησιμοποίουν αὐτήν τήν στάσιν πού μοῦ ἒδειξαν διά τό καλόν τῶν λαῶν πού ἐδιοικοῦσαν! Ἀλλά δυστυχῶς εἶναι τύραννοι, πού τούς κατατρώγει ἡ δίψα διά τόν χρυσόν καί πού χύνουσι χωρίς τύψεις τό ἀθῶον αἷμα τῶν λαῶν, διά νά κατευνάσωσι τήν δίψαν των». Ἡ δευτέρα παρατήρησις ἀναφέρεται εἰς τήν ὡραιότητα τῆς τοποθεσίας τῆς Τριπολιτσᾶς. Ἐδῶ εὑρίσκει τήν εὐκαιρίαν νά συγκρίνῃ τούς Τούρκους μέ τούς Ἂραβας. Καί λέγει: «… Οἱ Τοῦρκοι ἦσαν ἀδιάφοροι ὡς πρός τήν ὀμορφιάν μιᾶς τοποθεσίας. Ἀπό τήν ἂποψιν αὐτήν δέν ἒχουν καθόλου τήν λεπτότητα τῶν Ἀράβων, πού ἡ ὀμορφιά τοῦ οὐρανοῦ καί τῆς γῆς πάντα τούς γοητεύει».]
[Ὁ Chateaubriand ἒχων ἀνά χεῖρας τήν ἐντολήν (φιρμάνι) τοῦ Πασᾶ διά τήν ἐλευθέραν μετακίνησίν του, θά ἠδύνατο νά μή πληρώνῃ διά τά ἂλογα πού ἐχρησιμοποίει, νά μήν ἒχῃ περιορισμούς εἰς τό βάρος τῶν ἀποσκευῶν καί διά τήν τροφήν του, ἐνᾧ οἱ Ἓλληνες μετακινούμενοι ἐπεβαρύνοντο μέ αὐτάς τάς φορολογίας. Ὁ Chateaubriand ὃμως λέγει ὃτι δέν ἐδέχθη νά χρησιμοποιήσῃ αὐτά τά προνόμια, ἀλλά πάντοτε ἐπλήρωνε διά τά ἂλογα καί τήν τροφήν του, διότι παρ’ ὃλον ὃτι ἦσαν πολύ εὐνοϊκά δι’ αὐτόν, ἦσαν ταὐτοχρόνως καί πολύ αἰσχρά, διότι τό βάρος τῶν ἐξόδων ἒπιπτεν ἐπί τοῦ δυστύχου Ἑλληνικοῦ λαοῦ!]
Ὁ René de Chateaubriand προτοῦ βαδίσει βορειότερα πρός τόν Ἰσθμόν τῆς Κορίνθου, ἢθελεν ὁπωσδήποτε νά ἐπιστρέψῃ καί πάλιν εἰς τήν περιοχήν τῆς Σπάρτης καί τοῦ Μυστρᾶ, ἀπ’ ὂπου ἐπέρασαν πολύ γρήγορα προηγουμένως κατευθυνόμενοι πρός τήν Τριπολιτσάν. Ἒτσι τήν 15ην Αὐγούστου, 1806, καθ’ ὁδόν ἒμεινον εἰς ἓν πολύ ἀκάθαρτον χάνι, τοῦ ὁποίου ἰδιοκτήτης ἦτο «εἷς λερωμένος Τοῦρκος μέ ἀπωθητικήν φυσιογνωμίαν». Ἦτο καθισμένος εἰς ἓν πατάρι ἀνάμεσον τῶν περιττωμάτων τῶν αἰγῶν του πού τόν περιετριγύριζον. Περιγράφει ὁ Chateaubriand : «Ἐφώναξε μέ ἀγρίαν φωνήν καί ἓν κακόμοιρον Ἑλληνόπουλον, [ὁλόγυμνον,] μέ τό σῶμα πρησμένον ἀπό τόν πυρετόν καί τά μαστιγώματα, μᾶς ἒφερε κατσικίσιον γάλα εἰς ἓν ἀηδιαστικόν ἀπό τήν βρῶμαν δοχεῖον». Καί συνεχίζει: «Εἰς τά ταξείδιά μου εἶχα φάγει κρέας ἀρκούδας καί σκύλου μέ τούς ἀγρίους, ἐμοιράσθην φαγητόν μέ τούς Βεδουΐνους, ἀλλά δέν συνήντησα ποτέ μου κάτι τέτοιον ὡς εἰς τό χάνιν αὐτό. Ἠναγκάσθην νά φάγω ἓν τεμάχιον τῆς γαλέττας πού εἶχα μαζί μου. Τό ἒφαγα μέ τάς κατσίκας του, πού ὡρμοῦσαν νά μοῦ τό φάγουν! Καί ὃμως», λέγει, «αὐτά τά μέρη ἦσαν τά ἲδια ὃπου εἰς τήν ἀρχαιότητα ἒβοσκον τά κοπάδια τοῦ Μενελάου καί ὃπου αὐτός παρέθεσε τό πλουσιώτατον συμπόσιον εἰς τόν υἱόν τοῦ Ὀδυσσέως Τηλέμαχον». Καί ὁ Chateaubriand παραπέμπει εἰς τούς ἑξῆς στίχους τοῦ Ὁμήρου εἰς τήν Ὀδύσσειαν, Ῥαψ. Δ΄ 621-624: Εἰς μετάφρασιν «Τήν ἰδίαν ὣραν ἐπροχώρουν οἱ συνδαιτημόνες εἰς τό παλάτι τοῦ τετιμημένου βασιλέως, μαζί τους φέροντες ἀρνιά καί δυνατόν κρασί, ὃπως τό πίνουν οἱ ἂνδρες. Διά τό ψωμί καί τό δεῖπνον ἐφρόντιζον αἱ ὂμορφαι γυναῖκες μέ τάς πανεμόρφους μανδήλας εἰς τό κεφάλι. Ἒτσι αὐτοί ἡτοίμαζον τό δεῖπνον μέσα εἰς τά ἀνάκτορα.» Τό ἀρχαῖον κείμενον:
«δαιτυμόνες δ’ ἐς δώματ’ ἲσαν θείου βασιλῆος.
Οἱ δ’ ἦγον μέν μῆλα, φέρον δ’ εὐήνορα οἶνον
σῖτον δέ σφ’ ἂλοχοι καλλικρήδεμνοι ἒπεμπον.
Ὣς οἱ μέν περί δεῖπνον ἐνί μεγάροισι πένοντο».
Ἀφοῦ ἐξεκουράσθησαν ἐπ’ὀλίγας ὣρας καί οἱ ἲδιοι καί τά ἂλογά των ἀνεχώρησαν αὐθημερόν ἀπό τό ἀκάθαρτον πανδοχεῖον τό ἀπόγευμα μέ κατεύθυνσιν τόν Μυστράν ὁ ὁποῖος τότε ἐλέγετο Μυζηθράς, [καί ὑπῆρχε μία ἂποψις, ὃτι ἡ ὀνομασία Μυζηθράς προήρχετο ἀπό τήν ὀνομασίαν τοῦ τυροῦ τῆς περιοχῆς, τῆς γνωστῆς Μυζήθρας.] Εἰς τήν Κορώνην ὁ Γάλλος Πρόξενος κ. Βιάλ, τοῦ εἶχε δώσει συστατικήν ἐπιστολήν δι’ ἓνα καλόν καί εὐγενῆ Τοῦρκον εἰς τόν Μυστρᾶν, πού θά ἒπρεπε νά γνωρίσῃ καί νά φιλοξενηθῇ ἀπό αὐτόν. Ἐλέγετο Ἰμπραήμ Μπέης. [Οἱ σκλάβοι τοῦ Ἰμπραήμ τούς ὡδήγησαν εἰς τήν αἲθουσαν τῶν ξένων, ὃπου ἐκεῖ εἶδε κάθε εἲδους φιλοξενουμένους, πλουσίους καί πτωχούς, ἂρχοντας καί ἁπλοῦς ἀνθρώπους.]
Τέλος πρώτου μέρους
