Λάμπης Κωνσταντινίδης: Η ΕΛΒΕΤΙΑ ΚΑΙ Ο ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ. Η ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΩΔΗΣ ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΤΩΝ ΜΑΧΗΤΩΝ ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ ΛΟΧΟΥ ΚΑΙ Η ΕΛΒΕΤΙΑ (Μέρος Β΄-τελευταίο)

            Ἀναπάντεχον ἐμπόδιον: Φθάνοντες οἱ Ἓλληνες πεζοπόροι εἰς Ἑλβετίαν τούς ἐπερίμενε καί αὐτούς καί τούς Ἑλβετικούς Φιλελληνικούς Συλλόγους μία πολύ μεγάλη ἒκπληξις καί ἀπρόβλεπτος ἀπογοήτευσις. Αἱ Γαλλικαί Προξενικαί Ἀρχαί, αἱ ὁποῖαι μέχρι καί τήν Γερμανίαν ἐπιστοποίουν τά Ῥωσσικά Διαβατήρια διελεύσεως τῶν μεταναστῶν πρός Μασσαλίαν, αἲφνης εἰς τήν Ἑλβετίαν, κατόπιν πιέσεων τοῦ Μέττερνιχ, ἡ Γαλλία ἒπαυσε νά τά πιστοποιῇ, δηλ. νά τά ἀναγνωρίζῃ, καί ἒτσι, ἂνευ ἐπισήμου ἐγκρίσεως, οἱ Ἓλληνες μετανᾶσται δέν ἠδύναντο νά εἰσέλθωσιν εἰς τό Γαλλικόν ἒδαφος πρός τήν Μασσαλίαν. Διατί αὐτό; Ὁ λόγος ἦτο ἡ Ἱερά Συμμαχία, ἣτις, ὑπεγράφη μετά τήν ἧτταν τοῦ Ναπολέοντος εἰς Παρισίους μεταξύ 14 – 26 Σεπτεμβρίου, 1815, ὑπό τῶν μοναρχιῶν τῆς Αὐστρίας, Ἀγγλίας, Ῥωσσίας, Πρωσσίας, καί ἀκόμη τῆς Γαλλίας καί Ἰταλίας καί ἐδέσμευσε τά ὑπογράψαντα κράτη νά ἐπιβλέπωσι μέ αὐστηρότητα τήν οἱανδήποτε κίνησιν εἰς τάς χώρας των, ἡ ὁποία θά ὑπέθαλπε τήν ἀνατροπήν ὑφισταμένων κρατῶν, εἰς τά ὁποῖα ὁ Μέττερνιχ περιέλαβε τότε καί τήν Ὀθωμανικήν Αὐτοκρατορίαν. Ἡ Γαλλία λοιπόν δεσμευομένη ἀπό τήν Συνθήκην τῆς Ἱερᾶς Συμμαχίας καί πιεζομένη ὑπό τοῦ Μέττερνιχ ὢφειλε νά σεβασθῇ τήν Συνθήκην.

            Μάλιστα δέ ὁ Μέττερνιχ, ὑποβλέπων πάντοτε τήν ἀνεξαρτησίαν καί οὐδετερότητα τῆς γείτονός του Ἑλβετίας καί καιροφυλακτῶν διά τήν εὐκαιρίαν νά ἐπέμβη εἰς τά ἐσωτερικά ταύτης, ὃταν ἐπληροφορήθη τήν εἲσοδον τῶν Ἑλλήνων μεταναστῶν εἰς Ἑλβετίαν, ἀπέστειλεν ἀμέσως εἰς Βέρνην ἒκτακτον ἀπεσταλμένον του, τόν Albert von Schraut, διά νά προειδοποιήσῃ αὐστηρῶς τήν Ἑλβετικήν Κυβέρνησιν, μᾶλλον ἀπειλῶν, ἐπί λέξει ὃτι: «Ἡ Ἑλβετία θά ἠδύνατο νά ἀπολέσῃ κάθε δικαίωμα εἰς τήν Ἀνεξαρτησίαν καί Οὐδετερότητα της, πού τῆς εἶχον ἐγγυηθῆ αἱ Μεγάλαι Δυνάμεις διά τῶν ἀποφάσεων τοῦ Συνεδρίου τῆς Βιέννης τοῦ 1815». Αὐτό ἦτο μία στυγνή ἀπειλή ἐκ μέρους τοῦ Μέττερνιχ κατά τῆς Ἀνεξαρτησίας τοῦ Ἑλβετικοῦ Κράτους καί καθαρός ὑπαινιγμός μελλοντικῆς εἰσβολῆς τοῦ Στρατοῦ του εἰς τά Ἑλβετικά ἐδάφη. Αὐτό ἐθορύβησε μεγάλως τήν Κεντρικήν Ἑλβετικήν Κυβέρνησιν, ἣτις ἒβλεπε τόν κίνδυνον μιᾶς πιθανῆς ἀπωλείας τῆς Ἀνεξαρτησίας καί Οὐδετερότητος τῆς Ἑλβετίας. τήν ὁποίαν τῆς ἐξησφάλισεν ὁ Ἰωάννης Καποδίστριας διά τῆς σθεναρωτάτης στάσεώς του κατά τάς δύο Συνθήκας, καθώς θά ἒδιδεν ἀφορμήν εἰς ἂλλας χώρας στρατιωτικῆς ἐπεμβάσεως εἰς Ἑλβετίαν.

            Δι’ αὐτό ἡ ἐν Βέρνῃ Κεντρική Ἑλβετική Κυβέρνησις ἠναγκάσθη νά τηρήσῃ μίαν ἀπόμακρον στάσιν ἒναντι τῶν Ἑλλήνων μεταναστῶν. Ὃμως οἱ μορφωμένοι Ἑλβετοί τῶν Φιλελληνικῶν Συλλόγων τῆς Βέρνης ἀντέτασσον ὃτι: «Μέ τούς Ἑλληνας δέν τούς ἣνωνον πολιτικοί δεσμοί, ἀλλά δεσμοί Χριστιανικῆς Θρησκείας καί κοινοῦ Εὐρωπαϊκοῦ Πολιτισμοῦ». Ἒτσι ἡ Κεντρική Κυβέρνησις εἰς Βέρνην, εὑρισκομένη ἐν μέσῳ δύο πιέσεων, ἐξωτερικῆς καί ἐσωτερικῆς, οὐδέποτε ἒφθανεν εἰς τά ἂκρα ἒναντι τῶν Ἑλλήνων χάριν καί τῆς ἐξασκουμένης ἐπ’ αὐτῆς μεγάλης ἐσωτερικῆς πιέσεως ἐκ δύο κατευθύνσεων: Ἀφ’ ἑνός τῶν Φιλελληνικῶν Συλλόγων ἀπαρτιζομένων ἐκ τῶν μορφωμένων στρωμάτων τῆς Ἑλβετικῆς intelligentsia καί ἀφ’ ἑτέρου ὑπό τῶν Ἑλβετικῶν λαϊκῶν στρωμάτων, αὐτῶν καθοδηγουμένων ὑπό τῶν ἱερωμένων – τόσον τῶν Καθολικῶν ὃσον καί τῶν Προτεσταντῶν. Ταὐτοχρόνως βεβαίως ἢρχισεν ἡ Ἑλβετία διπλωματικάς διαβουλεύσεις μέ τήν Γαλλίαν, ὃπως ἡ τελευταία ἀποσύρῃ τάς ἐνστάσεις της. Αὐτό ὃμως θά ἒπαιρνε κάποιον χρόνον – ἐν συνόλῳ ἐχρειάσθησαν 6 μῆνες. Ἒτσι οἱ 160 διερχόμενοι Ἓλληνες ὁδοιπόροι μετετράπησαν ἐπί ἑξάμηνον ἀπό μετανᾶσται εἰς πρόσφυγας εἰς μίαν μακρυνήν χώραν – τήν Ἑλβετίαν.

            Εἶναι δέ πολύ ἐνδιαφέρον νά ἲδωμεν πῶς ἒζησαν οἱ Ἓλληνες πρόσφυγες τούς 6 αὐτούς μῆνας εἰς τήν Ἑλβετίαν καί ταὐτοχρόνως νά θαυμάσωμεν καί νά ἐκτιμήσωμεν τά ὑπέροχα αἰσθήματα, τήν συγκινητικήν φιλοξενίαν, τήν θέρμην καί τήν ἀγάπην μέ τάς ὁποίας περιέβαλον ὃλοι, ὃλος ὁ Ἑλβετικός λαός, τούς κατατρεγμένους καί πολυβασανισμένους αὐτούς ἀνθρώπους, πού ηὑρέθησαν ἀπροσδοκήτως ἠναγκασμένοι νά ἀκινητοποιηθῶσι χιλιάδας χιλιόμετρα μακράν τῆς πατρίδος των. Ἂς παρακολουθήσωμεν λοιπόν τόν βίον των εἰς Ἑλβετίαν:

            Οἱ Ἓλληνες πρόσφυγες μετά τό Schauffhausen κατηυθύνθησαν 23 χλμ. νοτιώτερον εἰς τήν πόλιν Winterthur μίαν σημαίνουσαν πόλιν τοῦ Καντονίου τῆς Ζυρίχης. Ἡ πρώτη ὁμάς ἐκ 10 ἀτόμων ἒφθασεν εἰς Winterthur τήν 16ην Ἰανουαρίου, 1823, ὃπου τούς ὑπεδέχθη ὁ Φιλελληνικός Σύλλογος τῆς πόλεως, τοῦ ὁποίου πρόεδρος ἦτο ὁ Johann Conrad Troll – μία ἐξέχουσα παιδαγωγική προσωπικότης, ὂχι μόνον τῆς πόλεώς του ἀλλά καί ὃλου τοῦ Καντονίου τῆς Ζυρίχης. Ὁ Johann Conrad Troll ἐσπούδασε φιλοσοφίαν, θεολογίαν καί φιλολογίαν εἰς τό ἀνώτερον Collegium Carolinum τῆς Ζυρίχης, ὑπῆρξε καθηγητής εἰς τήν Ἀνωτέραν Σχολήν τοῦ Winterthur, θέσιν τήν ὁποίαν διετήρησεν ἐπί 37 ὁλόκληρα ἒτη, μέχρι τό 1856, ὃτε τοῦ ἀπενεμήθη ὁ τίτλος τοῦ ἐπιτίμου διδάκτορος εἰς τό Πανεπιστήμιον τῆς Ζυρίχης. Ἀπεβίωσε τῷ 1858 εἰς ἡλικίαν 75 ἐτῶν συγγράψας πλεῖστα παιδαγωγικά συγγράμματα ὡς καί τήν ἱστορίαν τῆς πόλεως τοῦ Winterthur.

            Ὁ Johann Conrad Troll ὡμίλει τά Ἀρχαῖα Ἑλληνικά καί τά Λατινικά καί ἦτο μεγάλος φιλέλλην καί λάτρης τοῦ Ἀρχαίου Ἑλληνικοῦ Πνεύματος καί Πολιτισμοῦ καί ταὐτοχρόνως ὑπεστήριζεν ἐνθέρμως τήν Ἀναγέννησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἒθνους καί τήν Ἑλληνικήν Ἐπανάστασιν τοῦ 1821 πρός ἀποτίναξιν τοῦ Τουρκικοῦ ζυγοῦ. Εἰς τά Ἀπομνημονεύματά του ὁ καθηγητής Troll ἀναφέρεται ἐν ἐκτάσει εἰς τήν παραμονήν τῶν Ἑλλήνων προσφύγων εἰς Winterthur καί διά τάς ἀπείρους φροντίδας του πρός αὐτούς ὡς Πρόεδρος τοῦ Φιλελληνικοῦ Συλλόγου.

            Κατωτέρω παραθέτω κάποια ἐνδιαφέροντα ἀποσπάσματα ἀπό τά Ἀπομνημονεύματα τοῦ Καθηγητοῦ Troll: «….  Αὐτά πού ἢδη εἲχομεν μάθει διά τήν ζοφεράν μοῖραν τῆς πατρίδος τῶν μεταναστῶν μᾶς εἶχον δημιουργήσει αἰσθήματα συμπονίας δι’ αὐτούς, αἰσθήματα πού ἒγινον ἀκόμη ἐντονώτερα ὃταν τούς ἀντικρύσαμεν. Ἡ γύμνια τους μέσα εἰς τόν βαρύν χειμῶνα, ἡ κούρασις μετά ἀπό τόσον μεγάλον ταξείδιον, ἀκόμη καί ἡ ἡλικία των – πολλοί δέν ἦσαν νέοι ἂνθρωποι – μᾶς ἐκανε νά αἰσθανθῶμεν συμπάθειαν πρός αὐτούς καί πολλά μάτια ἐβούρκωσαν. Καί εἰς τά ἰδικά μου μάγουλα ἒτρεξαν τά δάκρυα, ὃταν ἀνέβην εἰς ἓν σκαλοπάτι ἐμπρός ἀπό τό σπίτι μου διά νά καλωσορίσω αὐτούς τούς ταλαιπώρους ἀπευθυνόμενος εἰς αὐτούς εἰς Ἀρχαῖα Ἑλληνικά. Τότε αὐτοί ἒπεσαν εἰς τά γόνατά των ἀπό συγκίνησιν πού ἢκουσαν ἀπροσδοκήτως τήν μητρικήν των γλῶσσαν».

            Εἰς ἂλλο σημεῖον ὁ καθηγητής Troll γράφει: «Κανείς δέν ἐπερίμενεν ὂτι οἱ πρόσφυγες θά ἐγίνοντο τά θετά παιδιά μας διά ἣμισυ χρόνον. Στήν χώραν τῆς ἐλευθερίας, τήν Ἑλβετίαν, ηὗρον οἱ ἂνθρωποι αὐτοί, οἱ ὁποῖοι ἐπέστρεφον εἰς τήν διψασμένην ἀπό ἐλευθερίαν πατρίδα των, ὃτι εἰς τά Γαλλικά σύνορα ὁ δρόμος των ἦτο κλειστός. Τελικῶς αὐτό ἐξεπεράσθη μέ ὑπομονήν μέ τόν διπλωματικόν τρόπον». Εἰς ἂλλο σημεῖον ὁ Troll ἀναφέρει, ὃτι «νέαι καί νέοι τῆς πόλεώς μας, ἀλλά καί μεγαλύτεροι, ἐστόλιζον τάς χεῖράς των μέ δακτυλίδια καί ἐκρεμοῦσαν ἀπό τόν λαιμόν των σταυρούς ἀπό ἀλογότριχας, πού κετεσκεύαζον οἱ πρόσφυγες. «Εἷς πρόσφυξ, ὁ Γιάννης Σταμάτης, ναυτικός ἀπό τήν Σκόπελον, μέ τόν σουγιάν του ἐλάξευσεν ἓν ξυλόγλυπτον Ἑλληνικόν ἱστιοφόρον, τό ὁποῖον ἐδώρησαν οἱ Ἓλληνες εἰς τήν Δημοτικήν Βιβλιοθήκην τοῦ Winterthur εἰς ἒνδειξιν τῶν βαθέων εὐχαριστιῶν των διά τήν μεγαλόψυχον συμπάθειαν πού ἒδειξαν οἱ κάτοικοι τοῦ Winterthur πρός αὐτούς».

            Κατά τήν παραμονήν των οἱ πρόσφυγες ἐστέλλοντο εἰς στρατῶνας, ὃπου ἐδιδάσκοντο μαθήματα στρατιωτικῆς τακτικῆς κατά τό Ἑλβετικόν πρότυπον. Ὁ καθηγητής Troll διηγεῖται: «Ἐδείκνυον μεγάλον ἐνδιαφέρον καί ἀνέπτυξαν τήν ἀκρίβειαν τῶν Ἑλβετῶν εἰς τήν ἐκτέλεσιν τῶν ἀσκήσεων». Ἀκόμη ὁ καθηγητής Troll τούς μετέφρασε τήν προσευχήν «Vater Unser», δηλ. τό «Πάτερ Ἡμῶν», εἰς τά Ἑλληνικά καί τούς ἐζήτησε νά τήν ἀποστηθήσωσι καί ἒγινεν αὓτη ἡ προσευχή ὃλων πρό τοῦ μεσημεριανοῦ φαγητοῦ καί τοῦ βραδυνοῦ ὓπνου. «Ἐλάμβανον τήν Θείαν Κοινωνίαν μαζί μας, λέγει ὁ καθηγητής Troll, πρᾶγμα πού ἒγινε διά πρώτην φοράν εἰς τήν Μητρόπολιν τοῦ Winterthur μέ Ἓλληνας πιστούς».

            Εἰς κάποιον σημεῖον τῶν Ἀπομνημονευμάτων του ἀναφέρει ὁ Καθηγητής Troll διά τήν μεταστροφήν τῆς στάσεως τῶν Μεγάλων Δυνάμεων ὑπέρ τῶν Ἑλλήνων. Λέγει ἐπί λέξει: «… Ἡ γενική κατακραυγή κατά τῶν ἀκροτήτων τῶν Τούρκων ἐτράνταξε τήν Εὐρώπην τόσον, πού ἠνάγκασε δύο αὐτοκράτορας (Ρωσσίας καί Γαλλίας) καί ἓνα βασιλέα (Ἀγγλίας) νά ἑνώσωσι τάς δυνάμεις των διά νά μή μπορέσουν οἱ Τοῦρκοι νά καταστείλωσι τήν Ἑλληνικήν Ἐπανάστασιν. Αὗται ἦσαν αἱ ναυτικαί δυνάμεις Ἀγγλίας, Γαλλίας καί Ῥωσσίας. Ὃταν ὁ Ἂγγλος ναύαρχος Κόδριγκτον, πού εἶχε τό γενικόν πρόσταγμα, ἢνοιξε τόν ἐμπιστευτικόν φάκελλον μέ τήν ἱστορικήν διαταγήν καί ἀνέγνωσε τό μονολεκτικόν: «Κτυπήσετε!», προέβη μέ τούς ἂλλους δύο ναυάρχους, τούς De Rigny τῆς Γαλλίας καί van Heiden τῆς Ῥωσσίας, εἰς τήν ἐκτέλεσιν τῆς διαταγῆς μέ τοιαύτην ὁρμήν, ὣστε κατέστρεψαν ὁλοσχερῶς τόν τουρκικόν στόλον εἰς τό Ναυαρῖνον. Τά νέα ἐχαροποίησαν τότε ὃλην τήν Χριστιανωσύνην εἰς Εὐρώπην. Τό γεγονός ἐθεωρήθη ὡς Θεία Δίκη, ὡς ἀντίποινον εἰς τάς τουρκικάς σφαγάς τῆς Χίου, ὃπου τόν Ἀπρίλιον καί Ἰούνιον τοῦ 1822 περίπου 70.000 Ἓλληνες Χριστιανοί κάθε ἡλικίας καί φύλου ἒχασαν τήν ζωήν των ἂνευ τοῦ παραμικροῦ οἲκτου ἀπό τούς Τούρκους ὑποστάντες πρῶτον φρικτά μαρτύρια».

            Ἐδῶ ὁ ὁμιλῶν ἐθεώρησε κατάλληλον νά παρεμβάλῃ μίαν ὑπέροχον στροφήν τοῦ ποιήματος τοῦ Βίκτωρος Οὐγκώ διά τό Ναυαρῖνον καί τήν ἓνωσιν τῶν δυνάμεων τῶν τριῶν μεγάλων Χωρῶν. Τό παραθέτω εἰς ἐλευθέραν μετάφρασιν:

                        «Χαῖρε λοιπόν, Ἀλβιών, γηραιά βασίλισσα τῶν κυμάτων!

                        Χαῖρε, ἀετέ τῶν Τσάρων, πού ὑπερίπτασαι δύο κόσμων!

                        Δόξα εἰς τά Κρινολούλουδα μας,

                        (δηλ. τό ἒμβλημα τῶν Βασιλέων τῆς Γαλλίας)

                                    τῶν ὁποίων ἡ λάμψις εἶναι τόσον ὡραία!

                                    ……………………………………

                        Ἡ ναυτική δόξα μας       εἰς αὐτήν τήν ἀνάφλεξιν

                        Ἀνάβει καί πάλιν τόν πυρσόν της.»

            Ζυρίχη: Ἀλλ’ ἂς ἐπανέλθωμεν εἰς τήν διήγησίν μας καί νά ἲδωμεν πῶς ὑπεδέχθησαν τούς Ἓλληνας μετανάστας εἰς τήν πόλιν τῆς Ζυρίχης, ἣτις ἀπετέλει βασικόν κόμβον καί πολιτιστικόν κέντρον εἰς τό Γερμανόφωνον τμῆμα τῆς χώρας. Οἱ πρῶτοι Ἓλληνες ἒφθασαν εἰς τήν πόλιν τήν 21ην Ἰανουαρίου, 1823, καί ἠρίθμουν 26 ἂτομα. Ἀμέσως τούς παρέλαβεν ὁ ἱδρυθείς ἐκεῖ τόν Νοέμβριον τοῦ 1821 Φιλελληνικός Σύλλογος. Πρόεδρος τοῦ Συλλόγου ἦτο ὁ λόγιος καθηγητής εἰς τήν ἀνωτέραν σχολήν Collegium Carolinum καί Καθολικός ἱερωμένος Johann Heinrich Bremi, τοῦ ὁποίου ὑπῆρξεν ἒκκλησις βοηθείας πρός τούς Ἑλβετούς ἡμερ. 23ης Ἰανουαρίου, 1823, εἰς τήν ἑβδομαδιαίαν ἐφημερίδα Zürcherisches Wochenblatt. Ἡ ἒκκλησίς του ἢρχιζεν ὡς ἑξῆς:

            «Ἢδη ἒφθασαν εἰς Ζυρίχην μετά ἀπό μακράν καί δύσκολον πορείαν 26 Ἒλληνες. Τό ἀνθρωπιστικόν καί χριστιανικόν καθῆκον προστάζει νά βοηθήσωμεν αὐτούς τούς δυστυχεῖς νά φθάσωσιν εἰς τόν προορισμόν των…» Καί ἐτελείωνε: «Ἂς δώσῃ ὁ Θεός, πού εἶναι Πατήρ μας καί ὑπεράνω ὃλων, νά πραγματοποιηθῇ ἡ ἐπιθυμία τῶν δυστυχῶν αὐτῶν νά ἐπιστρέψωσιν εἰς τόν τόπον των».

            Εἰς μίαν ἂλλην ὑπέροχον ὁμιλίαν του ὁ Johann Heinrich Bremi συνήγειρε τά φιλεύσπλαχνα αἰσθήματα ὃλων τῶν Ἑλβετῶν. Ἀναφέρω ἀποσπάσματα: «Θέλομεν νά λάβωσι τέλος αἱ φρικαλεότητες, πού ὑφίστανται οἱ Ἓλληνες καί νά μήν ἐξαφανισθῇ διά τῆς βίας ἀπό τήν οἰκογένειαν τῶν Ἐθνῶν αὐτό τό Ἒθνος, ἀλλά νά ἐπανέλθῃ εἰς κανονικάς ἀνθρωπίνους συνθήκας, ἀπό τάς ὁποίας νά ἀνέλθῃ εἰς ὑψηλότερον ἐπίπεδον ἠθικόν, θρησκευτικόν καί ἐπιστημονικόν ἀπό αὐτό εἰς τό ὁποῖον εὑρίσκεται τώρα ἐξ αἰτίας τῆς τόσον ἀπαισίας καταστάσεως, τήν ὁποίαν βιώνει. Οἱ Ἓλληνες παρέμεινον, παρ’ ὃλην τήν δεινήν θέσιν των, εἷς Εὐρωπαϊκός λαός. Ἀκολουθοῦσι τήν θρησκείαν πού ἀκολουθεῖ καί ζεῖ ἡ Εὐρώπη. Εὑρίσκονται πάντοτε εἰς πνευματικήν σχέσιν μέ τούς Εὐρωπαίους….

            Μποροῦμεν λοιπόν νά ξεχάσωμεν τί ὀφείλομεν, ὂχι μόνον ἡμεῖς, ἀλλά ὃλη ἡ Εὐρώπη, εἰς τούς εὐγενεῖς καί σοφούς προγόνους αὐτῶν τῶν ἀξιολυπήτων σήμερον ἀπογόνων των; Τά ἒργα τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων παραμένουσιν εἰς τόν χρόνον τά ὓψιστα παραδείγματα εἰς τούς τομεῖς τοῦ πνευματικοῦ, ἐπιστημονικοῦ καί καλλιτεχνικοῦ πολιτισμοῦ παραμένοντα μέχρι σήμερον ἀσύγκριτα. Ἐπήραμεν ἀπό τούς Ἓλληνας τόν Χριστιανικόν διαφωτισμόν, ὃστις μᾶς διδάσκει ὃσα σημαντικά καί διαφωτιστικά πρέπει νά γνωρίζωμεν διά τόν Θεόν, διά τόν προορισμόν καί ἀξιοπρέπειαν τοῦ ἀνθρώπου, σήμερον καί εἰς τό μέλλον….».

            Χαρακτηριστική εἶναι καί ἡ ἐργασία τοῦ νομικοῦ, πολιτικοῦ καί ἀργότερον Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως τοῦ Καντονίου τῆς Ζυρίχης, Conrad Melchior Hirzel, ὃστις ἒγραψε καί ἐξέδωσεν ἓν 100-σέλιδον βιβλίον ὑπό τόν τίτλον: «Ἡ Ἒκκλησις τῶν Ἁγίων Προφητῶν διά τήν Ἀπελευθέρωσιν τῆς Ἑλλάδος». Τίτλος εἰς τήν Γερμανικήν: « Der Heiligen Propheten Aufruf für die Befreiung Griechenlands». Τό βιβλίον αὐτό εἶχε πολύ μεγάλον ἀντίκτυπον, ἐξετυπώθη 3 φοράς καί διετέθησαν ἐν συνόλῳ 9000 ἀντίτυπα. Ἡ πώλησίς του ἀπέφερε 500 φιορίνια, τά ὁποῖα ὁ Hirzel προσέφερεν εἰς τόν Φιλελληνικόν Σύλλογον τῆς Ζυρίχης πρός βοήθειαν τῶν προσφύγων.

            Αὐτά τά ὑπέροχα αἰσθήματα διεκατεῖχον τόν μεγαλόψυχον Ἑλβετικόν Λαόν διά τήν Ἑλλάδα καί τόν καταδιωκόμενον ὑπό τῆς Τουρκικῆς βαρβαρότητος Ἑλληνικόν λαόν. Ὑπῆρξε δέ τοσαύτη γενναιόφρων ἀνταπόκρισις ὑπό τοῦ Ἑλβετικοῦ κοινοῦ, ὣστε μόνον εἰς Ζυρίχην συνεκεντρώθησαν διά τήν φιλοξενίαν τῶν Ἑλλήνων προσφύγων, ἐν συνόλῳ 24.237 φιορίνια. Εἰς Ζυρίχην ἐτοποθέτησαν τούς πρόσφυγας εἰς δύο ἱστορικά Πανδοχεῖα εἰς τό παλαιόν τμῆμα τῆς πόλεως: Τό Zum Hirschen (Ἑλληνιστί: Εἰς τό Ἐλάφι) καί τό Zum Löwen (Ἑλληνιστί: Εἰς τόν Λέοντα). Ἀμφότερα τά οἰκοδομήματα διατηροῦνται μέχρι σήμερον καί σᾶς παραθέτω τάς φωτογραφίας των.

            Ὂμως ἐπειδή ἡ διαμονή ἐπί πολύ εἰς δύο κεντρικά Πανδοχεῖα, ὡς εἶναι ἀντιληπτόν, ἦτο πολύ δαπανηρά, ἐκρίθη ὃτι θά ἦτο ἐξ ἲσου ἂνετος καί οἰκονομικωτέρα ἡ διαμονή των εἰς στρατιωτικούς καταυλισμούς τῆς Ζυρίχης. Διοικητής τοῦ στρατῶνος ἦτο εἷς ἂλλος μεγάλος φιλέλλην, ὁ ταγματάρχης Johann Conrad Fäsi, ὃστις τούς ἀνέλαβεν ὑπό τήν προστασίαν καί διοίκησίν του. Τούς ἒβαζε νά ἀσκῶνται στρατιωτικῶς, νά μανθάνωσι στρατιωτικάς τεχνικάς καί νά λαμβάνωσι μέρος εἰς τά γυμνάσια μαζί μέ τούς Ἑλβετούς στρατιώτας καί νά καταρτίζωνται εἰς τήν Ἑλβετικήν στρατιωτικήν τακτικήν, τυγχάνοντες τῆς ἰδίας ἐκπαιδεύσεως ὡς καί οἱ Ἑλβετοί.

            Καθώς ὁ Ταγματάρχης Fäsi εἶχε παρατηρήσει, ὃτι οἱ Ἓλληνες μαχηταί ἦσαν πολύ καλοί εἰς τά σπαθιά, δέν ἦσαν ὃμως πολύ ἐξοικειωμένοι μέ τήν χρῆσιν τῶν τυφεκίων καί τήν σκοποβολήν, τούς ἒκανε τότε ἰδιαιτέραν ἐξάσκησιν εἰς τά πυροβόλα ὃπλα. Οἱ Ἓλληνες πρόσφυγες ἀπό τῆς πλευρᾶς των ἦσαν κατενθουσιασμένοι μέ τήν παραμονήν των εἰς τόν στρατῶνα τῆς Ζυρίχης, ἀφοῦ, πλήν τῆς δωρεάν σιτήσεως καί διαμονῆς, ἐλάμβανον ταὐτοχρόνως μίαν ἂψογον στρατιωτικήν ἐκπαίδευσιν. Ἀναφέρεται δέ εἰς τά βιβλία τῆς πόλεως, ὃτι μία Διμοιρία ἐκ τῶν προσφύγων ἒλαβε μέρος, ἐπευφημηθεῖσα θερμῶς, εἰς ἐπίσημα Γυμνάσια τοῦ Ἑλβετικοῦ στρατοῦ, τά ὁποῖα διεξήχθησαν τήν 29/5/1823 εἰς τήν περιοχήν τοῦ Wipfingen. Σημειωτέον ὃτι ὁ Ταγματάρχης Johann Conrad Fäsi ἦτο καί ἂριστος ζωγράφος. Σᾶς παραθέτω μερικάς προσωπογραφίας του τῶν μεταναστῶν.

            Πλήν τῶν ἀνωτέρω, ὁ Φιλελληνικός Σύλλογος τῆς Ζυρίχης ἐφρόντιζε καί διά τήν θρησκευτικήν λατρείαν τῶν προσφύγων. Μετεφράζοντο εἰς τήν Ἑλληνικήν διάφορα κεφάλαια τῆς Καινῆς Διαθήκης. Ὁ Ἑλβετός ἱερεύς Karl Heinrich Schweizer, διωργάνωνε κάθε Κυριακήν εἰς τόν στρατῶνα τῆς Ζυρίχης ὁμαδικήν προσευχήν εἰς τήν Ἑλληνικήν γλῶσσαν.

            Ἐρχόμεθα τώρα εἰς σύντομον ἐξέτασιν ἑνός πολύ σημαντικοῦ βιβλίου τοῦ ἐκδότου David Bürkli, ὃστις μᾶς παρέχει καί ἂλλας ἐνδιαφερούσας πληροφορίας διά τήν διέλευσιν καί παραμονήν τῶν Ἑλλήνων προσφύγων εἰς Ἑλβετίαν. Ὁ David Bürkli ἀνῆκεν εἰς εὒπορον οἰκογένειαν ἐκδοτῶν τῆς Ζυρίχης. Τό βιβλίον του φέρει τόν τίτλον «Die Flüchtlinge aus Griechenland» [oder einige Notizen über ihre frühern Verhältisse und Schicksale»] ἢτοι [ἐν συντομίᾳ] «Οἱ Πρόσφυγες ἀπό τήν Ἑλλάδα». Ὁ Bürkli ἀρχίζει τό βιβλίον του ὡς ἑξῆς: «Ξένοι ἂνθρωποι, ἂγνωστοι εἰς ἡμᾶς, ἦλθον εἰς τά ἣσυχα μέρη μας ἀπό πολύ μακρυά. Σκοπός τους εἶναι νά ἐπιστρέψωσι στήν πατρίδα των. Ἀπ’ ὃπου κι’ ἂν πέρασαν ἒγιναν δεκτοί μέ αἰσθήματα φιλοξενίας, τούς προσεφέρθη ῥουχισμός, τροφή καί χρήματα. Ἐδῶ, εἰς ἡμᾶς, δέν ηὗρον ἁπλῶς χορηγούς, ἀλλά ἀνθρώπους πού τούς συνεπόνεσαν στήν δυστυχίαν πού τούς ἒτυχεν. Εἰς τό ταξείδιον πού ἡ μοῖρα τούς ἠνάγκασε να κάνουν κατάφεραν νά ἀναπτύξουν στενούς δεσμούς ἐμπιστοσύνης μέ συμπατριώτας μας. Οἱ πρόσφυγες ἒχουν καταγωγήν ἀπό τόν Μωρέαν, τήν Ῥούμελην, τάς Νήσους τοῦ Αἰγαίου, τήν Ἢπειρον καί τάς Ἰονίους Νήσους …».

            Ἀναγκαῖαι Σημειώσεις: Ὁ David Bürkli γράφει ἐπίσης τά ἑξῆς: «Κατά τήν ἡμέραν τοῦ Πάσχα τοῦ 1821 οἱ Τοῦρκοι διέπραξαν τρομεράς φρικαλεότητας». (Ἐδῶ ἐννοεῖ τάς σφαγάς εἰς τήν Πόλιν καί τόν ἀπαγχονισμόν τοῦ Πατριάρχου Γρηγορίου τοῦ Ε΄ τήν 10/4/1821 καί τῶν ἂλλων Ἀρχιερέων καί πλείστων λαϊκῶν)… Εἷς ἐξ αὐτῶν ἦτο ὁ Καραμπούλης, πού ἦτο ἀδελφικός φίλος τοῦ Καπετάν Γεωργάκη Ὀλυμπίου, ὃστις ηὖρεν ἡρωϊκόν θάνατον εἰς τάς φλόγας τῆς Μονῆς Σέκου». Πρέπει ἐπίσης νά σημειωθῇ ἐδῶ ὑπό τοῦ ὁμιλοῦντος ὃτι 3 μῆνας μετά τάς σφαγάς τῆς Κωνσταντινουπόλεως ὑπό τῶν Τούρκων, τήν 9ην Ἰουλίου 1821 ἠκολούθησε καί ἡ Κύπρος εἰς τάς σφαγάς μέ τόν ἀπαγχονισμόν τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Κυπριανοῦ καί τάς καρατομήσεις τῶν Ἐπισκόπων Πάφου, Κιτίου καί Κηρυνείας εἰς τόν περίβολον τοῦ Ἱ.Ν. Φανερωμένης, ὡς καί μεγάλου ἀριθμοῦ προὐχόντων καί λαοῦ. Εἶναι οἱ ἲδιοι Τοῦρκοι ἰσλαμισταί τόσον βάρβαροι καί βάναυσοι ἂνθρωποι, οἱ ὁποῖοι οὐδ’ ἐπ’ ἐλάχιστον αἰσχυνόμενοι ἐτόλμησαν νά βεβηλώσωσι καί πάλιν τόν ἱερώτερον Χριστιανικόν χῶρον λατρείας καί πίστεως τῶν Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν, τήν Ἁγ. Σοφίαν, ἀλλά καί τῶν ἁπανταχοῦ Χριστιανῶν, ἀνεξαρτήτως Δόγματος, ὃστις διετηρεῖτο ὡς Μουσεῖον, μετατρέποντές τον εἰς τζαμί, πιστοποιοῦντες δι’ ἀκόμη μίαν φοράν ὃτι παραμένουσιν ἀκριβῶς οἱ ἲδιοι ἀρχικλέπται τῶν ἐδαφῶν, τῶν περιουσιῶν καί τῶν ἱερῶν μνημείων τῶν πολιτισμένων λαῶν, τούς ὁποίους κακῇ τῇ μοίρᾳ κατέλαβον μέ τόν γνωστόν βάρβαρον τρόπον των – τῶν ὁμαδικῶν σφαγῶν αἰχμαλώτων, ἀθῴων γυναικοπαίδων καί γερόντων. Καί νά μή λησμονῶμεν ἀκόμη τά αἰσχρότατα pic-nic των εἰς Ἀμμόχωστον καί τό παζάρι πού διωργάνωσαν ἐντός τοῦ ἱ.ν. Ἀρχαγγέλου Μιχαήλ εἰς Λευκόνοικον, τόπον καταγωγῆς τοῦ ἐκ μητρός πάππου μου ἀειμνήστου ἰατροῦ Μιχαήλ Παπαπέτρου.

            Ἐπανερχόμεθα εἰς τό βιβλίον τοῦ David Bürkli : «…. Πιστεύομεν ὃτι ἀνεκαλύψαμεν εἰς αὐτούς τούς ἀνθρώπους (τούς πρόσφυγας) τό εὐγενικόν χαρακτηριστικόν τοῦ ἀληθινοῦ, ἐγκαρδίου «εὐχαριστῶ» τοῦ δυστυχισμένου πού ἀναγνωρίζει τό καλόν, πού τοῦ κάνουν …. Ἡ συμπεριφορά των εἰς καμμίαν περίπτωσιν δέν προσβάλλει τούς κανόνας τῆς ἰδικῆς μας κοινωνίας…. Διαφαίνεται μέσα ἀπό τόν χαρακτῆρά των μία καλοψυχία, πού ἐκφράζεται κυρίως εἰς τήν ἀγάπην των διά τά παιδιά, ἀφοῦ βλέποντές τα ματαίως προσεπάθουν νά συγκρατήσωσι τά δάκρυα εἰς τά μάτια των». Εἰς τό βιβλίον τοῦ Bürkli καταγράφονται τά ὀνόματα τῶν 160 μεταναστῶν πού εἰσῆλθον εἰς τήν Ἑλβετίαν. Παραθέτω μέρος τῆς σχετικῆς λίστας.

            Τελειώνει δέν τήν ἀφήγησίν του ὁ David Bürkli γράφων: «Εὐχόμεθα ἀπό τήν καρδίαν μας αὐτοί οἱ καλοί ἂνθρωποι νά μπορέσωσι νά ἐπιστρέψωσιν εἰς τήν πατρίδα των. Νά ξαναϊδῶσι τάς γυναῖκάς των καί τά παιδιά των, τούς πατέρας καί τάς μητέρας, τούς ἀδελφούς καί τάς ἀδελφάς των».

            Κάπου εἰς τό βιβλίον του ὁ David Bürkli ἀναφέρει ὃτι «Ὁ Παναγιώτης ἀπό τήν Χειμάρραν τῆς Ἠπείρου τοῦ ἀνέφερεν ὃτι εἰς τάς μάχας εἰς τήν Μολδοβλαχίαν ὁ ἀγών ἦτο ἂνισος – 7000 Ἓλληνες ἀντεμετώπιζον 40.000 καλῶς ἐξωπλισμένους Τούρκους». Ἐπίσης ὁ Βασίλειος τοῦ Ἰωάννη ἀπό τό Σούλι τοῦ εἶπεν: «Ὁ Θεός νά εὐλογῇ τούς Ἑλβετούς. πού μᾶς φροντίζουσι σάν ἀδέλφια. Ἱκετεύω τόν Ὓψιστον νά σᾶς δίνῃ ὑγείαν». Ἂλλος πρόσφυξ ἦτο ὁ Ἀθανάσιος τοῦ Δημητρίου. Τόν συνεκίνουν τά ἒντονα αἰσθήματα ἀγάπης καί συμπονίας τῶν Ἑλβετῶν». Ἒλεγε : «Συμπαθεστέρους ἀδελφούς ἀπό αὐτούς πού ηὓραμεν στήν πόλιν σας (τήν Ζυρίχην), δέν ηὓραμεν πουθενά». Ὃλοι δέ οἱ πρόσφυγες ἐδείκνυον βαθεῖαν ἐκτίμησιν καί ἒντονον χαράν ὃταν τούς ἐπεσκέπτοντο οἱ Ἑλβετοί. Μάλιστα ἀγκάλιαζαν ἐγκάρδια καί τούς γνωστούς τῶν Ἑλβετῶν ἐπισκεπτῶν, πού πολλάκις τούς συνώδευον. Τούς ἀποκαλοῦσαν δέ ὃλους «ἀδέλφια».

            ΦΙΛΟΞΕΝΙΑ ΥΠΟ ΑΛΛΩΝ ΓΕΡΜΑΝΟΦΩΝΩΝ ΚΑΝΤΟΝΙΩΝ

            Πρέπει νά ἀναφέρωμεν ὃτι τήν φιλοξενίαν τῶν Ἑλλήνων προσφύγων εἶχον ἀναλάβει ἂνω τῶν 100 καταγεγραμμένων Φιλελληνικῶν Συλλόγων διεσπαρμένων εἰς 29 πόλεις καί 100 κοινότητας τῆς Ἑλβετίας. Τούς παρεῖχον σίτησιν, διαμονήν, ῥουχισμόν ὡς καί ἒξοδα μετακινήσεων καί ἐναλλαγῆς των ἀπό τήν μίαν πόλιν εἰς τήν ἂλλην. Ἓν ἀπό τά κυριώτερα Καντόνια, πού ἐδέχθη τούς Πρόσφυγας μετά ἀπό τήν Ζυρίχην, ἦτο τό γειτονικόν Aargau (Γαλλιστί: Argovie). Εἰς τήν πρωτεύουσαν τοῦ Καντονίου αὐτοῦ, τήν πόλιν Aarau, τούς ἀνέλαβεν ὁ ἀντισυνταγματάρχης Bär, ὁ ὁποῖος συμφώνως πρός τάς ἐκ Ζυρίχης ὁδηγίας, τούς ἐξήσκει κυρίως εἰς τήν σκοποβολήν.

            Μοναδικῆς φροντίδος ἒτυχον καί εἰς τήν πόλιν Zofingen. Ἐδῶ ἐφιλοξενήθησαν εἰς δύο κτήρια εἰς τό κέντρον τῆς πόλεως: Τό κτήριον τῆς Συντεχνίας τῶν Κυνηγῶν (μέ τά μπλέ παράθυρα) καί τό κτήριον τῆς Συντεχνίας τῶν Κρεοπωλῶν (ἂκρον ἀριστερά). Τά κτήρια διατηροῦνται εἰς ἀρίστην κατάστασιν μέχρι σήμερον. Σημειωτέον ὃτι οἱ κρεοπῶλαι ὑπῆρξαν ἰδιαιτέρως φιλεύσπλαχνοι πρός τούς πρόσφυγας καί ἐκτός τῆς δωρεάν διαμονῆς εἰς τό οἲκημα τῆς Συντεχνίας των τούς παρεῖχον καί κρέας δωρεάν. Ὁ ἀναλαβών τήν φιλοξενίαν των εἰς Zofingen ἦτο ὁ ἰατρός καί ἀντισυνταγματάρχης Johann Jakob Suter, ὃστις τούς ἐξήσκει καί αὐτός εἰς τήν στρατιωτικήν πρακτικήν, πάντοτε κατά τό πρότυπον τῶν διατάξεων τοῦ Ἑλβετικοῦ στρατοῦ. Ὡς ἒγραψαν τότε αἱ Ἑλβετικαί Ἐφημερίδες τοῦ Καντονίου Aargau «οἱ Ἓλληνες ἒδειξαν ἐνθουσιασμόν καί μεγάλην δεξιοτεχνίαν».

            Εἰς τόν στρατόν τούς ἐδίδαξαν καί πῶς νά καθαρίζωσι τά ὃπλα καί ἀκόμη πῶς νά τά συναρμολογῶσιν. Ἐπειδή δέ ἒδειξαν μεγάλην ἱκανότητα εἰς τοῦτο, τούς ἀνέθεσαν τόν καθαρισμόν τῶν ὃπλων ὃλου τοῦ στρατοπέδου. Διά τήν ἐργασίαν των αὐτήν τό Συμβούλιον τοῦ Καντονίου τοῦ Aargau ἀπεφάσισε νά τούς ἀμείψῃ μέ τό ποσόν τῶν 100 φράγκων. Ὁ Ἀντισυνταγματάρχης Suter εἰς ἒκθεσίν του ἒγραψεν: «Ὃσον ἀφορᾷ τήν συμπεριφοράν τῶν Ἑλλήνων, δέν ἐξεφράσθησαν παράπονα. Οἱ συμπολῖταί μας ἐπαινοῦν τόν ἣσυχον, σεμνόν καί ταπεινόν χαρακτῆρά των».

            Οἱ Ἓλληνες πρόσφυγες οἱ ὁποῖοι ἐφιλοξενήθησαν εἰς Zofingen εἰς ἒνδειξιν εὐγνωμοσύνης πρός τήν πόλιν αὐτήν, κατεσκεύασαν ἓν ὑπέροχον λαξευτόν ξύλινον ὁμοίωμα Ἑλληνικοῦ Πολεμικοῦ ἱστιοφόρου (μίαν τρίστηλoν φρεγάταν μέ 32 πυροβόλα), τό ὁποῖον ἐδώρισαν εἰς τήν κοινότητα. Ὁ λαξευτής του ἦτο ὁ εἰδικός Γιάννης Σταμάτης ἀπό τήν Σκόπελον. Ἡ φρεγάτα εἶχε μῆκος 1,50 μ., ὓψος κεντρικοῦ ἱστίου 1,80 μ. καί πλάτος 0,40 ἑκατοστά. Τό ἱστιοφόρον ὠνόμασαν «Ἐλευθερία». Κατ’ ἀρχάς ἐτοποθετήθη εἰς τήν Βιβλιοθήκην τῆς πόλεως. Σήμερον ἀποτελεῖ ἓν ἀπό τά ὡραιότερα ἐκθέματα τοῦ Μουσείου τοῦ Zofingen.

            Καθώς ὁ ἀντισυνταγματάρχης Suter ἦτο πολύ ἀγαπητός εἰς τούς Ἓλληνας πρόσφυγας τοῦ προσέφερον ὡς ἀναμνηστικόν «διά τά φιλόξενα αἰσθήματά του καί διά τά μαθήματα στρατιωτικῆς τέχνης πού τούς ἐδίδαξεν» ἓν μικρότερον λαξευτόν ὁμοίωμα διστήλου ἱστιοφόρου μέ διαστάσεις: μῆκος 48 ἑκατοστά, ὓψος μεγάλου ἱστίου 0,55 ἑκ., καί πλᾶτος 0,12 ἑκ. Καί αὐτοῦ κατασκευαστής ἦτο ὁ Γιάννης Σταμάτης. Τό ὂνομα πού οἱ πρόσφυγες ἒδωσαν εἰς τό δεύτερον ἱστιοφόρον ἦτο ARGUS. Ἐθεωρήθη δέ, ὃτι τό ὂνομα ἀνεφέρετο εἰς τόν Ἂργον καί ἀπό τήν Μυθολογικήν «ΑΡΓΩ». Χωρίς νά ἀποκλείηται τοῦτο, πιστεύω, ὃτι ἲσως τό ὂνομα νά παραπέμπῃ καί εἰς τό Γαλλικόν ὂνομα τοῦ Καντονίου Aargau, πού εἶναι ARGOVIE. Μετά θάνατον τοῦ ἀντισυνταγματάρχου Suter οἱ συγγενεῖς του τό ἐδώρισαν εἰς τό Μουσεῖον τῆς πόλεως. Σήμερον καί τά δύο ἱστιοφόρα ἐκτίθενται τό ἓν πλησίον τοῦ ἂλλου καί εἶναι ἀμφότερα τό καμάρι τῆς πόλεως τοῦ Zofingen.

            Μεγάλην ὑποστήριξιν πρός τόν ἀγῶνα τῶν Ἑλλήνων προσέφερεν καί ὁ Φιλελληνικός Σύλλογος τῆς Λουκέρνης, νοτίως τοῦ Καντονίου τοῦ Aargau. Εἰς ἒκκλησίν του ἀναφέρει: «Ἡ Ἑλλάς ἀγωνίζεται σκληρῶς σήμερον διά νά ἀποκτήσῃ τά ὓψιστα ἀγαθά πού ἒδωσεν ὁ Θεός εἰς τόν ἂνθρωπον: τήν Θρησκείαν, τήν Πατρίδα καί τήν Ἐλευθερίαν. Ἂς εἶναι ἱερός ὁ ἀγών τῶν Ἑλλήνων …. Καί ἡμεῖς νά ἐνισχύσωμεν μέ τόν ὀβολόν μας τάς ἀόκνους προσπαθείας πού κάνει ἡ Πατρίς μας διά νά ὑποστηρίξῃ τόν Χριστιανισμόν καί νά βοηθήσῃ τούς πάσχοντας συνανθρώπους μας». Εἰς τήν Λουκέρνην συνεκεντρώθη τῷ 1823 ἀπό ἐράνους τό ποσόν τῶν 1.049 φράγκων.

            Δυτικῶς τοῦ Καντονίου τῆς Λουκέρνης εἶναι τό Καντόνιον τῆς Βέρνης, ὃπου ἱδρύθη ὁ πρῶτος Φιλελληνικός Σύλλογος τῆς Ἑλβετίας τήν 1ην Αὐγούστου, 1821. Διά τήν Βέρνην ἒχομεν ἢδη ὁμιλήσει. Εἰς Βέρνην παρατηρεῖται μία ἀποστασιοποιημένη στάσις τῆς Κεντρικῆς Κυβερνήσεως. Αὓτη εὑρεθεῖσα ὑπό μεγάλην πίεσιν ἐκ μέρους τοῦ Μέττερνιχ, ἀλλά καί ταὐτοχρόνως ἀντιμετωπίζουσα ἐσωτερικῶς ἰσχυρόν Φιλελληνικόν ῥεῦμα μέ πρωτοστάτας λογίους, καθηγητάς, νομικούς, ἱατρούς καί ἐκκλησιαστικούς, ἠναγκάσθη ἐν τέλει νά τηρήσῃ μίαν ἀνεκτικήν στάσιν πρός τούς Ἓλληνας πρόσφυγας, διά νά μήν ἒρχηται ἀντιμέτωπος πρός τά φιλελληνικά αἰσθήματα τοῦ Ἑλβετικοῦ λαοῦ. Σημειωτέον ὃτι οἱ ἒρανοι εἰς τό Καντόνιον τῆς Βέρνης ἀπό 28 κοινότητάς της ἀπέφερον τό σεβαστόν ποσόν τῶν 7.972 φράγκων.

            Δυτικώτερον τοῦ Καντονίου τοῦ Aargau εἶναι τό Καντόνιον τῆς Βασιλείας, τοῦ ὁποίου ὁ Φιλελληνικός Σύλλογος ἱδρύθη τήν 27ην Μαρτίου, 1822, κατόπιν προτροπῆς τοῦ Συλλόγου τῆς Ζυρίχης, ὃστις συνετόνιζεν ὃλους τούς Φιλελληνικούς Συλλόγους τῆς Ἑλβετίας. Τόν Φιλελληνικόν Σύλλογον τῆς Βασιλείας ἀπήρτιζον κυρίως Ἐκκλησιαστικοί καί τῶν δύο δογμάτων, ὡς καί Πανεπιστημιακοί, δίδοντες μεγάλην βαρύτητα καί ἐκτόπισμα εἰς αὐτόν. Σημειωτέον ὃτι ἡ Βασιλεία ἦτο πόλις μέ πολύ καλλιεργημένον πληθυσμόν, ἀφοῦ εἰς αὐτήν ἱδρύθη τῷ 1460 τό πρῶτον Πανεπιστήμιον τῆς Ἑλβετίας. Ἐξ ἂλλου τῷ 1823 ἐτυπώθη εἰς Βασιλείαν εἰς τήν Ἑλληνικήν τό Κατά Ἰωάννην Εὐαγγέλιον καί διενεμήθη εἰς τούς Ἓλληνας πρόσφυγας διά νά τούς ἐνισχύῃ εἰς τήν χριστιανικήν συνείδησιν καί πίστιν των.

            Πρέπει ἐπίσης νά σημειωθῇ ὃτι μέ τά χρήματα τῶν ἐράνων του, τό Καντόνιον τῆς Βασιλείας ἐπλήρωνε λύτρα πρός ἀπελευθέρωσιν Ἑλληνοπαίδων πού ἀπήγαγον οἱ Τοῦρκοι ὡς σκλάβους. Τά πρῶτα Ἑλληνόπουλα ἒφθασαν εἰς Βασιλείαν τήν 19/3/1827 καί ἐνεγράφησαν διά δωρεάν ἐκπαίδευσίν των εἰς τήν Τεχνικήν Σχολήν, ἣτις ἐλειτούργησεν ἀπό κοινοῦ μέ Γερμανούς φιλέλληνας εἰς τήν Γερμανικήν πλευράν τοῦ Ῥήνου εἰς τόν Πύργον Beuggen. Ἡ ἡλικία τῶν μαθητῶν ἦτο μεταξύ 7 – 18 ἐτῶν. Μεταξύ δέ τῶν Ἑλληνοπαίδων μαθητῶν τῆς Σχολῆς ἦσαν ταλαιπωρημένα παιδιά ἀπό τήν Χῖον, τό Μεσολόγγι, τήν Κρήτην καί ἀλλαχοῦ. Τό κτήριον τῆς Σχολῆς εἰς τόν Πύργον Beuggen διατηρεῖται μέχρι σήμερον.

            Πρόσφυγες ἐφιλοξενήθησαν καί εἰς τό ὀρεινόν Καντόνιον Graubünden (Γαλλιστί Grisons) εἰς τήν Νοτιο-Ἀνατολικήν περιοχήν τῆς Ἑλβετίας γνωστόν ἀπό τά θέρετρά του Davos, St. Moritz κ.ἂ. Ἐκεῖ ὑπῆρχον Φιλελληνικοί Σύλλογοι ἀκόμη καί εἰς τήν πλέον ἀπομεμακρυσμένην ὀρεινήν περιοχήν τοῦ Engadine, ὃπου ὁμιλεῖται ἡ 4η Ἐθνική Γλῶσσα τῆς Ἑλβετίας, τά Rhetto-Romanisch, ἡ Ῥωμανική γλῶσσα. Παραθέτω σωζόμενον φωτοαντίγραφον τῆς ἐκκλήσεως βοηθείας τοῦ Φιλελληνικοῦ Συλλόγου τῆς Engadine, εἰς τήν Ῥωμανικήν γλῶσσαν. Βλέπομεν λοιπόν ὃτι ὑπῆρχον οἱ Φιλελληνικοί Σύλλογοι ἀπ’ ἂκρου εἰς ἂκρον τῆς Ἑλβετίας πού ἐδραστηριοποιοῦντο πρός βοήθειαν τῶν Ἑλλήνων προσφύγων καί ὑπέρ τοῦ Ἀπελευθερωτικοῦ ἀγῶνός των.

            Μεταξύ τῶν Γερμανοφώνων Ἑλβετῶν Φιλελλήνων πρέπει ἐπίσης νά ἀναφερθῇ καί ὁ ἐκ Ζυρίχης ἰατρός Δρ. Ἰωάννης Ἰάκωβος Μέγιερ (Dr. Johann Jakob Meyer), ὃστις ἐγκατεστάθη τῷ 1821 εἰς Μεσολόγγι, ἐκεῖ ἐνυμφεύθη καί ἒμαθε νά ὁμιλῇ εὐχερῶς τά Ἑλληνικά. Ὑπῆρξε συντάκτης τῆς ἐφημερίδος τοῦ Μεσολογγίου «Ἑλληνικά Χρονικά» καί ἐσκοτώθη μέ τήν οἰκογένειάν του (σύζυγον καί παιδάκια του) τόν Ἀπρίλιον τοῦ 1826 κατά τήν ἡρωϊκήν ἒξοδον τοῦ Μεσολογγίου. Ἂλλος διακεκριμένος Ἑλβετός ἰατρός ἦτο ὁ ἐκ Beromünster τῆς Λουκέρνης Fridolin Stauffer. Ἒγραψε τά Ἀπομνημονεύματά του ἀναφερθείς κυρίως εἰς τήν πολιορκίαν τῆς Ἀκροπόλεως.

            Τά εὐχάριστα νέα: Καθώς οἱ Ἓλληνες πρόσφυγες ἦσαν διεσπαρμένοι εἰς τά διάφορα Καντόνια, ἒφθασαν ἐπί τέλους τά καλά νέα, τά ὁποῖα διεδόθησαν ἀστραπιαίως, ὃτι δηλ. ἡ Γαλλία ᾗρε τούς περιορισμούς της διά τήν διάβασιν τῶν Ἑλλήνων προσφύγων μέσῳ Γαλλικοῦ ἐδάφους καί ἐπετράπη ἡ συνέχισις τῆς πορείας των πρός Μασσαλίαν. Τοῦτο ἐπετεύχθη κατόπιν τῶν συνεχῶν διαβημάτων καί προσπαθειῶν τῆς Ἑλβετικῆς Κυβερνήσεως εἰς Βέρνην πρός τήν Γαλλικήν εἰς Παρισίους ἀλλά καί πλείστων σημαινόντων Φιλελληνικῶν Συλλόγων καί ἰδιωτῶν, τόσον τῆς Ἑλβετίας ὃσον καί τῆς Γαλλίας. Γάλλος Πρέσβυς εἰς Βέρνην ἦτο ὁ φιλέλλην Auguste-Louis de Talleyrand, συγγενής τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ Ἐξωτερικῶν Charles-Maurice de Talleyrand-Périgord, ὃστις (πρέσβυς) εἰδοποίησεν ἐπισήμως τήν Ἑλβετικήν Κυβέρνησιν περί τῆς ἀλλαγῆς τῆς Γαλλικῆς στάσεως ἒναντι τῶν Ἑλλήνων προσφύγων. Αὐτό ἀνεκοινώθη τήν 28ην Μαΐου, 1823. καί ἒτσι ἢρχισεν ἡ σταδιακή μετακίνησις τῶν προσφύγων καθ’ ὁμάδας ἀπό τά διάφορα Καντόνια, ὃπου ἐφιλοξενοῦντο, πρός τό Γαλλόφωνον Vaud (Λωζάννην) μέ προορισμόν τήν Γενεύην.

            Πρέπει νά ἀναφερθῇ ὃτι διά νά ἀλλάξῃ ἡ Γαλλική Πολιτική ἒναντι τῶν περιορισμῶν τῆς Ἱερᾶς Συμμαχίας, συνέβαλε τά μέγιστα καί τό γεγονός ὃτι Ὑπουργός τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Γαλλίας κατά τήν περίοδον 1822-1824 ἦτο ὁ μεγάλος φιλέλλην Vicomte (Ὑποκόμης) François-Auguste-René de Châteaubriand. Ὁ René de Châteaubriand ἦτο γόνος παλαιᾶς οἰκογενείας τῆς Βρετάνης, ὑπῆρξε δέ ἱκανώτατος πολιτικός, ἱστορικο-θρησκευτικός συγγραφεύς, πολυτάξειδος ἐπισκεφθείς καί τήν Ἑλλάδα, μέλος τῆς Γαλλικῆς Ἀκαδημίας, συγγράψας βιβλία ὑπέρ τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἀγῶνος μεταφρασθέντα εἰς πλείστας γλώσσας καί συνιδρυτής μετά τοῦ Ἀδαμαντίου Κοραῆ τῆς Φιλελληνικῆς Ὀργανώσεως τῶν Παρισίων. Αἱ θέσεις του διά τόν Ἑλληνικόν Ἀγῶνα ὡς ἀναφέρονται εἰς τό βιβλίον του NOTE SUR LA GRÈCE (Ὑπόμνημα περί τῆς Ἑλλάδος) ἦσαν κρυστάλλινοι: «Αἱ φιλελεύθεραι Κυβερνήσεις τῆς Εὐρώπης ἒπρεπε νά ταχθῶσιν ὑπέρ τοῦ Ἀγῶνος τῶν Ἑλλήνων» προτείνων τήν ἐπίλυσιν τοῦ Ἑλληνικοῦ ζητήματος «διά τῆς Ἀνεξαρτησίας τῆς Ἑλλάδος». Σημειωτέον ὃτι διά τήν μεγάλην συμβολήν τοῦ François-Auguste-René de Châteaubriand ἐτιμήθη τῷ 1843 ὑπό τοῦ Βασιλέως τῆς Ἑλλάδος Ὂθωνος μέ τόν Μεγαλόσταυρον τοῦ Τάγματος τοῦ Σωτῆρος.

            Πρός κάλυψιν τῆς ἀλλαγῆς πολιτικῆς της ἒναντι τῆς Ἱερᾶς Συμμαχίας, εἰς τό θέμα τῶν Ἑλλήνων μεταναστῶν, ἡ Γαλλία ἐπέβαλε κάποιους αὐστηρούς, διόλου πρακτικούς περιορισμούς, ὡς π.χ. τήν διέλευσιν τῶν συνόρων της καθ’ ὁμάδας ἐκ 3 -4 ἀτόμων καί μέ διαφοράν 3 τριῶν ἡμερῶν ἡ μία ὁμάς ἀπό τήν ἂλλην. Κατόπιν τῶν Ἑλβετικῶν ὑποδείξεων περί τῆς μή πρακτικότητος τῶν περιορισμῶν αὐτῶν, καί λόγῳ τοῦ πολύ δαπανηροῦ μιᾶς τοιαύτης διευθετήσεως, τό Ὑπουργεῖον Ἐξωτερικῶν τῆς Γαλλίας μετέτρεψε τόν ἀρχικόν περιορισμόν καί ἐπετρέπετο πλέον ἡ διέλευσις καθ’ ὁμάδας 25 ἀτόμων.

            Οἱ πρῶτοι πρόσφυγες, πού ἒφθασαν εἰς Μασσαλίαν τήν 26ην Ἰουλίου, 1823, ἀνεχώρησαν τέλος Ἰουλίου μέ μικρόν ναυλωμένον Ἰταλικόν ἱστιοφόρον καί εἰς αὐτό ἐπέβησαν 39 ἂνδρες. Ἡ δευτέρα ὁμάς ἀπέπλευσε τήν 11ην Σεπτεμβρίου, 1823, πάλιν μέ Ἰταλικόν ἱστιοφόρον ὀνομαζόμενον « L’Africain », καί εἰς αὐτό ἐπέβησαν 78 ἂτομα. Ἡ τρίτη καί τελευταία ὁμάς ἐκ 41 ἀνδρῶν ἀνεχώρησε τήν 23ην Νοεμβρίου, 1823, μέ Γαλλικόν ἱστιοφόρον. Σύνολον 158. Φαίνεται ὃτι 2 παρέμεινον εἰς Μασσαλίαν.

            Ὡς ἀναφέρει ὁ ἐκ Winterthur καθηγητής Troll εἰς τά Ἀπομνημονεύματά του ἀναχωροῦντες οἱ Ἓλληνες πρόσφυγες «ἒκαναν τάς προσευχάς των διά τό καλόν τῶν Ἑλβετῶν, οἱ ὁποῖοι τούς περιεποιήθησαν τόσον μεγαλοψύχως». Τά ἒξοδα ναυλώσεως τῶν πλοίων καί μεταφορᾶς τῶν προσφύγων ἀπό Μασσαλίαν εἰς Ἑλλάδα εἶχον καί πάλιν ἀναλάβει οἱ Φιλελληνικοί Σύλλογοι τῆς Ἑλβετίας μέ χρήματα προερχόμενα ἀπό Ἑλβετικούς ἐράνους καί Ἑλβετούς φιλέλληνας. Τό ἀκριβές κόστος τῆς ναυλώσεως τῶν τριῶν ἱστιοφόρων καί τοῦ ταξειδίου ἀπό Μασσαλίαν εἰς Ἑλλάδα ἀνῆλθεν εἰς τό πολύ μεγάλον ποσόν τῶν 21.816 φιορινίων, 17 σελινίων καί 7 λεπτῶν. Ὡς γνωστόν, οἱ Ἑλβετοί εἶναι πολύ τυπικοί εἰς τήν λεπτομερῆ τήρησιν τῶν λογαριασμῶν. Ἐν σχέσει πρός τήν ἀπόστασιν, ὡς ἀνέφερον ἢδη, ἀπό τήν Ὀδησσόν μέχρι τά Ἑλβετικά σύνορα αὓτη ἦτο 2340 χλμ. Ἀπό τό Schaffhausen μέχρι Γενεύην περίπου 310 χλμ. καί ἀπό Γενεύην εἰς Μασσαλίαν μέσῳ Λυών 350 χλμ. Ἂρα σύνολον διανυθείσης ἀποστάσεως 3000 χλμ. Ἰδιαίτερον ἐνδιαφέρον ἒχει ἡ θερμή εὐχαριστήριος ἐπιστολή τήν ὁποίαν ἒστειλεν ὁ Πολυχρόνης τοῦ Ἀποστόλου εἰς τόν Γραμματέα τοῦ Φιλελληνικοῦ Συλλόγου τῆς Ζυρίχης Johann Kaspar von Orelli. Ἐπισυνάπτω διαφάνειαν τῆς σωζομένης ἐπιστολῆς τοῦ Πολυχρόνη.

            Ὁ Ἀλέξανδρος Μαυροκορδᾶτος, Γενικός Γραμματεύς τῆς Προσωρινῆς Διοικήσεως τῆς Ἑλλάδος, ἀπέστειλεν εἰς τήν πόλιν Aarau εὐχαριστήριον ἐπιστολήν ἡμερ. 16/6/1823 ἀπευθυνομένην εἰς ὃλους τούς Ἑλβετικούς Φιλελληνικούς Συλλόγους. Εἰς τήν ἰδίαν ἐπιστολήν ὁ Ἀλέξανδρος Μαυροκορδᾶτος ἒκανε ἰδιαιτέραν μνείαν εἰς τόν ἐξ Aarau Heinrich Zschokke, ὃστις ἀπέστειλε 2000 τυφέκια καί πυρομαχικά εἰς τούς μαχομένους Ἓλληνας ἐν Ἑλλάδι.

            ΓΑΛΛΟΦΩΝΑ ΚΑΝΤΟΝΙΑ: Τά δύο Γαλλόφωνα Καντόνια, τά ὁποῖα ἐπρωτοστάτησαν εἰς τήν φιλοξενίαν τῶν Ἑλλήνων προσφύγων, ἦσαν τῆς Γενεύης καί τοῦ Vaud, τό ὁποῖον συνεκέντρωσε διά τούς πρόσφυγας τό σεβαστόν ποσόν τῶν 5.744 φράγκων. Πρωτεύουσα τοῦ Καντονίου Vaud εἶναι ἡ Λωζάννη. Ὃσον ἀφορᾷ τόν Φιλελληνικόν Σύλλογον τῆς Γενεύης, αὐτός ἱδρύθη ἀρχάς τοῦ 1822 ὑπό τοῦ πάστορος Georg Wilhelm Geslach. Ἢδη ἀπό τόν καιρόν τοῦ Ἰωάννου Καποδίστρια ὡς Διπλωμάτου τῆς Ῥωσσίας καί τῆς παραμονῆς του εἰς τήν Γενεύην συνεκεντρώθησαν περί αὐτόν πλεῖστοι Ἑλβετοί Φιλέλληνες, μεταξύ δέ τούτων καί ὁ πλούσιος Τραπεζίτης Jean-Gabriel Eynard, ὁ ὁποῖος ποικιλοτρόπως ἐβοήθησε καί ἐστήριξε μέ πολύ μεγάλα ποσά τόν ὑπέρ Ἀνεξαρτησίας ἀγῶνα τῶν Ἑλλήνων. Θά πρέπῃ να σημειωθῇ ὃτι εἰς τήν Γαλλόφωνον Ἑλβετίαν οἱ Σύλλογοι ὠνομάζοντο Comités, δηλ. Κομιτᾶτα. Φιλελληνικοί Σύλλογοι πού συνεισέφερον χρήματα διά τούς πρόσφυγας ὑπῆρξαν καί εἰς τά Γαλλόφωνα Καντόνια Valais καί Neuchâtel ἂνκαι μή εὑρισκόμενα εἰς τήν πορείαν των πρός Γενεύην. Ἐπίσης καί εἰς τό Fribourg ὑπῆρξαν Φιλελληνικοί Σύλλογοι.

            Διά τούς ἐκ Γενεύης Φιλέλληνας ἀναφέρομαι εὐθύς ἀμέσως: Κατά πρῶτον εἰς τόν μέγαν εὐεργέτην τῆς Ἑλλάδος, Τραπεζίτην Jean-Gabriel Eynard: Ἢδη ἐλέχθη ὃτι ὑπῆρξεν ἐπιστήθιος φίλος τοῦ Ἰωάννου Καποδιστρίου. ἀπό τόν καιρόν πού ὁ τελευταῖος ἦτο Διπλωμάτης περιωπῆς εἰς τό Ῥωσσικόν Ὑπουργεῖον Ἐξωτερικῶν καί μετέπειτα ὃταν διέμεινεν ἐπί διετίαν εἰς Γενεύην. Ὁ Jean-Gabriel Eynard (Ἰωάννης Γαβριήλ Ἐϋνάρδος) 1775-1863, ὑπῆρξε Πρόεδρος ὃλων τῶν Φιλελληνικῶν Συλλόγων τῆς Εὐρώπης καί Σύμβουλος τοῦ νεοσυστάτου Ἑλληνικοῦ Κράτους. Ἀπεκαλεῖτο δέ ὑφ’ ὃλων ὡς ὁ «Πρύτανις τῶν Φιλελλήνων». Ἀπό τήν καθημερινήν φιλελευθέραν ἐφημερίδα Journal de Genève, πού εἶχε συνολικῶς ζωήν 172 ἐτῶν, ἀπό τό 1823 μέχρι τελευταίως τό 1998, μανθάνομεν ὃτι ὁ Ἐϋνάρδος εἶχεν ἀπευθύνει ἒκκλησιν πρός τά Ἑλβετικά καντόνια καί ὃλους τούς Εὐρωπαίους φιλέλληνας πρός συγκέντρωσιν χρημάτων διά τόν Ἀπελευθερωτικόν Ἀγῶνα τῆς Ἑλλάδος. Ἡ ἒκκλησίς του εἶχε τεραστίαν ἀπήχησιν πανευρωπαϊκῶς. Δι’ αὐτόν τόν λόγον ὁ Ἐϋνάρδος ἀνεκηρύχθη Πρόεδρος ὃλων τῶν Φιλελληνικῶν Κομιτάτων ἢ Συλλόγων τῆς Εὐρώπης. Ἡ Journal de Genève ἒγραψεν ὃτι τοιαύτη ὑπῆρξεν ἡ συγκίνησις καί ὁ ἐνθουσιασμός τοῦ κοινοῦ πρός ἐνίσχυσιν τοῦ Ἀγῶνός τῆς Ἑλλάδος, ὣστε ἓν κοριτσάκι προσῆλθεν εἰς τήν Journal de Génève μέ τόν κουμπαρᾶν του, τόν ἒσπασεν ἐκεῖ καί τό περιεχόμενον του ἐκ 3½ φλωρινίων τό προσέφερε διά τόν Ἑλληνικόν Ἀγῶνα!

            Εἶναι ὁ Eynard, ὃστις ἐπρότεινε τόν Ὂθωνα τῆς Βαυαρίας ὡς Βασιλέα τῆς Ἑλλάδος καί τό 1842 ὑπῆρξεν εἷς τῶν συνιδρυτῶν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος, μάλιστα δέ καί μέλος τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου ταύτης. Καί ἀκόμη ὁ Ἐϋνάρδος μέ ἒξοδα ἰδικά του ἒκτισε καί συνετήρει τό ἓν ἐκ τῶν τριῶν σχολείων, τά ὁποῖα ἐλειτούργουν ἐντός τοῦ πρώτου Ὀρφανοτροφείου τῆς Ἑλλάδος, τό ὁποῖον ἐδημιούργησεν ὁ Ἰωάννης Καποδίστριας εἰς Αἲγιναν, ἣτις ὑπῆρξεν ἡ πρώτη πρωτεύουσα τοῦ Νέου Ἑλληνικοῦ Κράτους.

            Καί κάτι ἂλλον ἀκόμη πολύ ἐνδιαφέρον: Ἡ Οἰκογένεια Eynard κατήγετο ἀπό τήν Λυών τῆς Γαλλίας. Μέ τήν ἒκρηξιν τῆς Γαλλικῆς Ἐπαναστάσεως ἡ οἰκογένεια κατέφυγεν εἰς Γενεύην. Τῷ 1795 διέμεινεν ἐπί τινα ἒτη εἰς τήν Γένοαν τῆς Ἰταλίας, ἣτις Γαλλιστί ὀνομάζεται Gênes. Τῷ 1800 ἀνέλαβε μέ τόν ἀδελφόν του τόν ἐφοδιασμόν τοῦ Στρατοῦ τοῦ Masséna, Γάλλου Ἀρχιστρατήγου τοῦ Ναπολέοντος εἰς Ἰταλίαν, μέ στρατιωτικάς στολάς ἀπό ἓν εἰδικόν ὓφασμα τῆς Γενούης (τῆς Gênes), χρώματος μπλέ – τοῦ bleu de Gênes – ῥάβοντες ταύτας εἰς τά ateliers των. Ἡ ὀνομασία τοῦ ὑφάσματος αὐτοῦ μετεξελίχθη εἰς τό παγκοσμίως πασίγνωστον σήμερον «blue jeans»! Ἑπομένως δέν εἶναι ὁ Levi (Λήβαϊ) ὁ ἐφευρέτης τοῦ ὑφάσματος αὐτοῦ. Μπορεῖ νά ἒφερε τό ὓφασμα αὐτό εἰς Ἀμερικήν τῷ 1873. Ἀλλ’ ὡς εἲδομεν, τοῦτο ὑπῆρχεν ἢδη εἰς Εὐρώπην πρό τοῦ 1800, ἀφοῦ οἱ ἀδελφοί Eynard κατεσκεύαζον τότε μέ αὐτό εἰς Γένοαν τάς στολάς τοῦ στρατοῦ τοῦ Massena.

            Εἶναι ἐπίσης πρέπον νά γνωρίζωμεν ὃτι οἱ Ἓλληνες φοιτηταί εἰς Ἑλβετίαν, καί κυρίως τῆς Γενεύης καί τῆς Ζυρίχης, μέ ἒξοδα ἰδικά των ἀνήγειρον τῷ 1907 εἰς Γενεύην προτομήν τοῦ μεγάλου Ἑλβετοῦ εὐεργέτου τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπαναστάσεως Jean Gabriel Eynard. Τήν προτομήν ἐφιλοτέχνησεν ὁ διάσημος Ἑλβετός γλύπτης Auguste de Niederhausen ἂλλως γνωστός μέ τό ψευδώνυμον Rodo. Ἡ προτομή τοῦ Ἐϋνάρδου εἰς Γενεύην.

            Εἷς ἂλλος Ἑλβετός φιλέλλην, ἦτο ὁ λογοτέχνης Albert Richard, ὃστις ἐπωλοῦσε τῷ 1827 τό τότε ἐκδοθέν βιβλίον του « Les Deux Helvetiennes » (Αἱ Δύο Ἑλβετίδες) πρός ὂφελος τῶν Ἑλλήνων Ἀγωνιστῶν. Ἐξ ἂλλου ὃσοι δέν εἶχον χρήματα προσέφερον μίαν ὣραν καθημερινῆς ἐργασίας διά τόν Ἑλληνικόν Ἀγῶνα. Καί ἂλλοι μέ διαφορετικούς τρόπους.

            Ἓτερος διακεκριμένος Γαλλόφωνος Ἑλβετός ἦτο ὁ ἰατρός Δρ. André Louis Gosse (Ἀνδρέας Λουδοβῖκος Γκόςς) 1791 – 1873. Ὁ Gosse ἐξήσκει τό ἐπάγγελμά του εἰς Γενεύην, ὃπου ἦτο πολύ γνωστός ἰατρός ἒχων εὐρυτάτην πελατείαν. Ὑπῆρξεν ἐκ τῶν ἱδρυτῶν τῆς περιφήμου ἐφημερίδος τῆς Γενεύης Journal de Genève. Ἐγνωρίσθη μέσον τοῦ φίλου του Ἑλβετοῦ Τραπεζίτου Jean Gabriel Eynard μέ τόν Κόμητα Ἰωάννην Καποδίστριαν καί συνειργάσθησαν καί οἱ τρεῖς των στενῶς διά τήν ἐπιτυχίαν τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπαναστάσεως καί τήν οἰκονομικήν διοργάνωσιν τοῦ νεοσυστάτου Ἑλληνικοῦ Κράτους.

            Ὁ ἰατρός Gosse κατόπιν τῶν ἐπανειλημμένων παρακλήσεων τοῦ Ἰωάννου Καποδιστρίου μετέβη εἰς Ἑλλάδα τῷ 1826, ὃπου καί παρέμεινε 2½ ἒτη ἐξασκῶν ἐκεῖ τό ἰατρικόν ἐπάγγελμά του περιθάλπων τούς ἀσθενοῦντας ἐκ τῆς ἐπαράτου ἐπιδημίας τῆς πανώλους. Ταὐτοχρόνως ὑπῆρξεν ἐπιμελητής τοῦ Στόλου, ἐπίσημος εἰσπράκτωρ τῶν φόρων τοῦ Ἀρχιπελάγους (τοῦ Αἰγαίου), προσωπικός ἐκπρόσωπος τοῦ Ἐϋνάρδου ἐν Ἑλλάδι καί ὑπεύθυνος ἐν Ἑλλάδι ὃλων τῶν ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ λαμβανομένων εἰσφορῶν διά τόν Ἀγῶνα.

            Εἰς ἐπιστολήν τοῦ ἰατροῦ Gosse πρός τόν φίλον του Ἐϋνάρδον περιέγραψε τήν ἂφιξιν τοῦ Ἂγγλου Λόρδου – Μαρκησίου Thomas Cochrane ὡς Ἀρχιναυάρχου τῆς Ἑλλάδος. Ἡ Ἐθνοσυνέλευσις ἐλάμβανε χώραν ἐντός ἑνός περιβολίου εἰς τό χωρίον Δαμαλᾶ τῆς Τροιζῆνος τήν 29ην Μαρτίου, 1827. Τήν περιγράφει ὁ ἰατρός Gosse, ὡς ἐξῆς: «Εἰς τήν εἲσοδον τοῦ χωρίου Δαμαλᾶ παρέλαβον τόν Ἀρχιναύαρχον Κόχραν οἱ Ἓλληνες Στρατηγοί Κολοκοτρώνης καί Μεταξᾶς καί τόν ὡδήγησαν κρατοῦντές τον ἀπό τήν χεῖρα εἰς τό μέσον ἀγωνιστῶν παλληκαριῶν εἰς ἓνα κῆπον ἀπό λεμονιάς, ὃπου συνεδρίαζεν ἡ Ἐθνοσυνέλευσις» ἐκ 200 περίπου βουλευτῶν». Χαρακτηριστική ἐπίσης εἶναι ἡ περιγραφή τοῦ κήπου ἀπό τόν Ἑλβετόν ἰατρόν Gosse : «Ἡ πρωτοτυπία τοῦ μέρους, ἡ πυκνότης τῶν φυλλωμάτων, τό ἂρωμα τῶν ἀνθέων, προσέδιδον εἰς τήν συνάθροισιν ἐκείνην κάτι τό μαγικόν, ἡ δέ ποικιλία τῶν ἐνδυμασιῶν συνεπλήρου τό σύνολον τῶν ὑπερόχων ἐντυπώσεων!»

            Σημειωτέον ὃτι ἡ Ἐπαναστατική Ἑλληνική Κυβέρνησις δι’ ἐπιστολῆς τοῦ Γενικοῦ Γραμματέως της Ἀλεξάνδρου Μαυροκορδάτου ἀνεκήρυξεν ἢδη ἀπό τόν Ἰούνιον τοῦ 1823 τόν μέγαν φιλέλληνα Ἑλβετόν Τραπεζίτην τῆς Γενεύης Jean-Gabriel Eynard καί τόν ἰατρόν André Louis Gosse ὡς καί τούς ἐκ Ζυρίχης: Kαθηγητήν καί Πρόεδρον τοῦ Φιλελληνικοῦ Συλλόγου Johann Heinrich Bremi, τόν ἐπίσης λόγιον Γραμματέα τοῦ Φιλελληνικοῦ Συλλόγου Johann Gaspard von Orelli, ὃστις μετέφρασε εἰς τήν Γερμανικήν τό βιβλίον τοῦ Ἀδαμαντίου Κοραῆ «Παραινέσεις Πολιτικαί πρός τούς Ἓλληνας» (Politische Ermahnungen an die Griechen) καί τόν νομικόν καί Πρόεδρον τοῦ Καντονίου τῆς Ζυρίχης, Conrad Melchior Hirzel, εἰς ἐπιτίμους πολίτας τῆς Ἑλλάδος. Ἐπισυνάπτω τήν εὑρεθεῖσαν ἐπιστολήν τοῦ Μαυροκορδάτου πρός τόν von Orelli.

            ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Ὡς συνηθίζει ὁ ὁμιλῶν σᾶς παραθέτω ἐν κατακλεῖδι κάποια συμπεράσματα καί παρατηρήσεις του. Πρέπει νά λεχθῇ ὃτι αἱ ἐκφραζόμεναι ἀπόψεις εἶναι ἀποκλειστικῶς τοῦ ὁμιλοῦντος καί οὐδεμιᾶς ἒξωθεν ὑποβολῆς τυχγάνουσιν αὗται:

            α) Τό πρῶτον εἶναι ὃτι καί ἡμεῖς, οἱ Ἓλληνες Κύπριοι, δέν πρέπει νά ὑποτιμῶμεν τήν σημασίαν τῶν εὐγενῶν χειρονομιῶν τῆς Ἑλβετίας πρός ἡμᾶς κατά τά τελευταῖα ἒτη πρός διευθέτησιν τοῦ χρονίζοντος προβλήματός μας. Λέγω τοῦτο διότι ἡ Ἑλβετία ἀνεμείχθη εἰλικρινῶς, δραστηρίως καί διακριτικῶς εἰς τήν λύσιν τοῦ προβλήματός μας καί ἒδωσε κάθε βοήθειαν καί διευκόλυνσιν πρός τόν σκοπόν αὐτόν. Καί ποία ὑπῆρξεν ἡ στάσις ἡμῶν τῶν Κυπρίων πρός τήν χώραν αὐτήν; Τήν ἀπάντησιν διαπιστώνομεν ἐκ τῆς στάσεώς μας ἒναντι τῶν ἐπισήμων προσκλήσεων καί φιλοξενίας τῆς χώρας αὐτῆς πρός ἡμᾶς διά τά τρία «τελικά» πρός λύσιν, ὡς διεφαίνοντο ἑκάστην φοράν, Συνέδρια, τά ὁποῖα ἒλαβον χώραν εἰς Ἑλβετίαν. Τό μέν πρῶτον εἰς Bürgenstock τῷ 2004, τό δεύτερον εἰς Mont Pèlerin τῷ 2016 καί τό τρίτον εἰς Crans Montana τῷ 2017 (5-7/7/2017). Ὑπάρχουσι καί ἂλλα εἰς Γενεύην.

            Θά ἀναφερθῶ ἰδιαιτέρως εἰς τό Bürgenstock τῷ 2004, τό ὁποῖον, θεωρῶ, ὡς οὐσιώδους σημασίας καί βαρύτητος διά τήν τύχην τῆς Κύπρου. Δυστυχῶς ὑπετιμήσαμεν τήν χειρονομίαν τῆς Ἑλβετίας καί δέν ἀντελήφθημεν τό βαθύτερον νόημα τό ὁποῖον ἐμπεριεῖχεν – ὃτι δηλ. ἡ Ἑλβετία ἢνοιξε πρός ἡμᾶς, τούς Ἓλληνας Κυπρίους ἀλλά καί τούς Τουρκοκυπρίους, τά πλέον μύχια τῶν ἱστορικῶν αἰσθημάτων καί παραδόσεών της, ἀφοῦ διά τήν λύσιν τοῦ προβλήματός μας μᾶς παρεχώρησε τότε τό ἱερώτερον μέρος τῆς Ἱστορίας της. Καθώς, ὡς ἦτο τότε γνωστόν, τό πρόβλημά μας ηὑρίσκετο πλέον εἰς τό τελευταῖον στάδιον τῆς τελικῆς συμφωνίας του, τοὐλάχιστον αὐτήν τήν ἐντύπωσιν ἐδίδομεν τότε καί ἒτσι μᾶς ἢνοιξαν οἱ Ἑλβετοί διάπλατα τάς συναισθηματικάς πύλας τῆς ἱστορίας των ἀλλά δυστυχῶς τότε ἡμεῖς ἐνεπαίζομεν τούς πάντας. Ἢθελον, βλέπετε, νά ἀνταποδώσωσιν οἱ Ἑλβετοί κατά τινα τρόπον τήν μεγάλην εὐγένειαν καί χειρονομίαν τοῦ Ἰωάννου Καποδιστρίου πρός αὐτούς. Τό ἐθεώρουν ὃτι ὑπῆρχε μία εἰσέτι ἀνεκπλήρωτος ἠθική ὑποχρέωσίς των πρός τούς Ἓλληνας. Δηλ. ὃπως ὁ Ἰωάννης Καποδίστριας ἐξεπόνησε δι’ αὐτούς τότε τό νέον Σύνταγμα τῆς Χώρας των, τό ὁποῖον διεφύλαξε τήν Ἀκεραιότητα, Ἀνεξαρτησίαν καί Οὐδετερότητα τῆς Ἑλβετίας ἐν μέσῳ τόσων Εὐρωπαϊκῶν ἀναταραχῶν, ἀνακατατάξεων καί δολοπλοκιῶν, ἐθεώρησαν καί οἱ Ἑλβετοί, ὡς πολύ ἒντιμοι ἂνθρωποι πού εἶναι, ὃτι ἦτο ἡ ὣρα καί δι’ αὐτούς μιᾶς εὐγενοῦς χειρονομίας καί ἀνταποδόσεως τῆς μεγάλης εὐγενείας καί καλωσύνης τοῦ Ἰωάννου Καποδιστρίου πρός αὐτούς.

            Καί ἐξηγῶ: Διότι τό Σύνταγμα, πού μᾶς προετάθη, καί ὡς ἀπεκάλυψε τοῦτο ὁ ἀείμνηστος Ἀλέκος Μαρκίδης, Γενικός Εἰσαγγελεύς ἐπί Προεδρίας Γλαύκου Κληρίδη, κατά τήν ἐξήγησιν τοῦ προταθέντος εἰς ἡμᾶς τότε σχεδίου κατά τήν συνάντησιν ἡ ὁποία ἐπραγματοποιήθη διά τόν ἐμποροβιομηχανικόν κόσμον εἰς τό Κυπριακόν Ἐμπορικόν καί Βιομηχανικόν Ἐπιμελητήριον – ΚΕΒΕ – περίπου 20 ἡμέρας πρό τοῦ Δημοψηφίσματος, τό προταθέν Σύνταγμα ἦτο ἒργον τῶν καλυτέρων Ἑλβετῶν Συνταγματολόγων ἐπί τῇ βάσει τῶν μακροχρονίως συλλεγέντων στοιχείων τοῦ Ο.Η.Ε. διά τό Κυπριακόν ζήτημα καί τά ὁποῖα ἀπησχόλουν καί ἐπηρέαζον ἀρνητικῶς τάς σχέσεις τῶν δύο κοινοτήτων ἐπί μίαν 30ετίαν μέχρι τότε. Τό προταθέν σχέδιον δέν ἦτο ἒργον οὒτε τοῦ Kofi Annan, οὒτε ἂλλου τινός. Τό προταθέν Ὁμοσπονδιακόν Σύνταγμα τῆς Κύπρου ἦτο ἒργον μεγάλης ὁμάδος διακεκριμένων Ἑλβετῶν συνταγματολόγων ἐνεργούντων κατόπιν ὁδηγιῶν τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν. Μάλιστα δέ τότε τόση ὑπῆρξεν ἡ ἀγένεια ἡμῶν τῶν Κυπρίων πρός αὐτούς τούς διακεκριμένους ἐπιστήμονας νομικούς συνταγματολόγους, πού δέν ἐπετρέψαμεν κἂν εἰς τόν ἐπί κεφαλῆς των Ἑλβετόν Συνταγματολόγον νά μᾶς ἐξηγήσῃ, εἰς τόν Κυπριακόν λαόν, τά διάφορα σημεῖα αὐτοῦ τοῦ ἐκπονηθέντος Συντάγματος ὑπό τῆς Ἑλβετίας διά τήν Κύπρον. Ἐλάβομεν τότε «ἂριστα ἀγενοῦς συμπεριφορᾶς»!

            Σᾶς ἀνέφερον ἐπίσης ὃτι εἰς τό Bürgenstock ἡ Ἑλβετία τῷ 2004 μᾶς ἢνοιξε τά μύχια τῆς ψυχῆς της καί τῆς Ἱστορίας της. Καί τό ἐννοῶ πλήρως: Διότι εἶναι ἀκριβῶς εἰς ἓν ξέφωτον τῆς περιοχῆς αὐτῆς, ὃπου τῷ 1291, πρό 730 ἐτῶν, συνηντήθησαν μέ τό πρῶτον θαμπόν ῥόδισμα τῆς αὐγῆς τῆς 1ης Αὐγούστου, 1291, οἱ προὒχοντες τῶν 3 Κεντρικῶν Καντονίων, Uri, Schwyz καί Unterwalden, καί ἐκήρυξαν τότε τήν ἳδρυσιν τῆς Πρώτης μετά τήν Ἑλληνικήν Ἀρχαιότητα Δημοκρατίας εἰς τήν Εὐρώπην, ἱδρύσαντες Das Bund der Eidgenossenschaft der Schweiz, ἢτοι τήν Ἑλβετικήν Ὁμόσπονδον Δημοκρατίαν, τῷ 1291. Μεταξύ τῶν προὐχόντων Ἑλβετῶν πού ἦσαν παρόντες, ἀπό τό Uri ἀναφέρω τόν θρυλικόν ἣρωα Γουλιέλμον Τέλλον, ἀπό τό Schwyz τόν σοφόν γηραιόν Werner Stauffacher καί ἀπό τό Unterwalden τόν Arnold von Melchthal. Ἂλλοι παρόντες προὒχοντες ἦσαν καί οἱ Walter Fürst, Baumgarten, ὁ ἱερεύς Rösselmann κ.ἂ.

            Ἡμεῖς ὃμως εἰς Bürgenstock «ἀγρόν ἠγοράζαμεν»… Ἐνομίζομεν ὃτι μᾶς ἒβαλον ἐκεῖ διά νά βλέπωμεν ἀπό ὑψηλά τήν ὡραίαν θέαν πρός τήν Λουκέρνην καί τήν Λίμνην τῶν Τεσσάρων Δασωδῶν Καντονίων (Vierwaldstättersee) διά νά περάσωμεν ὡραῖα τόν καιρόν μας καί μετά φεύγοντες νά κάνωμεν τοῦ κεφαλιοῦ μας! Ἐκεῖνο πού μᾶς προσέφερον τότε οἱ Ἑλβετοί διά τῆς χειρονομίας των εἶναι ἀκριβῶς τό ἲδιον, ὡσάν ἡμεῖς οἱ Ἓλληνες νά ξεναγῶμεν ἐκλεκτούς ξένους μας, πού θέλομεν νά τιμήσωμεν ἰδιαιτέρως, εἰς τήν Ἀκρόπολιν ἢ τήν ἀρχαίαν Ὀλυμπίαν ἢ τούς Δελφούς ἢ τήν Μονήν τῆς Ἁγίας Λαύρας, καί ἡμεῖς οἱ Ἓλληνες Κύπριοι εἰς τά Φυλακισμένα Μνήματά μας, πού εἶναι τόπος πολύ ἱερός δι’ ἡμᾶς.

            β) Μετά μεγάλης εὐχαριστήσεως διαπιστώνει τις ὃτι ἡ σημερινή Αὐστρία πρός μεγάλον ἒπαινόν της πόρρω ἀπέχει ἀπό τόν τότε Metternich. Συμπαρατάσσεται πλήρως μέ τήν Ἑλλάδα καί, ὡς εἲδομεν, τήν βοηθεῖ παντοιοτρόπως καί εἰς τόν Ἓβρον καί εἰς τό πολιτικόν πεδίον πρός ἀντιμετώπισιν τῶν μεταναστευτικῶν καί ἂλλων κακοβούλων ῥαδιουργιῶν τοῦ Ἐρντογάν. Εἶναι δέ χαρακτηριστική ἡ ἀπάντησις τοῦ Αὐστριακοῦ ἀξιωματούχου εἰς τόν Ἓβρον πρός τόν αὐθάδη Τοῦρκον στρατιωτικόν, ὃστις τοῦ ἐζήτησε νά ἐπιστρέψῃ εἰς τήν χώραν του. Καί ὁ Αὐστριακός ἀξιωματικός εὐθαρσῶς τοῦ ἀπήντησε: «Ἡ Ἑλλάς εἶναι ἡ χώρα μου! Ἐδῶ εἶναι τά σύνορα τῆς Εὐρώπης!» !» Ἀκόμη καί τήν περασμένην ἑβδομάδα ἡ Ὑπουργός Εὐρωπαϊκῶν Ὑποθέσεων τῆς Αὐστρίας, εὑρισκομένη εἰς Κύπρον διεδήλωσε τήν πλήρη ὑποστήριξιν τῆς Αὐστρίας πρός τήν Κύπρον καί ὃτι ἡ Αὐστρία θεωρεῖ «ἀπαράδεκτα ὃσα συμβαίνουσιν εἰς Κύπρον ὑπό τῆς Τουρκίας καί ὃτι ὀφείλει ἡ Τουρκία νά σταματήσῃ αὐτάς τάς προκλήσεις ἐναντίον τῆς Κύπρου καί νά σεβασθῇ τό Διεθνές Δίκαιον».

            Βεβαίως δέ καί εἰς τόν ἐπιστήθιον φίλον τῆς Ἑλλάδος καί τῆς Κύπρου Πρόεδρον τῆς Γαλλίας Emmanuel Macron καί τόν Γαλλικόν λαόν καί τήν Γαλλίαν, τούς ὁποίους ὁ Ἑλληνικός καί Κυπριακός λαός περιβάλλουσι καί θά περιβάλλωσι πάντοτε μέ αἰώνιον εὐγνωμοσύνην καί ἀγάπην.

            γ) Ἡ τρίτη παρατήρησις τοῦ γράφοντος εἶναι ἡ κάτωθι: Ἒχω πληροφορηθῆ ὃτι ἡ Κύπρος δέν ἐκπροσωπεῖται μέ Πρεσβείαν εἰς τήν Ἑλβετίαν, ἀλλά μέ Προξενεῖα. Ἡ Ἑλβετία ἂνκαι μικρά εἰς μέγεθος ἒχει ἀπροσμέτρητον διεθνές ἐκτόπισμα – διπλωματικόν καί οἰκονομικόν καί βιομηχανικόν καί πολιτιστικόν. Εἶναι μεγάλη παράλειψις, πιστεύω, πρός μίαν τοιαύτης σημασίας Χώραν, ἡ ὁποία προσέφερε καί συνεχίζει νά προσφέρῃ τόσας βοηθείας πρός τήν Κύπρον, ἡμεῖς νά μήν ἒχωμεν τήν ἐπισημοτέραν τῶν διπλωματικῶν ἐκπροσωπήσεων μας, ἢτοι Πρεσβείαν τῆς Κύπρου εἰς τήν Χώραν αὐτήν. Νά τό χαρακτηρίσω ὡς ἂγνοιαν ἢ ἀθέλητον ἀγνωμοσύνην ἐκ μέρους μας;

            δ) Τό τέταρτον καί τελευταῖον σημεῖον διά τοῦ ὁποίου ὁ ὁμιλῶν κλείει τάς παρατηρήσεις του εἶναι ὁ μνημειώδης ὃρκος τῶν Ἑλβετῶν προὐχόντων, ἱδρυτῶν τότε τοῦ ἐκ 3 Καντονίων πρώτου πυρῆνος τῆς Ἑλβετικῆς Ὁμοσπόνδου Δημοκρατίας τῷ 1291, ὃπως πολύ ἐξόχως τόν διετύπωσεν ὁ μεγάλος Γερμανός συγγραφεύς Friedrich Schiller, εἰς ἓν ἀπό τά σημαντικώτερα ἒργα του, τόν Wilhelm Tell («Γουλιέλμον Τέλλον»). Ὁ Schiller περιγράφει τήν σκηνήν τῶν προὐχόντων ὡς κάτωθι: Αὐτοί συγκεντρωμένοι εἰς ἓν ξέφωτον, τό Rütli, τῶν ὀρέων τῶν 3 ἱδρυτικῶν Καντονίων καί μέ ἀνυψωμένην τήν δεξιάν χεῖρα, μέ τά τρία δάκτυλα τεταμένα συμβολίζοντα τήν Ἁγίαν Τριάδα καί τά τρία πρῶτα Καντόνια καί μέ τρεμαμένην ἀπό συγκίνησιν φωνήν ἐκ τῆς ἱερότητος τῆς στιγμῆς ἐκείνης ἒδωσαν τόν ὃρκον τῆς Ἐλευθερίας καί τῆς Ἑλβετικῆς Ἀνεξαρτησίας:

            Σᾶς παραθέτω τόν ὃρκον εἰς ἐλευθέραν μετάφρασιν:

                        «Θέλομεν νά εἲμεθα εἷς μοναδικός Λαός ἀπό Ἀδέλφια,

                        πού νά μή μᾶς χωρίζῃ καμμία Ἀνέχεια ἢ Κίνδυνος.

                        Θέλομεν νά εἲμεθα Ἐλεύθεροι, ὃπως ἦσαν οἱ Πατέρες μας.

                        Προτιμώτερος ὁ Θάνατος, παρά νά ζῶμεν εἰς τήν Δουλείαν.

                        Θέλομεν νά πιστεύωμεν εἰς τόν Ὓψιστον Θεόν

                        καί νά μή φοβώμεθα τήν ἰσχύν τῶν ἀνθρώπων».

            Ἀγαπηταί Ἀκροάτριαι καί ἀγαπητοί Ἀκροαταί: Αὐτή εἶναι ἡ Ἑλβετία! Αὐτό θά εἰπῇ Ἑλβετικός λαός!

            Σᾶς εὐχαριστῶ,

Λάμπης Γ. Κωνσταντινίδης

Εστάλη στην ΟΔΥΣΣΕΙΑ, 13/10/2021 #ODUSSEIA #ODYSSEIA