Ρένα Πετροπούλου – Κουντούρη: Αποκαθήλωση (Διήγημα)

Δεν είναι σίγουρη ακόμα ότι κι αυτή τη φορά τα κατάφερε. Το κορμί της στητό, ισορροπώντας με άνεση πάνω σε πανύψηλα τακούνια, τη μετέφερε έξω στο πεζοδρόμιο μόνο του. Υπακούοντας προφανώς στη μυστική φωνή που κάθε φορά που εκείνη μεταμορφώνεται σε μιαρή κλέφτρα, σατανικά λες, τη διατάζει: «Έλα, μην το σκέφτεσαι… είναι τόσο εύκολο, κάν’ το. Πάρ’ το, το θέλεις τόσο, σου αρέσει, το ποθείς. Κλέψ’ το! Τώρα!»

Τα χέρια της υπακούουν τυφλά, το μυαλό της δε σκέφτεται τίποτα, δε συμμετέχει, νεκρώνεται, μέχρι να επιτευχθεί το επιδιωκόμενο. Το κλεμμένο αντικείμενο συνήθως μεταφέρεται σε σακούλες ή στην τσάντα της, διπλωμένο ξανά και ξανά για να χωρέσει ή άτσαλα χωμένο, με ετικέτες ή χωρίς, αφού πολλές φορές από τη λύσσα της τις κόβει με τα δόντια, ή πάλι σε σπάνιες περιπτώσεις, όπως σήμερα π.χ., φορεμένο κατευθείαν απάνω της. Δεν την ενδιαφέρει αν το εκάστοτε αντικείμενο του πόθου της είναι φτηνό ή ακριβό, σημασία γι’ αυτήν έχει να το κλέψει. Σημασία έχει η πράξη. Ρισκάρει συνεχώς, χωρίς να σκέφτεται το κόστος, αν κάποτε την πιάσουν. Εξευτελισμός, διασυρμός, αστυνομία, δικαστήρια, ντροπή, ενοχές, στέρηση της οικογενειακής της γαλήνης, αναξιοπιστία, η ρετσινιά που θα τη συνοδεύει στο εξής, η περιφρόνηση απ’ όλους…

Προς το παρόν, εισπράττει περιφρόνηση για τις πράξεις της, από τον ίδιο της τον εαυτό, όταν συνέρχεται απ’ το λήθαργο και πνίγεται στις τύψεις.

Η επίγνωση της κατάστασής της συνοδεύεται από εύλογο φόβο. Πίσω απ’ τον τρόμο υπάρχει θυμός που δεν ανακουφίζει.

Έχει άφθονα ρούχα, εσώρουχα και παπούτσια. Η προσωπική της ματαιοδοξία φυλακίζεται σε δύο τεράστιες ντουλάπες, ασφυκτικά γεμάτες με αντικείμενα άχρηστα τις περισσότερες φορές. Συχνά πολλά απ’ αυτά δεν προλαβαίνει καν να τα φορέσει. Δεν της λείπουν τα χρήματα. Στο πορτοφόλι της πάντα μεταφέρει τρεις πιστωτικές κι αρκετά μετρητά . Αφού λοιπόν μπορεί κάλλιστα να πληρώσει το αντίτιμο, τότε γιατί το κάνει; Γιατί το κάνει, αφού σχεδόν πάντα το μετανιώνει; Έχει αναρωτηθεί πολλές, μα πάρα πολλές φορές. Στη συγκεκριμένη ερώτηση όμως αδυνατεί ν’ απαντήσει.

Η αρρώστια της είναι ένας τόπος εξορίας.

Το βήμα της είναι σταθερό, όμως, παρ’ όλη τη λιακάδα, μέσα της τρέμει. Λες κι η ενέργεια στραγγίστηκε από μέσα της, η ύλη κι η ενέργεια για να μπορέσει ο άλλος της εαυτός να πάρει σάρκα και οστά. Αυτός που την καταδυναστεύει. Αυτός που την κυριεύει. Η δεύτερη Μαργαρίτα είναι πάλι θριαμβεύτρια. Κατάφερε να ξαναγυρίσει. Βρίσκεται ξανά εδώ, στο ίδιο κορμί, αφού πήρε, ένα προς ένα, κομμάτια από την πρώτη Μαργαρίτα, την καλή Μαργαρίτα, και τα ρούφηξε μέσα της, χωρίς την παραμικρή τύψη. Γιατί σ’ αυτόν το δεύτερο εαυτό, αίσθηση ενοχής δεν υπάρχει. Αντίθετα, μια άγρια χαρά, μια περίεργη ευεξία, θα μπορούσε να τη συγκρίνει ίσως κανείς με οργασμό, κατακλύζει όλη της την ύπαρξη.

“Πάλι τα κατάφερα, τους ξεγέλασα, τα κορόιδα, τι νόμισαν; Ότι είμαι τόσο χαζή ώστε να πληρώσω μια περιουσία για ένα ψωροσουτιέν; Τι κι αν είναι του τάδε σχεδιαστή; Ω, ναι. Πολύ χαίρομαι που πάλι τους την έφερα!”

Απομακρύνεται δίχως να γυρίσει καθόλου προς τα πίσω, δίχως κανένα δισταγμό ανακατεύεται με το πλήθος, συνεχίζει να περπατάει σταθερά, σαν μία απ’ αυτές τις γυναίκες που συνηθίζουν να κρατούν το κεφάλι ψηλά για να κερδίζουν σε παράστημα ή να δείχνουν επιβλητικές, σταματώντας ωστόσο μερικές φορές, δήθεν ανέμελα, για να χαζέψει τις βιτρίνες, προς την κατεύθυνση που είναι παρκαρισμένο το αυτοκίνητό της.

Σκέφτεται να πάει στο σπίτι. Είναι μόνη σήμερα. Τα δίδυμα αγόρια της έχουν πάει ολοήμερη εκδρομή με το σχολείο, ο Κυριάκος θα μείνει μέχρι αργά στο γραφείο. Έχει χρόνο. Έχει όλο το χρόνο δικό της, συλλογίζεται καθώς περπατά χαλαρά, με μια αίσθηση πληρότητας, σχεδόν ευτυχίας. Και γιατί να μην είναι ευτυχισμένη, αναρωτιέται. Λίγες γυναίκες απολαμβάνουν αυτά που εκείνη διαθέτει. Ομορφιά –είναι φυσική ξανθιά, τα μαλλιά της έχουν μια απόχρωση μελί, μ’ ανταύγειες που τονίζουν έντονα τα καστανά εκφραστικά της μάτια, αψεγάδιαστο χαμόγελο χάρη σε μια πρόσφατη λεύκανση μίας κατά τ’ άλλα τέλειας οδοντοστοιχίας, ένα κορμί χτισμένο σε γυμναστήριο, που δεν αποκαλύπτει τα σαράντα της χρόνια– μόρφωση – είναι φιλόλογος. Διαθέτει ακόμα μία σωστή και ισορροπημένη οικογένεια, έναν σύζυγο που της παρέχει τα πάντα, λούσα, παρέες, ταξίδια –εντάξει, δεν την ικανοποιεί σεξουαλικά, αλλά όταν έχεις τα υπόλοιπα, αυτό ξεπερνιέται ή έτσι τουλάχιστον νομίζει– και δυο υπέροχα, γερά αγοράκια που λατρεύουν το χώμα που πατά. Φίλες μόνο δεν έχει –γνωστές άπειρες, φίλες όχι– αλλά μέσα της έχει πιστέψει πως δεν τις έχει ανάγκη. Άλλωστε, οι πραγματικά καλές φιλίες σπάνια ανθίζουν στις μέρες μας, για να μην πούμε ότι έχουν γίνει κι αυτές αποκλειστικό προνόμιο των αντρών.

Ο μικρόκοσμος, όπου βρίσκεται αγκυλωμένη, της προσφέρει μία ιδιότυπη αίσθηση ασφάλειας, που πολλές φορές λειτουργεί σαν φυλακή.

Ό,τι θέλει να πει το γράφει σ’ ένα ημερολόγιο που κλειδώνει. Το μεταφέρει πάντα μαζί της μέσα στην τσάντα της, τα τελευταία χρόνια απέκτησε τη συνήθεια να κρατά μεγάλες, φιρμάτες τσάντες με λογότυπα. Τους έχει αδυναμία. Αυτές δεν τις κλέβει, αντίθετα πληρώνει ευχαρίστως τα υπερβολικά μεγάλα ποσά που στην πλειοψηφία τους κοστίζουν, άλλωστε τα πολυκαταστήματα που τις πουλούν ξέρουν πολύ καλά πώς να προστατεύονται από παρόμοια κρούσματα: κάμερες, υπαλλήλους ασφαλείας, κωδικούς στις ετικέτες των προϊόντων που “φωνάζουν” αναβοσβήνοντας φωτάκια κόκκινα στην έξοδο, όταν πας να περάσεις κάτι χωρίς να το πληρώσεις.

Το σημειωματάριο έχει χειροποίητο εξώφυλλο από οικολογικό χαρτί, ράχη από καφέ δέρμα και οι πυκνογραμμένες του σελίδες έχουν ένα απαλό λιλά χρώμα. Το διάλεξε επίτηδες γι’ αυτό το ιδιαίτερο χρώμα των σελίδων. Το λιλά είναι το χρώμα της μελαγχολίας. Κι αυτά που είναι γραμμένα εκεί μέσα κουβαλούν μια πίκρα αβάσταχτη.

Σκέφτεται πως, όταν θα πάει σπίτι, θα γεμίσει τη στρογγυλή της μπανιέρα, θα βάλει μέσα αρωματικά έλαια κι εκχύλισμα λεβάντας, θ’ ανάψει κεριά, θα σηκώσει τα μαλλιά της και θ’ αφήσει το σώμα της να βυθιστεί στο μυρωμένο νερό. Θα βάλει ακόμα λίγο από εκείνο το αρωματικό αφρόλουτρο που έφερε από το πρόσφατο ταξίδι της στην Ινδία. Έχει μέσα ένα σωρό χαλαρωτικές ουσίες που προσφέρουν γαλήνη, ηρεμία και βοηθούν στο διαλογισμό.

Το καινούργιο της σουτιέν τη σφίγγει, σε σημείο που της δυσκολεύει την αναπνοή, άλλωστε το φοράει πάνω από το αρχικό δικό της. Πρέπει οπωσδήποτε ν’ αποχωριστεί το ένα από τα δύο τώρα αμέσως. Υπάρχει ένα καφέ μέσα στο εμπορικό κέντρο, που τυχαίνει αυτή τη στιγμή να περνά απέξω. Ονομάζεται “Καφέ Νουάρ” κι έχει μια επιγραφή από γαλάζιο νέον, γραμμένη σε μοντέρνο στιλ στο παράθυρο. Ρίχνει μια ματιά στο εσωτερικό του. Δεν έχει πολύ κόσμο. Αποφασίζει να μπει.

Εδώ μέσα μυρίζει όμορφα. Μυρίζει φρεσκοκομμένο καφέ, ένα άρωμα που προσωπικά λατρεύει. Εισπνέει αυτή τη μυρωδιά βαθιά. Τη νιώθει να κατεβαίνει μέσα στα πνευμόνια της. Έχει όρεξη να πιει έναν καφέ, παρ’ όλο που τον υπεραγαπά, συνήθως τον αποφεύγει, σε τέτοια μέρη τις περισσότερες φορές παραγγέλνει φρουτοχυμούς ή ανθρακούχο νερό. Μπαίνει και κάθεται σ’ ένα στρογγυλό τραπέζι στο βάθος, με βαθιές σκουροκόκκινες πολυθρόνες. Βγάζει τη ζακέτα της και, όταν έρχεται μια νεαρή σερβιτόρα με χαμηλοκάβαλο τζιν κι ένα σκουλαρίκι περασμένο στον αφαλό, παραγγέλνει έναν καπουτσίνο.

Μέχρι να ’ρθει ο καφές, μπαίνει στην τουαλέτα, κλείνει την πόρτα κι αποχωρίζεται βιαστικά τη μαύρη της μπλούζα. Σε χρόνο μηδέν απελευθερώνεται από το ένα της σουτιέν, το παλιό. Αν και είναι κι αυτό καινούργιο, ανοίγει το καλαθάκι και το πετάει στα σκουπίδια. Κουμπώνει βιαστικά το κλεμμένο και, ελέγχοντας αν είναι κανείς στον προθάλαμο της τουαλέτας –δεν είναι κανένας– βγαίνει μισόγυμνη και καμαρώνει τον εαυτό της μ’ ένα βλέμμα θριάμβου στο μεγάλο καθρέφτη, μπροστά από τους δυο μαρμάρινους νιπτήρες. Της πάει τέλεια, είναι ακριβώς το νούμερό της. Σ’ εκείνο τον καθρέφτη παίρνει ξαναμμένη από το είδωλό της την τελευταία δόση ικανοποίησης. Έπειτα, καθώς εκείνο το θριαμβευτικό βλέμμα απότομα σκοτεινιάζει, βγάζει το σουτιέν και, κάνοντάς το ένα κουβάρι, το σπρώχνει μέσα στην τσάντα της, φορώντας αστραπιαία τη μαύρη μπλούζα πάνω από τα σφιχτά, γυμνά της στήθη.

Ευθύς ξαναγυρίζει στο μπάνιο, αφού ένα κύμα εμετού πλημμυρίζει το λαιμό της, φτάνει ορμητικό στο στόμα της και ξεχύνεται πάνω στη λευκή εμαγιέ λεκάνη του αποχωρητηρίου. Η στυφή οσμή της λεκάνης κάνει ένα ακόμα κύμα να ξεχειλίσει μέσα από τα σωθικά της. Κάτω από την ένταση των συσπάσεων, κουλουριάζεται, γραπώνεται από το καπάκι προσπαθώντας ν’ ανακτήσει την αναπνοή της.

Τραβάει το καζανάκι, βγαίνει, πλένει το πρόσωπό της στο νιπτήρα, σηκώνει το κεφάλι της και μέσα στον καθρέφτη βλέπει πλέον την άλλη Μαργαρίτα. Δε στέκεται στιγμή. Φτιάχνει βιαστικά τα μαλλιά της και βγαίνει έξω κατάχλομη, όμως μ’ ένα στεναγμό ανακούφισης.

Το ένα της κομμάτι διατηρεί ακόμα τη δυνατότητα και τη θέληση για σκέψη και αποτίμηση της κατάστασής της, ενώ το άλλο αφήνεται χωρίς καμία αντίσταση εκτεθειμένο σε άμεσο κίνδυνο. Ενώ χάνει κάθε εξουσία πάνω στο σώμα της, κάθε έννοια αυτοσυγκράτησης, νιώθει ταυτόχρονα τη συνείδησή της να κομματιάζεται. Μέσα από τον απόλυτο τρόμο του επερχόμενου εξευτελισμού, η κλεπτομανής ανακαλύπτει ότι η ζωή της φορτίζεται με καινοφανείς διαστάσεις, ότι μετατίθενται τα όρια των προσωπικών της αντοχών, ενώ την ώρα της πράξης ο εσωτερικός της κόσμος φανερώνεται διευρυμένος, άπλετα φωτισμένος, προσωρινά πάντα.

Ο καφές την περιμένει αχνιστός, στολισμένος με ολόλευκη παχιά κρέμα, πασπαλισμένος με κακάο κι ένα σοκολατένιο μπισκοτάκι δίπλα. Η λαχτάρα της όμως για εκείνον έχει περάσει ανεπιστρεπτί, απλά θέλει κάτι που θα ξεπλύνει την άσχημη γεύση στο στόμα της. Κατεβάζει στα γρήγορα δυο τρεις γουλιές καφέ και, αγνοώντας το λευκό μουστάκι που της ζωγραφίζει παιχνιδιάρικα ο αφρός της κρέμας, βγάζει πάνω στο τραπεζάκι το σημειωματάριο-καθαρτήριο. Το ξεκλειδώνει και γράφει:

Αντί να βρω μια χαρά που να με γεμίζει, αισθάνομαι μια χαρά που με διαβρώνει…

Είναι μία και μισή όταν φεύγει από το καφέ. Τα παιδιά πρέπει να επιστρέφουν κατά τις πέντε. Τηλεφωνήθηκε με τον άντρα της στο κινητό, δε χρειάζεται να μαγειρέψει τελικά, ο Κυριάκος κανόνισε να βγουν το βράδυ για ψάρι με τους Εφραίμογλου.

Θα φτιάξει μια σαλάτα, πρέπει να προσέχει και τη γραμμή της. Το γαλάζιο παντελόνι που αγόρασε από το “Fantasy” είναι νούμερο 36, ενώ εκείνη φοράει 38. Σε τρεις βδομάδες το αργότερο πρέπει να της κουμπώνει άνετα το φερμουάρ. Να το καλοδιπλωμένο μέσα στην πράσινη σακούλα του καταστήματος με την απόδειξη, πάνω στην τσαλακωμένη, κλεμμένη λευκή μπλούζα με τα στρας.

Περπατώντας, αντιλαμβάνεται ότι σιχαίνεται το είδωλό της που καθρεφτίζεται δίπλα της στις βιτρίνες. Η παλιά κι η καινούργια Μαργαρίτα περπατούν πλάι-πλάι.

Κατεβαίνει τα σκαλοπάτια που οδηγούν κάτω από τη γέφυρα, δίπλα στον ποταμό που διασχίζει την πόλη. Περνά τακτικά από κει, είναι ο δρόμος της.

Μπροστά της ο ποταμός ζωντανός, μ’ ένα συνεχές γουργούρισμα που μοιάζει με κίνηση εμβόλου συνεχίζει τη μονότονη διαδρομή του. Φαίνεται κιτρινόγκριζος σ’ ορισμένα σημεία. Μια παρέα παιδιών πετά πέτρες στο νερό. Οι πέτρες εξαφανίζονται μέσα στο ρεύμα του, ρυτιδώνοντας την επιφάνειά του με μεγάλους ομόκεντρους κύκλους. Καθώς κοιτά το ποτάμι, η εικόνα του δεν της λέει τίποτα. Μα σαν κλείνει τα μάτια και στέκεται να το αφουγκραστεί, τότε ο θόρυβός του σαν αίμα καυτό τυλίγει την καρδιά της, ζεσταίνει τα σωθικά της.

Κάτω από τη γέφυρα, μια μελαχρινή μικρή τσιγγάνα, όχι πάνω από δεκάξι-δεκαεφτά χρονών, κάθεται πάνω σε καφετιές λιγδιασμένες χαρτόκουτες, ακουμπώντας πάνω στον τοίχο που στάζει. Στην αγκαλιά της κρατά ένα βρόμικο, κοιμισμένο μωρό. Πρόσωπο μαυροκίτρινο, μπλούζα φτηνιάρικη λαχανί φωσφοριζέ, φούστα μακριά, πολυφορεμένη, σκισμένη σε δυο-τρεις μεριές. Πάνω στα ξυπόλητα, ολόμαυρα πέλματά της κρέμονται τα ξέφτια. Στον αστράγαλό της μία αποκρουστική πληγή μαζεύει σύννεφο τις μύγες. Τα μαύρα της μαλλιά, πιασμένα σε κοτσίδα, της καλύπτουν το σβέρκο. Τα μάτια της όμως, αυτά τα γλαυκά, χαμένα μάτια που μέσα τους φυλακίζουν την ικεσία, μαστιγώνουν την καλοντυμένη Μαργαρίτα που αυτόματα κεραυνοβολείται. Τούτο το βλέμμα, φτιαγμένο από φως και σκοτάδι, τη φοβίζει. Την κάνει να ντρέπεται, να νιώθει βρόμικη, σιχαμένη, άθλια. Πολύ πιο βρόμικη απ’ την τσιγγανοπούλα.

Το στόμα της φτωχιάς υποδηλώνει μια τάση οίκτου για την κατάντια της. Σχηματίζει ακριβώς ένα ανάποδο χαμόγελο. Την ίδια αίσθηση εκπέμπει κι η συνείδηση της Μαργαρίτας για τη δική της, την προσωπική κατάντια. Ένα ανάποδο χαμόγελο, ζωγραφισμένο με μαύρο μαρκαδόρο, έτσι ακριβώς όπως το ζωγραφίζουν τα παιδάκια του νηπιαγωγείου όταν θέλουν ν’ απεικονίσουν τη δυσαρέσκεια, την κακομοιριά, τη θλίψη.

Ο ήλιος αστράφτει στις υγρές πλάκες, αντανακλώντας πάνω στα λιγοστά κέρματα που βρίσκονται μπροστά στη ζητιάνα σ’ ένα πλαστικό μικρό καλάθι, μεταμορφώνοντάς τα σε χρυσές λίρες.

Μα τι έχει πάθει; Δεν είναι η πρώτη φορά που αντικρίζει παρόμοιο θέαμα. Στην πόλη τους οι ζητιάνοι είναι σχεδόν πιο πολλοί από τους υπόλοιπους κατοίκους. Δεν είναι λίγοι αυτοί που ζητιανεύουν, ενώ έχουν βιβλιάρια καταθέσεων στην τράπεζα. Έχει ακούσει ακόμα πως παραπάνω από τα μισά από τα δυστυχισμένα μωρά που κρατούν στην αγκαλιά τους οι επαίτες δεν είναι δικά τους. Τα νοικιάζουν, αφού πρώτα τα ναρκώνουν. Γι’ αυτό κοιμούνται συνέχεια. Γι’ αυτό αντέχουν ώρες έξω στην παγωνιά, στο κρύο.

Αισθάνεται σαν να παρακολουθεί ταινία, όπου πάνω στο πανί της μεταφέρουν αποσπασματικές εικόνες μιας “άλλης” πραγματικότητας που συνεχίζει να εκτυλίσσεται δίπλα της. Μια πραγματικότητα από την οποία νιώθει εξόριστη. Μια πραγματικότητα που την τρομοκρατεί.

“Έλα, μην κοιτάς. Περπάτα! Είναι μια απ’ αυτούς… μα τι έχεις πάθει;”

Η Μαργαρίτα αγνοεί τη νευρική φωνή, τη φωνή-προσταγή που τσιρίζει μες στ’ αυτιά της, κουράστηκε να υπακούει συνέχεια σ’ αυτή τη φωνή και πλησιάζει. Μια μπόχα απροσδιόριστη προσβάλλει τη λεπτεπίλεπτη μύτη της.

«Μια βοήθεια, κυρία, να ’στε καλά, να πάρω λίγο γάλα στο παιδάκι μου… Σας παρακαλώ…»

Τρέμει το πρόσωπο της κοπελίτσας, το σώμα της ολόκληρο ζητιανεύει. Εκείνο το ύφος το μισοκακόμοιρο δεν μπορεί να ’ναι ψεύτικο, τα δόντια της εκπληκτικά άσπρα, αστράφτουν κάνοντας αντίθεση με τη μελαχρινάδα της, το μωρό αναδεύεται στη στεγνή αγκαλιά, ξυπνά απ’ τη φωνή της μάνας του, ψάχνει το στήθος της κι αρχίζει να κλαίει. Πάνω στο σκούρο προσωπάκι έχουν ξεραθεί μύξες και δάκρυα.

Χωρίς το παραμικρό αίσθημα ντροπής, η μικρή ζητιάνα γυμνώνει το ένα της στήθος και το προσφέρει τρυφερά στο πεινασμένο μωρό. Εκείνο το αρπάζει με λαχτάρα και προσπαθεί απεγνωσμένα να ρουφήξει τις λιγοστές σταγόνες γάλακτος που προβάλλουν από τη σκούρα θηλή. Η όλη σκηνή θυμίζει πίνακα του Ντελακρουά. Όμως το δύστυχο μωρό αρχίζει πάλι το κλάμα. Δε βρίσκει αρκετή τροφή για να χορτάσει. Το γάλα της μάνας του είναι λιγοστό.

«Σας παρακαλώ, κυρία, δώστε κάτι, από χθες έχει να φάει το δόλιο…»

Πόσες φορές άραγε τη μέρα αυτή η παράκληση επαναλαμβάνεται, πόσες φορές η ικεσία σκοντάφτει σε πέτρινα πρόσωπα που ούτε που καταδέχονται να ρίξουν μια ματιά, πόσο μάλλον ένα κέρμα, σ’ αυτά τα μάτια που ρίχνουν πάνω τους μελάνι; Τη Μαργαρίτα, την “άρρωστη” Μαργαρίτα, τη λέκιασαν μια για πάντα…

Γύρω τους οι διαβάτες αδιάφοροι τρέχουν στις δουλειές, στα ψώνια, στα λεωφορεία, στα εστιατόρια. Δε σταματούν ποτέ. Δεν τους αφορά η απόλυτη φτώχεια ή έχουν ίσως ν’ αντιμετωπίσουν τη δική τους προσωπική φτώχεια. Οι περισσότεροι απ’ αυτούς έχουν το θλιμμένο πρόσωπο των ανθρώπων που δουλεύουν πολύ, αυτών που δεν έχουν ψευδαισθήσεις για τις ελάχιστες χαρές αυτής της ζωής, αυτών που γνωρίζουν από πρώτο χέρι πως η πραγματική ευτυχία είναι αόριστη, μια ουτοπία. Θόρυβος από τρεχαλητά, γέλια, διαπεραστικές φωνές, κόρνες αυτοκινήτων. Η Μαργαρίτα αμέτοχη κωφεύει.

Ξαφνικά, σε κλάσματα δευτερολέπτου παίρνει μια απόφαση· απόφαση που ξεπηδά από ένα κύμα ξέφρενης ενοχής. Με το κεφάλι χαμηλωμένο, γονατίζει μπροστά στη ζητιάνα και καταθέτει στα πόδια της τις σακούλες με τα ψώνια της, αδειάζοντας συγχρόνως ολόκληρο το περιεχόμενο της τσάντας της, μαζί και το πορτοφόλι με όλα της τα μετρητά. Της δίνει ακόμα και το πολύχρωμο, κλεμμένο σουτιέν, που μοιάζει εντελώς σουρεαλιστικό και παράταιρο καθώς ξεχειλίζει από το πλαστικό καλαθάκι με τα κέρματα, παράλογη προσφορά θυσίας σ’ έναν άγνωστο θεό. Έπειτα αργά, τελετουργικά, αποκαθηλώνεται, βγάζοντας ένα προς ένα όλα τα διαμαντένια της δαχτυλίδια, το πανάκριβο ρολόι, τα χρυσά της σκουλαρίκια –κρατάει μόνο τη βέρα της– κι ανοίγοντας την παλάμη της ζητιάνας που τώρα την κοιτάει εμβρόντητη, βουβή, σχεδόν με πόνο, τ’ αποθέτει μέσα της με σεβασμό, ντροπή, συντριβή.

«Να, πάρε… για το παιδί, για σένα…»

Με γρήγορες κινήσεις βγάζει τη φούξια ζακέτα της και της σκεπάζει τους ώμους, ντύνει τα μάτια από μελάνι με τα μαύρα της γυαλιά, πια δεν αντέχει άλλο αυτό το συγκλονισμένο, βουρκωμένο βλέμμα … Στο τέλος, βγάζει τα σινιέ, κομψά παπούτσια της και τα φορά σ’ αυτές τις μαύρες, κοκαλιάρικες πατούσες.

Μια κίνηση γρήγορη, απλή, ξεκάθαρη, σαν βουτιά σε ήρεμο νερό… Σαν εκείνες τις πέτρες που πέταξαν πριν λίγο τα παιδιά στο ποτάμι… Κι όλα ξαναβρίσκουν το ρυθμό τους.

Τα μύρια “ευχαριστώ” και οι ευχές, που ακούγονται ξεκάθαρα από τα χείλη της τσιγγάνας, ξεθεμελιώνουν το σωρό των τύψεών της, καταποντίζοντας την αδυναμία της στη δίνη της εξιλέωσης.

Από μακριά την κοιτώ να περπατά ξυπόλητη στις μύτες των ποδιών της, αδιαφορώντας για τις γεμάτες απορία και χλευασμό ματιές των περαστικών, ψάχνοντας να βρει την ισορροπία που δεν έχει, χαμογελαστή, ανάλαφρη σαν παιδί, λεύτερη πια απ’ όλα της τα βάρη, κρατώντας μόνο το σημειωματάριό της. Με μια απότομη κίνηση το εκσφενδονίζει κι αυτό στα ορμητικά νερά του ποταμού που βρυχάται παρασύροντας σ’ ένα γρήγορο ρεύμα κλαδιά, σκουπίδια και σάπιες συνειδήσεις.

Αν μπορούσα να μπω μες στα μάτια της, θα ’βλεπα μέσα τους να καίει μια ακατανόητη φλόγα, να κοχλάζει ένα ανείπωτο θάμβος και μια υπέρτατη ευτυχία.

Μια καινούργια φωνή, φωνή μικρού παιδιού μέσα της τραγουδά:

«Με λένε Μαργαρίτα… Έχω τ’ όνομα ενός λουλουδιού…».


Ρένα Πετροπούλου – Κουντούρη

_________________________________

Ρένα Πετροπούλου Κουντούρη – έμπειρη,ταλαντούχα και σεμνή συγγραφέας  του μεστού κι ουμανιστικού διηγήματος: «Αποκαθήλωση»

Βιβή Γεωργαντοπούλου 

Εστάλη στην ΟΔΥΣΣΕΙΑ, 24.11.2015