πό την τελευταία Θεία Λειτουργία του Μακαριστού Μητροπολίτη Κεφαλληνίας

Όταν ανταμώσαμε στη Φανερωμένη, προχθές, την Κυριακή, αισθανόμουν ότι ήταν ο ίδιος ο παπά Γεράσιμος, ο διάκος που ξέραμε από τότε, ο ακούραστος παπάς που διακόνησε την Εκκλησία της Κεφαλλονιάς για πάνω από εικοσιπέντε χρόνια.

Το ότι έγινε επίσκοπος ήτανε κάτι το φυσικό: όλοι τονε θέλανε για Δεσπότη.

Ένας αργοστολιότης έλεγε ότι έπρεπε να γίνει ο Γεράσιμος, “όχι για κανέναν άλλο λόγο, αλλά γιατί ξέρει με τυφλά μάτια, τι έχει το κάθε συρτάρι και το κάθε ντουλάπι όλων των εκκλησιών του νησιού”.

Όταν τον αντάμωσα στη Φανερωμένη, αφού με αγκάλιασε το πρωί, πάω και του λέω: σχώρα με Δέσποτα, για ‘μενανε η προσφώνηση “Σεβασμιώτατε” προς εσένα, είναι ξένη.

Εκείνος είπε “Ωρέ, και για ‘μένανε ξένη είναι. Ο παπά Γεράσιμος είμαι!”.

Εφόριε ένα ζωστικό πολυκαιρισμένο κι είχε κι ένα μπάλωμα. Είδε ότι έπεσε το μάτι μου πάνω και γυρνάει και μου λέει “Ωρέ διάκο τι κοιτάς;”

Του λέω “παπά μου -‘ντάξει, είπαμε- Δεσπότης είσαι τώρα”, τότε γέλασε και μου ΄πε ότι “πρώτα είμαι καλόγερος κι έπειτα όλα τ’ άλλα”.

Έπειτα, σ’ όλο τον εξάψαλμο εκάθισε σε μια γωνιά κι έκανε κομποσκοίνι, ακούνητος, άνευ σταυρών και κεφαλοκλισιών, ακριβώς όπως γράφουνε τα κόκκινα γράμματα στο Εγκόλπιον του Αναγνώστου ή στο Ωρολόγιον.

Καιρό πήρε στα καθίσματα του Όρθρου. Εγώ ήμουν πρώτος διάκονος και εκάθισα ένα βήμα από πίσω του και δεξιά.

Άπλωσε το χέρι του και με έσπρωξε να σταθώ δίπλα του, ενώ παράλληλα μου τράβηξε το καλπάκι και μου το έδωσε στα χέρια, λέγοντας μου “ασκεπώς πάτερ, ασκεπώς τονε λαβαίνουμε τον καιρό”.

Έπειτα, στο Συναξάρι βγήκε από την Ωραία Πύλη, με τον Παπά Γιώργη τον Αντζουλάτο, και τους δύο διάκους.

Πήγε στο θρόνο και πήγαμε οι διάκοι, κατά την τάξη, να σταθούμε ο ένας αριστερά κι ο άλλος δεξιά.

Τότε, γυρνά και μας λέει, πηγαίνετε να ντυθείτε μέσα, κάνω και μόνος μου στο θρόνο, χωρίς διάκους, είναι εντάξει, πηγαίνετε μέσα.

Έψαλλε στεντόρεια, όπως τον εξέραμε, τις καταβασίες. Όταν μπήκε στο Ιερό πήγαμε να τονε βοηθήσουμε να ενδυθεί τα αρχιερατικά του άμφια.

Μου λέει τότε: “να ‘ναι καλά οι άγιοι Αρχιερείς που μου κάνανε δώρα, τίποτε δεν έραψα!

Είκοσι μέρες Δεσπότης και μου κάνανε δώρο δώδεκα στολές. Ε, φτάνουνε τώρα, μέχρι να πεθάνω, δόξα τω Θεώ!

Τα ραφτικά παιδάκι μου, μεγάλη μέριμνα, μεγάλη μέριμνα τα ραφτικά, ο Θεός να μας φυλάει τσου παπάδες από ‘κειες τσι μέριμνες!

Τούτη η στολή είναι του Ισιδώρου, του Τράλλεων, της Πάτμου. Την ευχή του να ΄χουμε!”

Έπειτα κύλησε ο Όρθρος, μπήκαμε στη Θεία Λειτουργία. Στην Είσοδο, πάω να του δώσω το Ευαγγέλιο και το κράτησε με τέτοιο τρόπο ώστε να μη δύναμαι να του φιλήσω το χέρι.

Μπήκαμε στο Ιερό και αρχινίσανε τα Απολυτίκια, κάνει νεύμα σε ‘μενα και στον Παπά Νικόλα τον Σωτήρα από το Ληξούρι, που συλλειτουργούσε κι αυτός να ανέβουμε πάνω στο σκαλοπάτι μπροστά από την Αγία Τράπεζα να ψάλλουμε όλοι μαζί το Απολυτίκιο του Αγίου Γερασίμου, “των Ορθοδόξων Προστάτην”.

Όταν διάβαζα το Ευαγγέλιο από τον Άμβωνα, τον άκουγα να το λέει, απ’ έξω και ταυτόχρονα απ’ την Ωραία Πύλη.

Έπειτα, η μετριότητα μου του έδωκε για τελευταία φορά τα Άγια -ποιός να το ΄ξερε! Κήρυξε έπειτα ο Δεσπότης κι όλο το εκκλησίασμα συγκινήθηκε.

Μίλησεν αυθόρμητα, από καρδιάς κι απλά. Το καταλαβαίνει αυτό ο κόσμος. Καταλαβαίνει ποιος μιλά «στημένα» και ποιος όχι.

Τόσα χρόνια που άκουγα τον παπά Γεράσιμο, πάντα με την ίδια απλότητα μιλούσε. Αυτό άγγιζε τον κόσμο πάντοτε.

Το ίδιο έγινε και στο λόγο του κατά την εις Επίσκοπον χειροτονία του, κάτι όχι ξένο για εμάς που τον γνωρίζαμε καθώς πάντα συνέβαινε.

Φεύγοντας από τη Φανερωμένη μου λέει «διάκο, κάτσε μετά την ενθρόνιση καμιά βδομάδα, να πάμε στα μοναστήρια περιοδεία….»

Του λέω «γέροντα, έχω την κατασκήνωση της Μητροπόλεως Κερκύρας, δε μπορώ».

Μου απάντησε «όταν τελειώσει η κατασκήνωση, θα πάρω τηλέφωνο τον άγιο Κερκύρας να σε στείλει σούμπιτο στη Κεφαλλονιά, να πάμε στα μοναστήρια. Εγώ θα τονε πάρω, εσύ θα ‘ρτεις;»

Ήρθαμε παπά Γεράσιμέ μου, ήρθαμε. Αύριο θα είμαστε στον Άγιο.

http://www.romfea.gr

Του π. Ιάσων, Ιεροδιακόνου Ι. Προσκυνήματος Αγίου Σπυρίδωνος Κερκύρας