Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΙΔΡΑΣΙΣ ΕΠΙ ΤΗΣ ΓΑΛΛΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΗΣ

Ὀφείλω νά ὁμολογήσω ὃτι διά τήν ἐπιλογήν καί κατάληξίν μου εἰς αὐτό μέ ἐβοήθησεν ὡς ἰδέα ὁ περυσινός πολύ ἐπιτυχής σχολικός διαγωνισμός διοργανωθείς ὑπό τοῦ Τμήματος Γαλλικῆς Γλώσσης τοῦ Ὑπουργείου Παιδείας ἀπό κοινοῦ μέ τό Γαλλικόν Ἰνστιτοῦτον Κύπρου, ὁ ὁποῖος συνίστατο εἰς τόν ἐντοπισμόν Γαλλικῶν λέξεων, αἱ ὁποῖαι εἰσέδυσαν εἰς τήν καθημερινήν Ἑλληνικήν Γλῶσσαν καί τήν Κυπριακήν διάλεκτόν μας, λόγῳ τῆς μακρᾶς Φραγκικῆς περιόδου ἐν Κύπρῳ συμποσουμένης εἰς 380 ἒτη, ἢτοι τῶν Λουζινιανῶν ἀπό τοῦ 1192 μέχρι τό 1489 καί τῆς συγγενικῆς Ἰταλικῆς Ἑνετικῆς περιόδου μέχρι τό 1571. Ἁπλῶς ἂς σημειωθῇ ὃτι ἡ Ὀθωμανική κατοχή τῆς Κύπρου ὑπῆρξε πολύ μικροτέρα, δηλ. μόνον 300 ἒτη, ἒναντι τῆς Φραγκο-Ἰταλικῆς ἀποτελουμένης ἐκ 380 ἐτῶν.

Πληροφοριακῶς ἀναφέρω μερικάς ἀπό τάς Γαλλικάς λέξεις, αἱ ὁποῖαι εἰσήχθησαν εἰς τήν Κυπριακήν Ἑλληνικήν Διάλεκτον μας καί τάς ὁποίας ἐνετόπισαν πέρυσι πολύ ἐπιτυχῶς οἱ μαθηταί: πρότσα (la broche), ἡ κουνιά (la cognée), τό λιβέριν (le levier), ἡ λαμιντζάνα (la dame Jeanne), ἡ σπλίνγκα (l’épingle), ἡ πομπάρτα (la bombarde), ἡ ζαλατίνα (la gelatine), ἡ κουμανταρία (la commanderie), τό πουρόν (le bureau), ὁ μπουφές (le buffet), ἡ τσαέρα (la chaire), τό πανταλόνι (le pantalon), ἡ τάτσα (la tache), τό πεζούνι (le pigeon), ἡ ζάμπα (la jambe).

Ἐδῶ θά ἢθελον νά παρακαλέσω νά μέ συγχωρήσωσιν οἱ πολύ ἀξιέπαινοι ἐπιμελεῖς μαθηταί καί μαθήτριαι, πού ἐνετόπισαν τάς λέξεις αὐτάς, διότι, ἐκ τῶν ἀνωτέρω ἀναφερθεισῶν Γαλλικῶν λέξεων τῆς Ἑλληνικῆς Κυπριακῆς Διαλέκτου μας, εἰς τήν πραγματικότητα τοὐλάχιστον τέσσαραι ἐξ αὐτῶν ἒχουσιν Ἑλληνικάς ῥίζας καί ἀποτελοῦσιν ἀντιδάνειον, δηλ. μετεπήδησαν διά τῆς Λατινικῆς – Ἰταλικῆς εἰς τήν Γαλλικήν καί ἐξ αὐτῆς ἐπανῆλθον ἐκ δευτέρου μέ παραφθοράς εἰς τήν Ἑλληνικήν γλῶσσαν καί τήν Κυπριακήν Διάλεκτον. Μία τοιαύτη λέξις εἶναι: α) ἡ τσαέρα ἀπό τήν Γαλλικήν λέξιν chaire, πού προῆλθεν ἀπό τήν Ἑλληνικήν ἓδραν – hédra (cathédra), πού σημαίνει ἓδρα καί ἂμβωνας καί σύν τῷ χρόνῳ μετεξελίχθη εἰς τά Γαλλικά εἰς la chaire πού σημαίνει ἡ ἐξέδρα, ὁ ἂμβων καί ἐξ αὐτῆς καί πάλιν εἰς τήν ἙλληνικήνΚυπριακήν ὡς τσαέρα διά τό κάθισμα καί τήν καρέκλαν.

Ἐπίσης ἂλλαι λέξεις εἰς τήν Ἑλληνικήν ἐπανελθοῦσαι δι’ ἀντιδανεισμοῦ: β) ἡ πομπάρτα (la bombarde) προέρχεται ἀπό τόν βόμβον πού σημαίνει τόν κάθε βαθύν καί ὑπόκωφον ἦχον. γ) Ἡ ζάμπα, σήμερον κατά τό εὐγενέστερον γάμπα, ἀπό τήν Γαλλικήν λέξιν jambe, ἡ ὁποία ὃμως αὓτη προέρχεται ἀπό τήν ἀρχαίαν Ἑλληνικήν λέξιν καμπή, πού σημαίνει κάμψις, λύγισμα, κύρτωμα. δ) Τό πανταλόνι (pantalon) προέρχεται ἀπό ἓν κῳμικόν πρόσωπον, τόν Pantalone ἢ Pantaleone ἐκ μιᾶς Μεσαιωνικῆς Ἰταλικῆς Κωμῳδίας, ὃπου διεκωμῳδεῖτο τό πρόσωπον αὐτό καί ἐπαρουσιάζετο νά φορῇ ἓν παράξενον κάτω ἒνδυμα, πολύ εὐρύχωρον καί πολύχρωμον, ὡς αὐτό πού φοροῦσιν οἱ κλάουν. Ἡ λέξις Pantaleone ἀπετελεῖτο ἀπό τάς Ἑλληνικάς λέξεις πᾶν καί λέων καί ἐχρησιμοποιεῖτο σκωπτικῶς καί εὐφημιστικῶς διά τόν κῳμικόν, ὁ ὁποῖος τό ἐφόρει. Σύν τῷ χρόνῳ τό πανταλόνι ἐπῆρε τήν σημερινήν του μορφήν καί σημασίαν.

Ὃμως μέ τήν ὡς ἂνω παρέμβασιν ἒχομεν ἀπομακρυνθῆ ἀπό τό ἀποψινόν θέμα μας, πού εἶναι ἀκριβῶς τό ἀντίθετον τῶν ἀναφερθέντων. Τό θέμα μας ἀπόψε ἀκολουθεῖ τελείως ἀντίθετον φοράν, ἢτοι ἐπικεντρώνεται εἰς ἐκείνας τάς Ἑλληνικάς λέξεις, ρίζας, προθέσεις ἢ καταλήξεις, αἱ ὁποῖαι ἐνεπλούτισαν τήν Γαλλικήν Γλῶσσαν καί τῆς ἒδωσαν συμφώνως πρός τούς γνωστούς γλωσσολόγους Jean Bouffartigue καί Anne-Marie Delrieu «τήν λεπτότητα καί φινέτσαν τῶν ἐννοιῶν καί τήν δυνατότητα τοῦ ἐκφράζεσθαι καί δημιουργεῖν νέας καί πολλαπλᾶς ἀποχρώσεις εἰς τά ἐκφραζόμενα συναισθήματα, τούς συλλογισμούς καί τάς σκέψεις».

Ἢδη, ὡς δυνατόν νά ἐνθυμῶνται οἱ ἐκλεκτοί ἀκροαταί ἀπό τήν πρό δύο ἐτῶν ὁμιλίαν τοῦ ὑποφαινομένου, κατά τήν ἀρχαιότητα, ὃταν οἱ Ἲωνες – Φωκαεῖς ἀπῴκησαν τήν Μασσαλίαν καί Νότιον Γαλλίαν εἲδομεν ὃτι μετέδωσαν εἰς τούς Κέλτας – τούς κατοίκους τῆς ἀρχαίας Γαλατίας – τάς πρώτας βάσεις τῆς Ἑλληνικῆς Γλώσσης καί Γραφῆς, ὡς ἀπεδείχθη πλήρως τοῦτο ἀπό τάς ἀρχαίας ἐπιγραφάς πού ηὑρέθησαν εἰς τήν Νότιον καί Κεντρικήν Γαλλίαν, αἱ ὁποῖαι φέρουσιν εἰς ἐπιστύλια, ἐπιτυμβίους πλάκας καί νομίσματα, Ἑλληνικάς ἐπιγραφάς ἢ ἀκόμη Κελτικάς λέξεις καί ὀνόματα γεγραμμένα εἰς τό Ἑλληνικόν Ἀλφάβητον. Ὡς ἐκ τούτου δέν πρέπει νά λησμονῆται, ὃτι ἡ Ἑλληνική ὑπῆρξεν ἡ πρώτη Γραφή τῆς ἀρχαίας Γαλατίας, ὡς ἐπίσης καί τοῦ γεγονότος ὃτι ἡ Κελτική ἦτο μόνον προφορική γλῶσσα. Εἰδικός τοῦ θέματος αὐτοῦ ὑπῆρξεν ὁ Γάλλος ἱστορικός Camille Julian.

Βεβαίως ἡ μεγαλυτέρα ἐπίδρασις ἐπί τῆς Γαλλικῆς Γλώσσης ὑπῆρξεν ἀναμφιβόλως ἡ Λατινική, καθ’ ὃτι οἱ Ρωμαῖοι ἐξελατίνισαν πλήρως τόν Γαλλικόν λαόν μετά τήν κατάληψιν τῆς Γαλατίας ὑπό τοῦ Ἰουλίου Καίσαρος καί τῆς μακροχρονίου κατοχῆς τῆς χώρας ὑπό τῶν Ρωμαίων, μέχρι τῆς ἀπαρχῆς τῆς ἐξασθενήσεως τοῦ Ρωμαϊκοῦ Κράτους καί τῆς ἀναποφεύκτου σταδιακῆς ἀφομοιώσεως τῶν ἐν Γαλλίᾳ παραμεινάντων Λατίνων ὑπό τοῦ γηγενοῦς πληθυσμοῦ. Ἡ πολύ μεγάλη Λατινική ἐπίδρασις ἐμφαίνεται καί ἐκ τοῦ γεγονότος, ὃτι ἡ Γαλλική Γλῶσσα ἀποτελεῖται κατά 50% – 60% ἀπό Λατινικάς λέξεις, ἐνᾧ ἡ Ἑλληνική Γλῶσσα ἀκολουθεῖ μέ ποσοστόν περίπου 20% – 25%. Τό ὑπόλοιπον τῆς Γαλλικῆς συμπληρώνουσι λέξεις ἐκ τῆς ἀρχαίας Κελτικῆς καί ἂλλαι ἐκ Γερμανικῶν ριζῶν, πού αἱ τελευταῖαι ὡμιλοῦντο ὑπό τῶν κατά διαστήματα ἐξ ἀνατολῶν εἰσβαλλόντων εἰς τήν Γαλατίαν Φραγκικῶν καί Γερμανικῶν φύλων.

Μέ τήν ἐπελθοῦσαν λοιπόν διαφοροποίησιν τῆς Λατινικῆς γλώσσης ἐν Γαλλίᾳ ἐκ τῶν ποικίλων γλωσσικῶν ἐπιδράσεων ἐπ’ αὐτῆς ἒχομεν ὀλίγον κατ’ ὀλίγον τήν δημιουργίαν μιᾶς νέας γλώσσης, τῆς Ρωμανικῆς, περί τό 800 μ.Χρ., ἡ ὁποία σταδιακῶς μετεξελίχθη εἰς τήν Lingua Françisca, κοινῶς λεγομένη Francienne, καί ἡ ὁποία ἐπεκράτησε καί ἐπεσημοποιήθη τελικῶς κατά τήν περίοδον τῶν 14ου, 15ου καί 16ου αἰώνων, ὃτε τό 1539 διά βασιλικοῦ διατάγματος τοῦ Βασιλέως François 1er ἐπεσημοποιήθη ἡ χρῆσις τῆς Γαλλικῆς Γλώσσης ὡς la Langue Française, ἐχούσης ἐπίκεντρον ταύτης τoύς Παρισίους καί τήν γύρω περιοχήν, πού εἶναι γνωστή ὡς Ile de France καί ἡ ὁποία ἀπετέλεσεν σύν τῷ χρόνῳ τό Κυβερνητικόν Κέντρον τῆς Γαλλίας.

Ὃμως εἰσερχόμενοι βαθύτερον εἰς τό θέμα μας πολύ ὀρθῶς θά διερωτηθῇ ὁ ἀκροατής πῶς συνέβη καί οἱ Γάλλοι μέ ὃλας τάς προαναφερθείσας πολύ ἰσχυράς γλωσσικάς ἐπιδράσεις, αἱ ὁποῖαι διεμόρφωσαν τήν γλῶσσάν των εἰς τήν τελικῶς ἀποκληθεῖσαν Langue Française, πού εἶχε κατά πολύ μεγάλον βαθμόν ὡς βάσιν της τήν Λατινικήν καί τήν ἁπλουστευμένην Ἰταλικήν, νά ἐστράφησαν αἲφνης κατά τόν Μεσαίωνα καί τήν Ἀναγέννησιν καί πάλιν πρός τήν Ἑλληνικήν Γλῶσσαν, μάλιστα δέ χωρίς νά ὑπάρχῃ πλέον εὐάριθμον Ἑλληνικόν στοιχεῖον εἰς τήν Γαλλίαν, ἀφοῦ ἀφ’ ἑνός οἱ ἀρχαῖοι Ἲωνες-Φωκαεῖς εἶχον πρό πολλῶν αἰώνων ἀφομοιωθῆ, οἱ δέ ὀλίγιστοι Μανιᾶται ἂποικοι εἰς Κορσικήν ἒζησαν πολύ μεταγενεστέρως τοῦ Μεσαίωνος, τόν 17ον καί 18ον αἰῶνας, προτοῦ ἀφομοιωθοῦσι καί αὐτοί ὑπό τῶν γηγενῶν. Ἦσαν δηλ. πολύ μεταγενέστεροι τῶν γλωσσικῶν ἐξελίξεων διά τάς ὁποίας ὁμιλοῦμεν.

Καί ὃμως οἱ Γάλλοι ἐστράφησαν πρός τήν Ἑλληνικήν Γλῶσσαν . Κάποιος ἂλλος πολύ σοβαρός λόγος ὑπῆρξε διά νά προβῶσιν οἱ Γάλλοι εἰς αὐτήν τήν μεγάλην γλωσσικήν στροφήν. Αὐτόν λοιπόν τόν λόγον θά τόν ἀναλύσωμεν κατωτέρω: Οἱ πεπαιδευμένοι Γάλλοι ἀντελαμβάνοντο, ὃτι ἡ περί τόν Μεσαίωνα καί τήν Ἀναγέννησιν διαμορφωθεῖσα Γαλλική γλῶσσά των, δυστυχῶς ὑστεροῦσε τῶν ἂλλων ἀρχαιοτέρων γλωσσῶν, ὡς τῆς Λατινικῆς καί τῆς ἐξ αὐτῆς Ἰταλικῆς, εἰς τήν ἒκφρασιν καί τήν διατύπωσιν λεπτῶν νοημάτων. Ἐχρειάζετο ὁπωσδήποτε ἓνα δυνατόν ἐμπλουτισμόν ἀπό μίαν πολύ ἰσχυράν γλῶσσαν, ἰσχυροτέραν τῆς Λατινικῆς, πού θά τῆς ἒδιδε τήν γλωσσικήν ὑπεροχήν, τήν ὁποίαν ἀπαραιτήτως αὓτη ἐχρειάζετο καί οὐδόλως διέθετε τότε ἡ Γαλλική γλῶσσα εἰς τήν πρώτην μορφήν της. Οἱ Γάλλοι ἐπέτυχον μέν καί ἀπέκτησεν ἡ Γλῶσσά των ἰδίαν ὀντότητα, ὃμως ὁ καλῶς μορφωμένος κόσμος τῆς Γαλλίας ἀντελαμβάνετο, ὃτι ἡ γλῶσσά του ὑστέρει τότε κατά πολύ τῆς Λατινικῆς/Ἰταλικῆς, τόσον εἰς τόν τρόπον τῆς ἐκφράσεως, ὃσον καί εἰς τόν πλοῦτον τῆς διατυπώσεως τῶν διαφόρων ἐννοιῶν καί τῆς περιγραφῆς τῶν συναισθημάτων.

Ἒτσι οἱ τότε Γάλλοι λόγιοι ἒθεσαν ὡς πρώτιστον σκοπόν των νά ἀνεβάσωσι τήν Γαλλικήν εἰς τό ἐπίπεδον τῆς Ἰταλικῆς Λογοτεχνίας καί διά νά ἐπιτευχθῇ ὁ σκοπός αὐτός εἷς καί μόνος ἦτο ὁ τρόπος. Μία καί μόνη ἦτο ἡ ὁδός καί ἡ σανίς σωτηρίας. Διά νά ἀνυψωθῇ τό γλωσσικόν ἐπίπεδον τῆς Γαλλικῆς ἒπρεπε νά προστρέξωσιν εἰς τήν μητέρα πασῶν τῶν Γλωσσῶν καί τοῦ Πολιτισμοῦ, ἢτοι πρός τήν Ἑλληνικήν γλῶσσαν τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων, ἐκείνης τῶν ἀρχαίων ποιητῶν καί λογοτεχνῶν, ὡς τοῦ Πινδάρου, τῶν ἀρχαίων τραγῳδῶν καί τῶν φιλοσόφων τῆς ἀρχαιότητος, ἀπό τούς ὁποίους ἐξ ἂλλου καί αὐτοί οἱ Λατῖνοι ἐπίσης διά νά διαμορφώσωσι καί ἐξυψώσωσι τήν Λατινικήν γλῶσσάν των ἢντλησαν πλείστας γνώσεις καί λεξιλόγιον. Ὡς λέγει ἐπί λέξει ὁ Αὐστριακός Γλωσσολόγος καί Φιλόσοφος Egon Friedell «Οἱ Ρωμαῖοι εἰς τά τέλη τῆς ἀρχαιότητος ἒγιναν καί αὐτοί κυριολεκτικῶς εἷς δίγλωσσος λαός» (δηλ. ὡμίλουν Λατινικά καί Ἑλληνικά). Τώρα ἒπρεπε νά πράξωσιν ἀκριβῶς τό ἲδιον καί νά ἀκολουθήσωσι τήν ἰδίαν ἀκριβῶς ἀτραπόν καί οἱ Γάλλοι λόγιοι, πρᾶγμα τό ὁποῖον καί ἒπραξαν μετά πάθους, φροντίδος καί ἐπισταμένης μελέτης.

Εἰς τήν μελέτην του ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ἐκδοθεῖσαν τό 1938 ὁ Egon Friedell ἀναφέρει ἐπίσης. Αὐτό πού ἐξυψώνει τά Ἑλληνικά πάνω ἀπό ὃλας τάς ἂλλας γλώσσας εἶναι ἡ μουσικότης των. Τοῦτο ὀφείλεται εἰς τόν πλοῦτόν των εἰς εὒηχα φωνήεντα καί διφθόγγους, εἰς τήν ὡραίαν ἐναλλαγήν εἰς τόν τονισμόν τῶν λέξεων ἀναλόγως τῶν μακρῶν καί βραχέων φωνηέντων καί ἐπίσης εἰς τήν σπανιότητα ὑπάρξεως σκληρῶν συνιζήσεων καί ἀπανωτῶν συμφώνων, πού ἒχουσιν αἱ ἂλλαι γλῶσσαι. Παρεμπιπτόντως νά μοῦ ἐπιτραπῇ νά ἀναφέρω, ὃτι εἰς παλαιόν ἂρθρον τοῦ ὁμιλοῦντος, δημοσιευθέντος εἰς τήν Ἐφημερίδα ΑΛΗΘΕΙΑ, ἀνέφερον εἰς μίαν στιγμήν γλωσσικῆς ἐμπνεύσεως, ὃτι τά φωνήεντα εἰς τήν Ἑλληνικήν γλῶσσαν πρέπει νά θεωρῶνται ὡς ἀκριβῶς ἀντιστοιχοῦντα πρός τούς φθόγγους εἰς τήν Μουσικήν.

Ὁ Αὐστριακός γλωσσολόγος συνεχίζων ἀναφέρει ἐπίσης εἰς τό ἀξιόλογον βιβλίον του τά κάτωθι: «Οἱ ἀρχαῖοι Ἓλληνες συγγραφεῖς ἐπρόσεχον τόν ῥυθμόν καί τήν ἠχητικήν αἲσθησιν εἰς βαθμόν πού ἡμεῖς σήμερον δέν δυνάμεθα κἂν νά διανοηθῶμεν. Ἐπρόσεχον τόν ρυθμόν καί τήν μελῳδίαν, ἀλλά καί τήν ἀμεσότητα καί τό εὒληπτον τῆς ἐκφράσεως. Εἰς τήν Ἑλληνικήν γλῶσσαν ὑπάρχουσι μαζί ἡ ζωντάνια καί ἡ ῥοή τοῦ προφορικοῦ λόγου μέ τήν ἀκρίβειαν καί συνοπτικότητα τοῦ γραπτοῦ, ἡ χαριτωμένη παραστατικότης μέ τήν ἐννοιολογικήν λεπτότητα καί ἡ μεγαλοπρέπεια μέ τήν σαφήνειαν».

Ὁ Γερμανός ἱστορικός καί ἀρχαιολόγος Ernst Kurtius λέγει τά ἑξῆς εἰς τήν «Ἑλληνικήν Ἱστορίαν» του: «Ὁλόκληρη ἡ Ἑλληνική γλῶσσα ὁμοιάζει μέ τό σῶμα ἑνός καλογυμνασμένου παλαιστοῦ, ὃπου κάθε μῦς εἶναι ἀνεπτυγμένος ἒτσι ὣστε ν’ ἀποδίδῃ τό ἂριστον». Ὁ δέ ἐξαίρετος Γερμανός παιδαγωγός Paul Kauer ἀποκαλεῖ τήν Ἑλληνικήν γλῶσσαν, ὃτι εἶναι «φθογγοποιημέναι χειρονομίαι», τόσην ζωντάνιαν ἒχει αὓτη.

Δι’ αὐτό καί ἢρχισεν ὑπό τῶν λογίων Ἑλληνιστῶν ἐν Γαλλίᾳ ἡ λεπτομερής σπουδή τῆς Ἑλληνικῆς Γλώσσης ἒχουσα ὡς ἐπίκεντρον τῶν μελετῶν αὐτῶν τάς Μονάς καί ἐπίσης τά πρῶτα νεοϊδρυθέντα Πανεπιστήμια. Εἰς τάς Μοναστηριακάς Σχολάς ἒγινεν εἰς βάθος καλλιέργεια καί μελέτη τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης καί μορφώσεως, ἐπεκεντρώνοντο δέ οἱ μοναχοί ἐκτός τοῦ λεξιλογίου καί εἰς τούς τρόπους ἐκφράσεως καί διατυπώσεως τῶν ἰδεῶν καί αἰσθημάτων ὑπό τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων. Ἂς σημειωθῆ, ὃτι τά διάφορα φιλοσοφικά καί ἂλλα συγγράμματα τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων διέδωσαν εἰς τήν Δύσιν οἱ Φραγκισκανοί καί Δομηνικανοί Μοναχοί, οἱ ὁποῖοι τά ἐμελέτων καί μετέφραζον εἰς τάς ἐγκατεσπαρμένας ἀνά τήν Γαλλίαν Μονάς των.

Ὡς παράδειγμα, ἀναφέρω τήν περίφημον Μονήν τοῦ Mont Saint Michel εἰς Νορμανδίαν, ὃπου οἱ μοναχοί εἰδικεύοντο εἰς τά Ἑλληνικά γράμματα καί μελέτας κυρίως δέ εἰς τά κείμενα καί τήν φιλοσοφίαν τοῦ Ἀριστοτέλους, τά ὁποῖα καί μετέφρασαν εἰς τήν Γαλλικήν γλῶσσαν. Τήν συμβολήν των εἶχον ἐξ ἂλλου καί λόγιοι ἐκ τοῦ Βυζαντίου, οἱ ὁποῖοι διά νά ἀποφύγωσι τάς διώξεις τοῦ αἱμοδιψοῦς Μωάμεθ Β΄ τοῦ Πορθητοῦ, ηὗρον καταφύγιον εἰς τήν Δύσιν.

Ὃσον ἀφορᾷ τά πρῶτα Πανεπιστήμια ἀναφέρω τό Πανεπιστήμιον τῶν Παρισίων ἱδρυθέν τό 1150, τοῦ Montpellier τό 1181 καί τῆς Τουλούζης τό 1230. Πλήν τῶν Πανεπιστημίων ἱδρύθησαν τήν ἐποχήν αὐτήν καί σημαίνουσαι Σχολαί, ὡς ἡ Σχολή τῆς Chartres, ὃπου ἐκεῖ ἀνεπτύχθη ἡ μελέτη τοῦ Πλάτωνος καί τῆς Πλατωνικῆς Φιλοσοφίας. Ἐπίσης ἡ Σχολή τοῦ Μπέκ, ὃπου ἐδίδαξαν οἱ περίφημοι λόγιοι, Ἃγιος Ἀνσέλμος τῆς Ἀόστης καί ὁ Lafranc.

Αἱ ἀνωτέρω ἀναφοραί μᾶς ὁδηγοῦσι μέ εὐχέρειαν εἰς τήν λεγομένην Μέσην Γαλλικήν Περίοδον (1380 – 1530), ἡ ὁποία καλύπτει τήν ἐξέλιξιν τῆς Γαλλικῆς Γλώσσης κατά τούς 14ον μέχρι 16ον αἰῶνας. Αὐτή ἡ περίοδος δύναται νά χαρακτηρισθῇ ὡς ὁ «Χρυσοῦς Αἰών» τοῦ ἐμπλουτισμοῦ τῆς Γαλλικῆς μέ πληθώραν λέξεων καί φραστικῶν τρόπων ἐκ τῆς ἀρχαίας Ἑλληνικῆς γλώσσης, διά νά ὑπάρξῃ καλυτέρα ἒκφρασις τῶν νοημάτων, σαφήνεια τοῦ ὓφους καί λεπτή αἰσθητική χρῆσις τῶν σημασιολογικῶν ἐννοιῶν εἰς τήν Γαλλικήν Γλῶσσαν καί ἀκόμη διά νά δύνανται νά διατυπώνωσιν τάς ἰδέας των κατ’ ἂριστον τρόπον οἱ μορφωμένοι Γάλλοι. Κατά τήν περίοδον αὐτήν προχωρεῖ ἡ ἳδρυσις καί ἂλλων Πανεπιστημίων, μεταξύ τῶν ὁποίων τό Πανεπιστήμιον τῆς Grenoble (1339) καί τό περίφημον Collège de France (1530), τό τελευταῖον διά νά διδάξῃ ἰδιαιτέρως τάς νεωτέρας φιλοσοφικάς καί ἐπιστημονικάς θεωρίας, πού ἢρχισαν πλέον νά διαφαίνωνται καί νά κερδίζωσιν ἒδαφος εἰς τήν Γαλλίαν.

Προχωρῶν θά ἢθελον νά ἀναφέρω ὃτι εἰς τήν ἀκολουθοῦσαν ἐν συντομίᾳ ἀναφοράν τῶν διασήμων Γάλλων συγγραφέων, ἡ ἐπιλογή τοῦ ὁμιλοῦντος ἒγινεν ἀποκλειστικῶς μεταξύ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι συνέγραψαν ἒργα των βασισθέντες εἰς θέματα σχετιζόμενα μέ τήν Ἑλλάδα καί τήν Ἑλληνικήν ἀρχαιότητα, οὓτως ὣστε νά δύναται νά διαφανῇ ἡ μεγάλη Ἑλληνική ἐπίδρασις ἐπί τῆς Γαλλικῆς Γλώσσης καί τοῦ Γαλλικοῦ Πνεύματος. Εἶναι ἀναπόφευκτον νά μήν ἒχωσι περιληφθῆ ὃλοι οἱ ἀξιόλογοι Γάλλοι Ἑλληνισταί καί ἂνθρωποι τῶν γραμμάτων πού ἐνεπνεύσθησαν ἀπό τήν Ἑλλάδα, τήν ἀρχαιότητά της καί τούς Βυζαντινούς χρόνους. Ὂμως, πιστεύω, καλύπτεται τό μεγαλύτερον μέρος τῶν Γάλλων Ἑλληνιστῶν λογίων καί δίδεται σαφῶς ἡ ἐξήγησις τῆς Γαλλικῆς στροφῆς καί ῥοῆς πρός τά ἀρχαῖα Ἑλληνικά γράμματα.

Νά σημειώσωμεν λοιπόν ὃτι κατά τόν 16ον αἰῶνα ἐγένοντο αἱ περισσότεραι μεταφράσεις τῶν ἀρχαίων τραγῳδιῶν, κυρίως δέ τῆς Ἠλέκτρας τοῦ Σοφοκλέους, γεγονός πού ὢθησε περαιτέρω τούς Γάλλους Οὐμανιστάς συγγραφεῖς νά γράφωσιν ἐπί τῇ βάσει τῶν ἀρχαίων Ἑλληνικῶν προτύπων. Κατά τήν περίοδον αὐτήν ἐδημιουργήθη μία διακεκριμένη ὁμάς ἐξ ἑπτά ἐξεχόντων Γάλλων ποιητῶν καί συγγραφέων. Ἡ ὁμάς αὓτη ὠνομάσθη La Pléiade (Αἱ Πλειάδες), λαβοῦσα τήν ὀνομασίαν της ἐκ τοῦ ὁμωνύμου Ἀστερισμοῦ, φέροντος τό Ἑλληνικόν ὂνομα Πλειάδες, ἀποτελουμένου ἐξ 7 (ἑπτά) ἀστέρων.

Μέλος «Τῶν Πλειάδων» ἦτο ὁ γνωστός λογοτέχνης καί ποιητής du Bellay, ὁ ὁποῖος τό 1549 ἐξήγησε τήν ἳδρυσιν τῆς Πλειάδος καί τῆς δημιουργίας τῆς Γαλλικῆς Γλώσσης εἰς τό σύγγραμμά του Défence et Illustration de la Langue Française «Ὑπεράσπισις καί Σχολιασμός τῆς Γαλλικῆς Γλώσσης». Εἰς τήν ἰδίαν ὁμάδα ἀνῆκεν ἐπίσης ὁ ἒξοχος ποιητής Pierre de Ronsard, ὁ ὁποῖος πρό 500 περίπου ἐτῶν εἰς ἓν ποίημα του πρός τήν Ἀφροδίτην τήν ἱκετεύει νά ἀπελευθερώσῃ τήν κατακτηθεῖσαν Κύπρον ἀπό τούς Τούρκους βαρβάρους, πού τήν εἶχον καταλάβει. Εἶναι δι’ ἐμέ ἓν τῶν πλέον ἀγαπημένων μου Γαλλικῶν ποιημάτων καί κάθε φοράν, πού τό διαβάζω, μέ συγκινεῖ ἀφάνταστα.

Εἰς τήν διαφάνειαν, σᾶς τό παραθέτω εἰς παλαιάν Γαλλικήν ἒκδοσίν του. Ἰδιαιτέρως δέ ἐπέλεξα λόγῳ χρόνου νά σᾶς μεταφράσω τούς κάτωθι πολύ λυρικούς στίχους:

1η Στροφή: Οἱ 2 πρῶτοι στίχοι:

Ὡραία θεά, ἐρωτευμένη Κύπρις,

Μητέρα τοῦ Παιγνιδιοῦ, τῶν Χαρίτων καί τοῦ Ἒρωτα.

2η Στροφή: Οἱ 2 πρῶτοι στίχοι:

Ἰδαλία, Ἀμαθουσία*, Ἐρυκίνη, *

Προστάτευσε ἀπό τούς Τούρκους τήν Κύπρον, τήν ὡραίαν διαμονήν σου!

3η Στροφή: Οἱ 3 στίχοι:

Μήν ἐπιτρέψῃς καθόλου ἓνας βάρβαρος Ἡγεμόνας

Νά καταστρέψῃ τήν Νῆσον σου καί νά λερώσῃ τήν τιμήν σου,

Ἀπό τό λίκνον σου διῶξε ἀλλοῦ τόν πόλεμον!

Συνεχίζων, ἀναφέρω ἐπίσης ὃτι κατά τόν ἲδιον αἰῶνα, τόν 16ον, ἐξαίρετον ἐργασίαν ἐπαρουσίασε καί ὁ Ἐπίσκοπος τῆς Auxerre, Jacques Amyot, ὁ ὁποῖος μετέφρασε τῷ 1554 ἀπό τά ἀρχαῖα Ἑλληνικά εἰς τήν Γαλλικήν τό ἒργον τοῦ Πλουτάρχου «Βίοι Παράλληλοι», τό ὁποῖον ἐπηρέασε τά μέγιστα τόν τρόπον σκέψεως καί συγγραφῆς εἰς τήν Γαλλίαν. Ὁ μεγάλος συγγραφεύς Montaigne, περί τό τέλος τοῦ 16ου αἰῶνος, ἒλεγε πάντοτε, ὃτι χάριν εἰς τόν Ἐπίσκοπον Amyot ἒμαθον οἱ σύγχρονοί του νά γράφωσι καί νά ὁμιλῶσι καλά Γαλλικά.

Φθάνομεν τώρα εἰς τόν 17ον αἰῶνα, ὁ ὁποῖος, ὡς γνωστόν, ὑπῆρξεν ἡ ὑψίστη περίοδος τῆς Γαλλικῆς Λογοτεχνίας, ἰδίως δέ ἡ δεκαετία 1660 – 1670. Εἶναι ὁ αἰών, ὃπου οἱ Γάλλοι συγγραφεῖς ἐπέδειξαν μίαν νέαν γλωσσικήν ἂνθησιν καί πνευματικήν καλλιέργειαν μέ ἀνανεωμένους πλέον προσανατολισμούς. Ἒχομεν κατ’ αὐτόν τόν αἰῶνα τόν δημιουργόν τοῦ Γαλλικοῦ Κλασσικοῦ Θεάτρου Pierre Corneille, ὁ ὁποῖος ἐνεπνεύσθη πλεῖστα θέματά του ἀπό τήν Ἑλληνικήν ἀρχαιότητα. Αὐτόν ἠκολούθησεν εἷς ἂλλος μεγάλος Γάλλος δραματουργός, ὁ Jean Racine, γνωστός εἰς τούς Ἓλληνας ὡς Ρακίνας. Ἒχει καί αὐτός πλῆθος ἒργων του ἀπό Ἑλληνικά θέματα.

Ἂλλος γνωστός Γάλλος μέ βαθείας γνώσεις τῶν ἀρχαίων συγγραφέων, (μεταξύ τῶν ὁποίων καί τοῦ Αἰσώπου), τάς ὁποίας καί ἐχρησιμοποίησεν εἰς τά συγγράμματά του ἦτο ὁ Jean de la Fontaine μέ τούς γνωστούς εἰς ὃλους περιφήμους Μύθους του « Les Fables de la Fontaine ». Θά ἀναφέρω κατά τόν 17ον πρός 18ον αἰῶνα καί ἓνα ἂλλον πολύ γνωστόν συγγραφέα, τόν κληρικόν καί λόγιον François de la Mothe Fénelon. Τό γνωστότερον ἒργον τοῦ Fénelon εἶναι: «Αἱ Περιπέτειαι τοῦ Τηλεμάχου» (Les Aventures de Télémaque), τό ὁποῖον ἐξέδωσε τό 1699. Εἰς αὐτό ἐξιστοροῦσε μέ μεγάλην γλαφυρότητα τά ταξείδια τοῦ υἱοῦ τοῦ Ὀδυσσέως, Τηλεμάχου, μετά τό τέλος τοῦ Τρῳϊκοῦ πολέμου.

Ἐξ ἂλλου ὁ Μολιέρος ἒδωσε εἰς ἓν ἀπό τά καλύτερα ἒργα του τόν Ἑλληνικόν τίτλον Le Misanthrope (ὁ Μισάνθρωπος 1666) εἰσαγαγών οὓτω τήν Ἑλληνικήν αὐτήν λέξιν και εἰς τήν Γαλλικήν.

Συνεχίζων πάντοτε ἐν συντομίᾳ τάς ἀρχαιοελληνικάς ἐπιδράσεις ἐπί τῶν Γαλλικῶν γραμμάτων, κατά τόν 18ον αἰῶνα ἀναφέρω τόν Voltaire (Βολταῖρος). Μεταξύ τῶν ἂλλων γνωστῶν θεατρικῶν ἒργων του ἐξέχουσαν θέσιν ἒχει καί ὁ Οἰδίπους (Oedipe), ἒργον τό ὁποῖον συνέγραψε τό 1715.

Τόν 19ον αἰῶνα ὀφείλω νά ἀναφέρω τόν μέγαν φιλέλληνα ποιητήν καί συγγραφέα Βίκτωρα Οὐγκώ. Μεταξύ τῶν ποιημάτων του τῶν ἐμπνευσμένων ἀπό τήν Ἑλληνικήν Ἐπανάστασιν τοῦ 1821 πολύ γνωστά εἶναι τά ἐπικά ποιήματά του διά τόν Κανάρην καί τό Ναυαρῖνον, τήν περίφημον Ναυμαχίαν τοῦ Ναυαρίνου.

Ἀπό τό ποίημά του «Ναυαρῖνον» παραθέτω κατωτέρω εἰς ἐλευθέραν μετάφρασιν μίαν πολύ χαρακτηριστικήν στροφήν:

Ἂς ἀλλάξωμεν αὐτό τό παράπονον σέ χαρούμενην τυμπανοκρουσίαν!

Μία βοή ξεπηδᾷ ἀπό τόν Ἰσθμόν μέχρι τόν Φάρον,

Κυττάξετε αὐτόν τόν μαῦρον οὐρανόν, πού εἶναι πιό ὡραῖος

ἀπό ἓνα αἲθριον οὐρανόν.

Ὁ γηραιός Τουρκικός κολοσσός ξαναπέφτει στήν Ἀνατολήν,

Ἡ Ἑλλάδα εἶναι ἐλευθέρα, καί μέσα εἰς τό μνῆμα

ὁ Βύρων χειροκροτεῖ τό Ναυαρῖνον.

Θά ἦτο παράλειψίς μου νά μήν ἀναφέρω καί τόν Ἓλληνα ποιητήν, πού ἒζησεν εἰς Γαλλίαν, τόν Jean Moréas ἢ Ἰωάννην Παπαδιαμαντόπουλον, ὁ ὁποῖος εἶχε καί αὐτός τήν προσφοράν του εἰς τήν Γαλλο-Ἑλληνικήν λογοτεχνίαν κατά τό τέλος τοῦ 19ου καί ἀρχάς τοῦ 20ου αἰῶνος.

Ἀκόμη καί εἰς τόν τελείως πρόσφατον 20ον αἰῶνα ὁ γνωστός θεατρικός συγγραφεύς Jean Anouilh, κατά τήν περίοδον τοῦ Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου καί μεταπολεμικῶς ἒγραψε τρία ἒξοχα θεατρικά ἒργα μέ Ἑλληνικά θέματα ἐκ τῆς ἀρχαιότητος: τήν Εὐριδίκην τό 1942, τήν Ἀντιγόνην τό 1944 καί τήν Μήδειαν τό 1953. Νά μή λησμονῶμεν καί τήν μεγάλην Γαλλίδα φιλέλληνα Ἀκαδημαϊκόν Jacqueline de Romilly, ἡ ὁποία συνέγραφε ἀκόμη καί εἰς βαθύ γῆρας ἐπί πλείστων ἀρχαίων Ἑλληνικῶν θεμάτων. Εἷς ἂλλος Γάλλος διαπρεπής φιλέλλην φιλόλογος καί ἱστορικός, ὁ Jacques Lacarrière, μᾶς ἒδωσε τά ἒξοχα βιβλία του L’Été Grec (1976) = τό Ἑλληνικόν Καλοκαίρι καί τό Dictionnaire Amoureux de la Grèce (2001). Ἐξ ἂλλου ὁ συγγραφεύς Albert Camus ἀφιέρωσεν ἂρθρον του ὑπό τόν τίτλον «Τό Ἑλληνόπουλον» « L’enfant Grec » εἰς τό Περιοδικόν « L’Express » τῆς 6ης Δεκεμβρίου 1955, διά τόν πρῶτον ἐκτελεσθέντα Κύπριον ἣρωα τοῦ ἀπελευθερωτικοῦ μας ἀγῶνος Μιχάλην Καραολήν διά νά τοῦ δοθῇ χάρις ὑπό τῶν Ἂγγλων. Δυστυχῶς δέν εἰσηκούσθη.

Τέλος ἐξέχοντα ῥόλον εἰς τήν διάδοσιν τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης καί πολιτισμοῦ ἐν Γαλλίᾳ καί ἀντιστρόφως τῆς Γαλλικῆς εἰς τήν Ἑλλάδα καί Κύπρον (1959-1971) εἶχεν ἐπίσης τό ζεῦγος Roger Milliex. Ὁ Roger Milliex εἰργάσθη εἰς Κύπρον ὡς Μορφωτικός Ἀκόλουθος τῆς ἐδῶ Γαλλικῆς Πρεσβείας ὃπου κατά τήν διάρκειαν τῆς θητείας του ἳδρυσε τό γνωστόν μας Centre Culturel Français. Ἒγραψε πλείστας μελέτας μεγίστου ἐνδιαφέροντος διά τόν Ἀδαμάντιον Κοραῆν, τόν Βίκτωρα Οὐγκώ, τόν Παλαμάν καί τόν Σολωμόν. Ἓν πολύ σημαῖνον ἒργον του εἰς Κύπρον ἦτο ἡ ἀποστολή πλείστων φοιτητῶν καί φοιτητριῶν διά σπουδάς εἰς Γαλλίαν συνεργαζόμενος πρός τοῦτο στενώτατα μετά τοῦ διατελέσαντος Προέδρου τῆς Σχολικῆς Ἐφορείας Λευκωσίας, ἀειμνήστου Ματθαίου Κωνσταντινίδη. Ἐκ παραλλήλου ἓν πολύ ἀξιόλογον ἐπίτευγμα τοῦ Ματθαίου Κωνσταντινίδη ὑπῆρξεν ἐπίσης ἡ εἰσαγωγή τοῦ μαθήματος τῆς Γαλλικῆς Γλώσσης εἰς τά Σχολεῖα Μέσης Ἐκπαιδεύσεως ἐν Κύπρῳ. Διά τό ἐπίτευγμα του αὐτό ὁ Ματθαῖος Κωνσταντινίδης ὑπῆρξεν ὁ πρῶτος ἐν Κύπρῳ βραβευθείς ὑπό τοῦ Στρατηγοῦ Ντέ Γκώλ καί τῆς τότε Γαλλικῆς Κυβερνήσεως μέ τήν διάκρισιν τοῦ Ἱππότου τῆς Λεγεῶνος τῆς Τιμῆς.

Μέ τάς ἀνωτέρω ἱστορικάς, λογοτεχνικάς καί ἂλλας ἀναφοράς τάς ὁποίας διεξῆλθον ἐν τάχει, διά τήν ἐπίδρασιν τῆς Ἑλλάδος καί τῆς Ἑλληνικῆς Γλώσσης ἐπί τῆς ἀναπτύξεως τοῦ Γαλλικοῦ πολιτισμοῦ καί γλώσσης, εἶμαι βέβαιος ὃτι θά ἒχητε ἀρχίσῃ νά ἀδημονῆτε σχετικῶς μέ τόν τρίτον τίτλον τοῦ ἀποψινοῦ θέματός μας, ὃτι δηλ. θά γνωρίσητε τό ἓν τέταρτον περίπου τῆς καλῆς Γαλλικῆς γλώσσης τό προερχόμενον ἐξ Ἑλληνικῶν λέξεων καί ῥιζῶν. Θά τηρήσω τήν ὑπόσχεσίν μου! Ὃμως προτοῦ χωρήσωμεν εἰς τό θέμα μας αὐτό θά πρέπῃ νά ἀπαντηθῶσι πρῶτον καί τά κάτωθι πολύ βασικά ἐρωτήματα:

Ποῦ εὑρίσκομεν τάς Ἑλληνικάς λέξεις εἰς τήν Γαλλικήν γλῶσσαν; Κατά πρῶτον γενικῶς εἰς τάς Ἐπιστήμας καί εἰδικῶς εἰς ὃλους τούς κλάδους τῶν Ἐπιστημῶν. Διατί μέ τάς Ἐπιστήμας συνέβη καί συμβαίνει αὐτό τό Ἑλληνικόν φαινόμενον; Διότι ἁπλῶς ἡ Ἑλληνική Γλῶσσα προσφέρεται πολύ καλύτερον τῆς Λατινικῆς εἰς τήν δημιουργίαν νέων ἐπιστημονικῶν λέξεων. Ὡς εἶπεν εἷς γνωστός γλωσσολόγος «Ἡ Λατινική ἒχει κάποιαν εὐχέρειαν εἰς τήν δημιουργίαν λέξεων διά τῆς προσθήκης προθεμάτων (préfixes) καί καταλήξεων (suffixes)». Ὃμως ἡ Ἑλληνική ὑπερέχει κατά πολύ τῆς Λατινικῆς εἰς τήν ἐφευρετικότητα καί δημιουργίαν συνθέτων λέξεων ἐκ τῆς ἑνώσεως δύο διαφορετικῶν ἐννοιῶν εἰς μίαν νέαν ἒννοιαν. Ἡ Ἑλληνική γλῶσσα εἰς τό σημεῖον αὐτό, δηλ. τῆς γλωσσοπλαστικῆς ἱκανότητός της, εἶναι ἀνυπέρβλητος. Ἁπλῶς ἓν παράδειγμα: Ἀπό τήν Ὁμηρικήν λέξιν ῥόδον + δάκτυλος προῆλθεν ἡ λέξις ῥοδοδάκτυλος (αὐγή). Καί οἱ Γάλλοι ἐχρησιμοποίησαν αὐτουσίαν τήν Ἑλληνικήν αὐτήν λέξιν rhododactyle διά τήν αὐγήν (aurore).

Μέ τάς χιλιάδας παράγωγα καί συνθέτους λέξεις, ὡς μᾶς λέγει καί πάλιν ὁ Αὐστριακός Ἑλληνιστής Egon Friedell, ἡ Ἑλληνική δίδει εἰς τόν ὁμιλητήν ἓνα ἀνεξάντλητον γλωσσικόν θησαυρόν. Ἐπιτρέπει νά παρακολουθήσῃ τις μίαν βασικήν ἒννοιαν εἰς ὃλας τάς διακλαδώσεις της καί νά ἀποδίδῃ μέ μίαν καί μόνον λέξιν ἐννοιολογικάς συναρτήσεις, πού εἰς ἂλλας γλώσσας χρειάζονται μίαν ὁλόκληρον πρότασιν διά νά ἐκφρασθῶσιν. Αὐτήν τήν κινητικότητα πού λείπει τελείως ἀπό τά Λατινικά τήν ἒχει μόνον ἡ Ἑλληνική. Ἐκτός δέ ἀπό τήν κινητικότητα ἡ Ἑλληνική γλῶσσα εἶναι πολύ εὒηχος καί μουσική, ὡς ἢδη ἀνεφέρθη, ταὐτοχρόνως δέ εὒχρηστος καί εὒπλαστος. Ὡς ἓν παράδειγμα δίδει ὁ Friedell τό ῥῆμα βουλεύω, πού σημαίνει συσκέπτομαι. Ἀπό τό βουλεύω ὁ Ἓλλην παράγει ἀπ’ εὐθείας τοὐλάχιστον ἂλλας ἐννέα λέξεις: βουλή, βούλευμα, βουλευτήριον, βουλευτήριος, βουλευτής, βουλευτικός, βουλήεις (= γνωστικός, συνετός), βουλφόρος, βούλαρχος καί ἐξ αὐτῶν πλείστας ἂλλας συνθέσεις ἀναλόγως μέ τάς ἀνάγκας τοῦ λόγου.

Μία Γλῶσσα, πού δύναται μέ τόσην εὐκολίαν νά τροποποιῇ, νά συνδυάζῃ τάς ἐννοίας καί νά τούς δίδῃ τάς διαφόρους ἀποχρώσεις, εἶναι ἀδύνατον νά μή κάμνῃ τόν Ἓλληνα νά διακριθῇ καί εἰς τήν ἱκανότητα νά φιλοσοφῇ. Ἒτσι καί ἡ Φιλοσοφία καί αἱ Ἀνθρωπιστικαί Ἐπιστῆμαι, ἀλλά καί ὃλαι σχεδόν αἱ Θετικαί Ἐπιστῆμαι χρησιμοποιοῦσιν Ἑλληνικάς λέξεις: Ἡ Φυσική καί ἡ Χημεία, ἡ Ζῳολογία καί ἡ Βοτανική, ἡ Τεχνολογία καί ἡ Ἰατρική.

Ὑπάρχει ἀκόμη ἓν τελευταῖον ἐρώτημα: Κατά ποῖον τρόπον ἀκριβῶς ἦλθον αἱ Ἑλληνικαί λέξεις εἰς τήν Γαλλικήν Γλῶσσαν; Βεβαίως ἡ πρώτη ἀπάντησις εἶναι μέσῳ τῶν εὐπαιδεύτων καί λογίων Γάλλων τοῦ Μεσαίωνος, τῆς Ἀναγεννήσεως καί τῶν μετέπειτα χρόνων. Εἰς αὐτό ἐβοήθησαν ἐπίσης καί οἱ διαφυγόντες Βυζαντινοί λόγιοι. Χάριν εἰς ὃλους αὐτούς Ἑλληνικαί λέξεις εἰσῆλθον ἀπ’ εὐθείας εἰς τήν Γαλλικήν καί παραμένουσιν ἀναλλοίωτοι μέχρι σήμερον. Π.χ. ὁ φιλόσοφος – le philosophe, ὁ καθολικός – le catholique κτλ.

Ὑπάρχουν ὃμως καί Ἑλληνικαί λέξεις, αἱ ὁποῖαι ἒφθασαν εἰς τήν Γαλλικήν, πού κατά κύριον λόγον παράγεται ἐκ τῆς Λατινικῆς τῶν Ῥωμαϊκῶν χρόνων μέ φωνητικάς παραφθοράς, ἂλλας μικροτέρας καί ἂλλας ἐντονωτέρας. Π.χ. ἡ λέξις Ἐκκλησία, εἰς τήν Λατινικήν ecclesia καί εἰς τήν Γαλλικήν église. Ἡ Ἑλληνική λέξις Ἐπίσκοπος, Λατινιστί episcopus, Γαλλιστί: évêque. Ἡ λέξις βούτυρος (ἡ βούς + τυρός) = le fromage de vâche. Λατ. butyrus. Γαλλιστί: beurre.

Ἒχομεν ὃμως καί κατά τούς νεωτέρους χρόνους, μετά τήν παρακμήν τῆς Λατινικῆς, τήν συνέχισιν τῆς δημιουργίας Γαλλικῶν λέξεων καί ἰδεῶν ἐκ τῆς Ἑλληνικῆς Γλώσσης, ἐφ’ ὃσον ἡ ἀνθρωπότης ἐξελίσσετο διαρκῶς καί οἱ μορφωμένοι ἐχρειάζοντο λέξεις διά νά ἐκφρασθῶσιν αἱ νέαι ἒννοιαι καί ἰδέαι. Π.χ. ἐχρησιμοποιήθη ὑπό τοῦ Μολιέρου, ὡς εἲδομεν, ἐκ τῆς Ἑλληνικῆς ἡ λέξις misanthrope ἀπό τήν λέξιν μισάνθρωπος, ἐπίσης ἐδημιουργήθησαν ἀπό τάς Ἑλληνικάς λέξεις αἱ πολύ νεώτεραι cosmonaute καί astronaute : ἡ πρώτη ἀπό τάς κόσμος καί ναύτης καί ἡ δευτέρα ἀπό τάς ἂστρον καί ναύτης ὡς καί ἂλλαι πολλαί. Ἒτσι οἱ Γάλλοι Ἑλληνισταί λόγιοι ἦσαν εἰς τάς δόξας των: Ὃταν ἐφηυρέθη τό τηλεσκόπιον, τό ὠνόμασαν le télescope ἀπό τό Ἑλληνικόν ἐπίρρημα τῆλε- πού σημαίνει μακράν, εἰς μεγάλην ἀπόστασιν, καί τό ρῆμα σκοπῶ (παρατηρῶ) κ.ο.κ..

Εἷς ἂλλος τρόπος ἐμπλουτισμοῦ τῆς Γαλλικῆς Γλώσσης μέ λέξεις ἀπό τήν Ἑλληνικήν ἦτο ὁ διά τῆς λήψεως Ἑλληνικῶν λέξεων καί ἐξ αὐτῶν δημιουργίας ἂλλων παραγώγων Γαλλικῶν λέξεων. π.χ. * ἀπό τήν πολιτικήν – la politique ἒγινον ἂλλαι Γαλλικαί λέξεις: ὡς le politicien (πολιτικός), politiser (πολιτικοποιῶ). Ἀπό τό anecdote, παρήχθη τό anecdotique κτλ.

* ἀπό τό αὐτός – auto, δηλ. soi-même – automobile, autoradio, autorité (ἐξουσία, ἀρχή), autoroute κτλ.

* ἀπό τήν πρόθεσιν ἀντί = τό ἐνάντιον contre. Αἱ νέαι λέξεις antitabac, antinucléaire, antiraciste etc.

* ἀπό τό πανόραμαπᾶν (pan) καί ὃραμα (spectacle) – panorama, ἒχομεν ἂλλας καινούριας λέξεις ὡς cinérama, panaméricain, panislamisme κ.ο.κ.

Μετά τάς ἀνωτέρω πολύ ἀναγκαίας εἰσαγωγικάς ἐξηγήσεις διά τήν Γαλλικήν Γλῶσσαν, δηλ. τό διατί καί τό πῶς αἱ πολυάριθμοι Ἑλληνικαί λέξεις μετεπήδησαν καί ἐνεπλούτισαν τήν Γαλλικήν, ἂλλοτε μέν ἀπεὐθείας ἀπό τήν Ἑλληνικήν, ἂλλοτε δέ μέ ἐνδιάμεσον τήν Λατινικήν, καί ἂλλοτε ἐν συνδυασμῷ τῶν δύο γλωσσῶν, εἲμεθα πιστεύω ἓτοιμοι τώρα νά ἐμβαθύνωμεν εἰς τό πλουσιώτατον Ἑλληνικόν λεξιλόγιον τῆς Γαλλικῆς γλώσσης καί, ὡς σᾶς ὑπεσχέθην εἰς τόν τρίτον τίτλον τοῦ θέματος τῆς παρούσης ὁμιλίας, φεύγοντες ἀπό ἐδῶ θά κατέχητε περίπου τό 25% τῆς καλῆςλογοτεχνικῆς καί ἐπιστημονικῆςΓαλλικῆς Γλώσσης.

Διά νά μή γίνῃ δέ ἀνιαρά παρουσίασις τῶν λέξεων ἀλλά τοὐναντίον πολύ ἐνδιαφέρουσα, αὗται δέν θά σᾶς παρουσιάζωνται κατἀλφαβητικήν σειράν ὡς γίνεται εἰς τά λεξικά, ἀλλά καθὁμάδας λέξεων καί ἐννοιῶν, αἱ ὁποῖαι σχετίζονται μέ τόν ἂνθρωπον, τά ζῷα, τήν φύσιν, τόν χρόνον, τόν χῶρον, τήν ἐπιστήμην, τάς ἰδέας κ.ο.κ. Τάς διαφόρους δέ ὁμάδας θά τάς ἒχητε εἰς ξεχωριστάς διαφανείας, οὓτως ὣστε νά σᾶς δίδηται μία ἂνετος καί εὐχάριστος, πιστεύω, ἀλληλοδιαδεχομένη παρουσίασις λέξεων ἀνηκουσῶν κατά τό δυνατόν εἰς διάφορα σύνολα ἐννοιῶν.

Κατωτέρω ἀκολουθοῦσιν 26 ὁμάδες διαφανειῶν. Ὀφείλω δέ νά τονίσῳ, ὃτι δέν καλύπτονται ὃλαι αἱ Γαλλικαί λέξεις αἱ ὁποῖαι ἐδημιουργήθησαν ἐκ τῆς Ἑλληνικῆς. Αὐτό θά ἦτο ἀδύνατον κατά τόν διαθέσιμον χρόνον μας. Ἐξ ἂλλου ἀπό κάθε ρίζαν ἒχομεν πλεῖστα παράγωγα: ῥῆμα, οὐσιαστικόν, ἐπίθετον καί ἐπίρρημα. Ὃμως θά ἒχητε μίαν ἀρκετά ἐνδιαφέρουσαν ἐπιλογήν Γαλλικῶν λέξεων, τήν ὁποίαν δύνασθε εὐκόλως νά συμπληρώσητε οἱ ἲδιοι σύν τῷ χρόνῳ.

Καί τώρα αἱ ΔΙΑΦΑΝΕΙΑΙ 

Ἐκ τῆς παραθέσεως τῶν 26 πινάκων, πού σᾶς προεβλήθησαν, εἶναι αὐταπόδεικτον, ὃτι «αἱ Ἑλληνικαί λέξεις καί ῥίζαι δίδουσιν εἰς τήν Γαλλικήν γλῶσσαν τήν βαθυτέραν δυνατήν βάσιν της καί τῆς χαρίζουσι ταὐτοχρόνως τήν ὑψίστην δύναμίν της εἰς τάς ἀφῃρημένας καί ἐπιστημονικάς ἐννοίας. Αἱ Ἑλληνικαί ῥίζαι καί λέξεις εἶναι ὁλόγυρά μας», λέγουσιν οἱ Γάλλοι γλωσσολόγοι, «σέ ὃ,τι μεταφέρει καί τρέφει τόν παλαιότερον καί τόν μοντέρνον πολιτισμόν μας».

Πρέπει ὁπωσδήποτε νά τό σημειώσωμεν καί πάλιν, ὡς τό διεπιστώσατε καί οἱ ἲδιοι, ὃτι αὐτή ἡ γλωσσική διαδικασία, τῆς παροχῆς Ἑλληνικῶν λέξεων εἰς τήν Γαλλικήν, δέν εἶναι κάτι τό ὁποῖον ἒμεινεν ἀπομεμακρυσμένον πλέον εἰς τόν Μεσαίωνα καί τήν Ἀναγέννησιν. Ἐξακολουθεῖ μέχρι σήμερον – παρακολουθεῖ τήν πρόοδον καί τόν μοντέρνον πολιτισμόν βῆμα πρός βῆμα, ἒστω καί ἐάν ἡ ἐξέλιξις τῶν πάντων καί αἱ ἐπιστημονικαί ἀνακαλύψεις ἀκολουθοῦσιν ἓνα ἰλιγγιώδη ῥυθμόν. Κατά τούς παλαιοτέρους αἰῶνας ὁ ἐμπλουτισμός τῆς Γαλλικῆς Γλώσσης μέ Ἑλληνικάς ῥίζας καί λέξεις, ἦτο κάτι σάν πολυτέλεια ἐκ μέρους τῶν τότε λογίων πρός ἐκλεπτυσμόν καί ἐξύψωσιν τοῦ Γαλλικοῦ Ἒθνους καί τῆς Γλώσσης του. Τώρα ὃμως, τήν σύγχρονον ἐποχήν, εἶναι μία ἀναγκαιότης – διά δέ τούς λογίους Γάλλους Ἑλληνιστάς μία εὐχάριστος ἐνασχόλησις – πρός ἐφεύρεσιν νέων λέξεων ἐκ τῆς Ἑλληνικῆς καί τόν κατάλληλον συνδυασμόν των πρός περιγραφήν τῶν νέων ἀλληλοδιαδεχομένων ἡ μία τήν ἂλλην ἐφευρέσεων.

Ὃλοι γνωρίζομεν τήν ἀθάνατον ῥῆσιν τοῦ Ἡρακλείτου: «Τά πάντα ῥεῖ». Αὐτό ἐφαρμόζεται καί εἰς τάς γλώσσας καί βεβαίως ἡ Ἑλληνική καί ἡ Γαλλική γλῶσσαι δέν ἀποτελοῦσιν ἐξαίρεσιν. Διαρκῶς ἂλλαι μέν λέξεις ἐκπίπτουσι, ἂλλαι δέ νέαι λέξεις δημιουργοῦνται. Καί σημειώσετε ὃτι αἱ περισσότεραι νέαι λέξεις, αἱ ὁποῖαι δημιουργοῦνται σήμερον εἰς τήν Γαλλικήν δέν προέρχονται ἀπό τήν Ἀγγλικήν, ὡς δυνατόν νά ἀφήνηται νά νομισθῇ τοῦτο ὑπό τινων κύκλων, ἀλλά προέρχονται ἀπό τήν Ἑλληνικήν. Μάλιστα ἀπό τήν Ἑλληνικήν! Καί αὐτό δέν τό λέγει ὁ ὁμιλῶν ἢ Ἓλληνες λόγιοι πρός αὐτοϋπερηφάνειάν μας, ἡμῶν τῶν Ἑλλήνων. Αὐτό ἀναφέρεται εἰς Γαλλικόν βιβλίον περί τῆς Ἑλληνικῆς Γλώσσης, ἐκδοθέν εἰς τήν Γαλλίαν πρό δεκαπενταετίας περίπου ὑπό τῆς Βρετανικῆς Ἐγκυκλοπαιδείας, Encyclopaedia Britannica.

Πλησιάζων τό τέλος τῆς παρούσης διαλέξεως θά ἢθελον ἐν συντομίᾳ νά ἀναφερθῶ καί εἰς τόν δεύτερον τίτλον τῆς παρούσης ὁμιλίας. Ἒτσι θά σᾶς ἀναγνώσω ἓν ποίημα, τό ὁποῖον ἀναφέρεται εἰς τήν παντοίας μορφῆς φιλίαν καί σχέσιν μεταξύ τῶν δύο λαῶν, τοῦ Ἑλληνικοῦ καί τοῦ Γαλλικοῦ, τοῦ ὁποίου τήν Γαλλοφωνίαν τιμῶμεν τόν μῆνα αὐτόν.

Τό μικρόν αὐτό ποίημα, πού δίδει τήν ἐντύπωσιν πρωτολείου ἐργασίας διά νά γίνηται κατανοητόν ὑφ’ ὃλου τοῦ τότε μετριωτάτης μορφώσεως Ἑλληνικοῦ λαοῦ, τό ἒγραψεν ὁ μέγας Ἓλλην πολιτικός καί ἂνθρωπος τῶν γραμμάτων Ἀδαμάντιος Κοραῆς τό 1800. Ὁ Κοραῆς ἐσπούδασεν εἰς Montpellier καί ἒζησεν εἰς Γαλλίαν,ἐδημοσιεύθη δέ τό ποίημα αὐτό τοῦ Κοραῆ εἰς τήν ἒκδοσιν «Ἆσμα Πολεμιστήριον». Ὁ Ἀδαμάντιος Κοραῆς ὑπῆρξεν ὁ κατ’ ἐξοχήν ἐκπρόσωπος τοῦ Γαλλικοῦ Διαφωτισμοῦ εἰς τόν Ἑλληνικόν χῶρον προωθῶν τάς φιλελευθέρας ἰδέας τῆς Γαλλίας καί τῆς Δύσεως εἰς τήν Ἑλλάδα καί προσπαθῶν νά ἐμπνεύσῃ δι’ αὐτῶν εἰς τούς σκλαβωμένους Ἓλληνας, ἀφ’ ἑνός τήν ἰδέαν τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπαναστάσεως, τῆς Ἐλευθερίας καί Ἀπελευθερώσεως των ἀπό τόν βαρύν καί βάρβαρον Τουρκικόν ζυγόν, ἀφ’ ἑτέρου δέ νά τονώσῃ τήν πίστιν καί ὑπερηφάνειαν τῶν Ἑλλήνων διά τήν ἀρχαιοελληνικήν καταγωγήν καί παράδοσίν των.

Τό ποίημα τοῦ Ἀδαμαντίου Κοραῆ ἒχει ἀκριβῶς ὡς ἐξῆς:

-1-                                                                                -2-

Φίλους τῆς ἐλευθερίας                           Γάλλοι καί Γραικοί δεμένοι

τῶν Γραικῶν τῆς σωτηρίας                                 μέ φιλίαν ἡνωμένοι

ὃταν ἒχωμεν τούς Γάλλους                                δέν εἶναι Γραικοί ἢ Γάλλοι,

τίς ἡ χρεία ἀπό ἂλλους;                         ἀλλ’ ἓν Ἒθνος, Γραικογάλλοι.

Ὃμως ὑπάρχει καί κάποιος ἂλλος λόγος πού σᾶς ἀναφέρω αὐτό τό ποίημα ἐκτός ἀπό τό μήνυμά του τῆς μεγάλης φιλίας, ἡ ὁποία ἑνώνει καί πρέπει πάντοτε νά ἑνώνῃ τούς Ἓλληνας (Γραικούς) καί τούς Γάλλους. Βλέπετε ὃτι εἰς τήν τελευταίαν λέξιν τοῦ ποιήματος ὁ Κοραῆς συνθέσας καί χρησιμοποιείσας μαζί τάς λέξεις Γραικοί καί Γάλλοι ἐφηῦρε καί ἐδημιούργησε τήν σύνθετον λέξιν Γραικογάλλοι. Αὐτό ἒχει ἂμεσον σχέσιν μέ τόν δεύτερον σκόπιμον τίτλον τῆς παρούσης ὁμιλίας, ὃτι εἰς τήν Γαλλίαν ὁμιλοῦν Frangrec, Γαλλοελληνικά. Ἑπομένως, ὃταν ἐχρησιμοποιήθη διά πρώτην φοράν πρό μερικῶν δεκαετιῶν ἡ λέξις franglais, διά νά περιγράψῃ τά ἀνάμεικτα Γαλλικά μέ Ἀγγλικάς λέξεις, πού ὡμίλουν κυρίως οἱ Ἀγγλόγλωσσοι μεταπολεμικοί τουρίσται πού ἐπεσκέπτοντο τήν Γαλλίαν ἢ καί ἐκεῖνοι πού ἐγκαθίσταντο λόγῳ ἐργασίας εἰς διαφόρους θέσεις εἰς Γαλλίαν, αὐτή ἡ λεκτική σύνθεσις πού ἐχρησιμοποιήθη τότε, ὃτι ὡμίλουν franglais, δέν ἦτο μία γλωσσική ἐφεύρεσις τῆς μεταπολεμικῆς ἐποχῆς τῶν ἐτῶν 1950/1970, ὡς γενικῶς πιστεύεται, ἀλλά καί αὐτή ἡ σύνθετος λέξις ἐλήφθη, ὡς μόλις ἲδομεν ἀνωτέρω, ἀπό τήν Ἑλληνικήν γλῶσσαν καί τήν μεγάλην συνθετικήν δύναμίν της, ἀφοῦ ἡ τοιαύτη λεκτική σύνθεσις, οἱ Γραικογάλλοι, ἀναφέρεται διά πρώτην φοράν εἰς τό συγγραφέν πρό 200 καί πλέον ἐτῶν ποίημα τοῦ ἀθανάτου Ἓλληνος λογίου καί πολιτικοῦ Ἀδαμαντίου Κοραῆ.

Θά ἢθελον νά κλείσω τήν παροῦσαν μελέτην μέ μίαν ὑπέροχον παρατήρησιν τῶν ἐμβριθῶν Γάλλων γλωσσολόγων Jean Bouffartigue καί Anne–Marie Delrieu, τούς ὁποίους ἐχρησιμοποίησε καί ἡ Βρεττανική Ἐγκυκλοπαίδεια (Encyclopaedia Britannica) πρός καταγραφήν καί ἀνακοίνωσιν τῶν γλωσσικῶν παρατηρήσεών της διά τήν μεγάλην ἐπίδρασιν τῆς Ἑλληνικῆς Γλώσσης ἐπί τῆς Γαλλικῆς. Οἱ γλωσσολόγοι αὐτοί μᾶς λέγουσιν ἐπί λέξει:

«Διά νά ἐπιτύχῃ κάποιος εἰς τήν ὓπαρξίν του εἰς τήν ζωήν ἢ διά νά εἶναι σέ συγχρονισμόν μέ τόν καιρόν του, θά πρέπῃ νά γνωρίζῃ καλῶς τάς ῥίζας του». Καί περαιτέρω: «Ἡ Ἑλληνική Γλῶσσα εἶναι ἡ πηγή ἐκ τοῦ βάθους τῶν χρόνων τοῦ Γαλλικοῦ καί βεβαίως τοῦ Παγκοσμίου Πολιτισμοῦ. Ἡ Ἑλλάς παραμένει μέχρι σήμερον ζωντανή μέσα εἰς τάς λέξεις πού χρησιμοποιοῦμεν καθημερινῶς. Καί ὂχι μόνον αὐτό, ἡ Ἑλλάς μᾶς κατασκευάζει καί ἐμπλουτίζει κάθε ἡμέραν τήν Γαλλικήν Γλῶσσάν μας».

Νά μοῦ ἐπιτραπῇ νά διατυπώσω ἐδῶ μίαν αὐθόρμητον παρατήρησιν: Σήμερον, ἡμεῖς οἱ σύγχρονοι Ἓλληνες, πῶς ἀκριβῶς συμπεριφερόμεθα πρός τήν ὑπέροχον αὐτήν γλῶσσάν μας; Οἱ σύγχρονοι φωστῆρες τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης μᾶς λέγουν τό ἐξωφρενικόν, ὃτι τούς «πέφτει ὀλίγη» καί θέλουν νά δημιουργήσωσι νέαν ἁπλουστέραν γλῶσσαν ἢ καί νέας διαλέκτους διά νά συνεννοῶνται δῆθεν μεταξύ των καλύτερον ἐν τῇ ἁπλουστευμένῃ ἀτελείᾳ των καί ἐν τῇ κορωνίδι τῆς πλάνης των! Οὐδέν ἂλλο σχόλιον!

ΔΙΑΛΕΞΙΣ κ. ΛΑΜΠΗ Γ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗ 

DISCOURS DE M. LAMBIS G. CONSTANTINIDES

Εστάλη στην ΟΔΥΣΣΕΙΑ, 11.3.2015