Προς μια δικιά του ποιητική: ΑΛΕΞΙΟΣ ΜΑΪΝΑΣ, Το ξυράφι του Όκαμ

Διαπιστώνουμε αναφορές ή διακειμενικές νύξεις απ’ όλο το φάσμα της νεοελληνικής ποίησης, απ’ τον Κάλβο μέχρι τον Λάγιο, επισχολιασμό έργων, μύθων, καλλιτεχνικών πρακτικών, αλλά και διαρκή συνομιλία με το κοινωνικό παρόν, με τόπους και χρόνους και πολιτισμούς. Τα πάντα εισάγονται και θεματοποιούνται ποιητικά, στιγμές καθημερινές ή ζητήματα γενικότερα, η οπτική γωνία αλλάζει συνεχώς, το ύφος διακυμαίνεται, η ένταση επίσης. Συχνή, έως και διαρκής η σύμμειξη πολιτικού και προσωπικού, ιστορικού και αχρονικού, υψιπετούς και ταπεινού. Όλα αυτά περιγράφουν έναν «αέρα», ένα μεγάλο εύρος, καταγράφουν μια αξιοσημείωτη δυνατότητα, εγείρουν όμως και απαιτήσεις τιθάσευσης, αποστάγματος, διαύγασης.

Αυτά έλεγα πριν από δύο χρόνια, και πρόσθετα, ότι μια προσπάθεια οικονομίας ήταν προφανής στα ηλεκτρονικά δημοσιευμένα καινούρια ποιήματά του, αλλά κατέθετα τον φόβο μήπως οδεύσουν σε λάθος κατεύθυνση. Σημείωνα, για παράδειγμα, πως οι μεγάλοι αφηγηματικοί διασκελισμοί, που ανακαλούν τον Ρίτσο, δεν χρειάζεται να εγκαταλειφθούν∙ αντίθετα, είναι απαραίτητο να πυκνώσει το υλικό και η ύφανση του λόγου, ώστε να μην καταλήξει σε μια παράθεση εικόνων, στιγμιοτύπων και εννοιών.

Επαναλαμβάνω αυτό που είπα τότε, δηλαδή πως εγείρονται απαιτήσεις «τιθάσευσης, αποστάγματος, διαύγασης».

Με αυτό ακριβώς το «πρόγραμμα», δηλαδή τη δεσμευτική ποιητική πρόθεση, προσέρχεται ο Μάινας στη δεύτερη συλλογή του. Ήδη από τον τίτλο, μας ειδοποιεί για την αισθητική του στόχευση, που αντλεί από το φιλοσοφικό αξίωμα που σημαίνεται από «Το ξυράφι του Όκαμ». Μια φράση που μας παραπέμπει στην «αρχή της οικονομίας» και στο φιλοσοφικό σύστημα του φραγκισκανού μοναχού του 14ου αιώνα, Γουλιέλμου του Όκαμ, και κυρίως στη συζήτηση και τις προσλήψεις που προκάλεσε μέσα στους αιώνες. Δηλαδή, πως η επιδίωξη της αλήθειας και της επαρκούς απόδειξής της, ο στόχος της πληρότητάς της, οφείλει να ικανοποιεί ταυτοχρόνως το αίτημα της απλότητας.

Αυτή η κίνηση του Μάινα, να θέσει όλη την ποιητική του συλλογή κάτω από τη βαριά σκιά ενός τόσο φορτισμένου τίτλου, υπηρετείται επαρκώς από τα ίδια τα ποιήματα, τα οποία εγγράφονται σε αυτά τα ευρύτερα συμφραζόμενα, και όχι π.χ. σε εκείνα της «δωρικής λιτότητας», που τόσο μας έχει ταλαιπωρήσει στη νεοελληνική λογοτεχνία, και περιγράφει ένα βαρύ ύφος, με κοινότοπες λέξεις να αναγορεύονται σε απόλυτες πηγές γνώσης, και νοημάτων που δεν μπορούν να σηκώσουν. Ταυτόχρονα, αυτή η κίνηση του Μάινα, αμφισβητεί ευθέως και την τεχνική της αφαιρετικότητας και του «νέφους υπαινιγμών», που αναγορεύονται σε μέθοδο σκιαγράφησης του όλου, όπως εμπεδώθηκε επί πολλά έτη στη σύγχρονη ποίησή μας, σε εκείνη τέλος πάντων που μαθήτευσε, σχεδόν «κατά γράμμα», στην ποίηση του Μίλτου Σαχτούρη. Αντίθετα, η ποίηση του Μάινα ανοίγεται στον ωκεανό των ιδεών και των σημασιών, μεταθέτοντας εκεί, δηλαδή με ασύγκριτα πιο δύσκολους όρους, το αίτημα της διαύγασης.

Η δεύτερη παρατήρηση που έκανα, γράφοντας για το πού θα οδηγηθεί η ποίηση του Μάινα μετά την πρώτη του συλλογή, ήταν πως, μπροστά στην ανάγκη να τιθασευτεί ο λόγος, οι μεγάλοι αφηγηματικοί διασκελισμοί, που ανακαλούν τον Ρίτσο, δεν χρειάζεται να εγκαταλειφθούν∙ αντίθετα, είναι απαραίτητο να πυκνώσει το υλικό και η ύφανση του λόγου. Αυτό ακριβώς νομίζω ότι το πετυχαίνει στο ανά χείρας βιβλίο, επιλέγοντας τον δρόμο τού Ρίτσου, και συγκεκριμένα, εκείνο το κομμάτι του δρόμου, όπου ο πληθωρικός αυτός ποιητής αντιμετωπίζει αλλά και παρακάμπτει ευθέως τον Σαχτούρη. Αναφέρομαι σε μερικές από τις ανέκδοτες, όσο ήταν εν ζωή, συλλογές του Ρίτσου, που τώρα περιέχονται στον ΙΔ΄ τόμο των Απάντων του.

Δεν εννοώ σε καμία περίπτωση ότι έχουμε να κάνουμε με μίμηση, ούτε, πλέον, με δημιουργική μαθητεία. Εννοώ ότι ο Μάινας, εν πλήρει επιγνώσει, επιχειρεί να αντιμετωπίσει τον πρόγονό του Ρίτσο με την «αγωνία της επίδρασης». Αυτό άλλωστε μας δηλώνεται, σχεδόν προγραμματικά, με το ποίημα «Η πάλη της αντάρας με το σύθαμπο».

Γράφω δεν θα πει δημιουργώ

θα πει διαχειρίζομαι, επισημαίνω.

(Νεωτερισμοί και ανατροπές είναι έργα του αναγνώστη.)

Γράφω σημαίνει ξαναγράφω, ομολογώ τι διάβασα.

Χαρτογραφώ ένα μονοπάτι.

Μια αφέγγαρη τοπογραφία με βουνό και φρύγανα

ένα δίκτυο από σκάλες που βυθίζονται

σε σχισμές του λευκού χώματος και υπόγειες κοιλότητες –

άγραφες πλάκες

έτοιμες να αποκαλυφθούν

στην ψευδαίσθηση της δυνατότητας ελέγχου.

Εδώ θα πρέπει να σημειώσω, πρώτον, ότι αυτές οι συλλογές του Ρίτσου στις οποίες αναφέρομαι δεν έχουν εισπραχθεί από τη σύγχρονη ποίησή μας. Δεύτερον, ότι το μεγαλύτερο μέρος της σύγχρονης ποίησής μας αισθητικά ευρίσκεται πιο πίσω από αυτές τις συλλογές του Ρίτσου. Τρίτον, και κυριότερο, ότι αυτό ακριβώς είναι το πεδίο το οποίο διέρχεται ο Μάινας, επιχειρώντας να εξέλθει από αυτό με ένα δικό του ποιητικό πρόσωπο. Ιδού πώς, με τους στίχους που ακολουθούν:

Κι αν μόνο το ψέμα

είναι ελευθερία

τότε ας είναι αλήθεια

αυτό που μας δίνει νόημα.

Έτσι, νομίζω πως δικαιολογείται ο τίτλος, κάτω απ’ τον οποίο στεγάζω το παρόν κείμενό μου: «Προς μια δικιά του ποιητική». Γιατί ο Αλέξιος Μάινας, είναι ένας από τους μετρημένους στα δάχτυλα νεώτερους ποιητές, που επιχειρεί να οργανώσει μια δικιά του ποιητική. Ήδη νομίζω πως διακρίνεται η τεχνική της, η οποία αφορά τη σύνθεση. Στη συλλογή συνυπάρχουν και εναλλάσσονται ποιήματα δύο κατηγοριών: σχεδόν δοκιμιακά, δηλαδή καθαρά εννοιολογικά, από τη μια, και, από την άλλη, ποιήματα αφηγηματικά, που συνθέτονται με «φτενά υλικά», κατά την υπόδειξη του Λάγιου και την πρακτική του Ρίτσου. Και με τους δύο τρόπους εμπεδώνεται ως αισθητικό πρόταγμα το αίτημα της απλότητας και της διαύγασης, με την ταλάντωση μεταξύ των δύο αυτών τύπων ποιημάτων να ενεργοποιεί την πόλωση μεταξύ «μορφής» και «περιεχομένου», να δημιουργεί το έδαφος όπου οργανώνεται και βλασταίνει η ποιητική του. Αλλά μια ποιητική, για να αρθρωθεί, χρειάζεται κάτι περισσότερο: το ρίσκο του ποιητή, δηλαδή της ποίησης. Τη μετάβαση από την επικράτεια της μαθητείας και της αγωνίας της επίδρασης στην ανοικτή αναμέτρηση με εκείνους τους ποιητικούς πυρήνες, που με τη διαχρονική ισχύ τους επικυρώνουν ή σχετικοποιούν την κάθε προσπάθεια, όταν αυτή εξέρχεται από την ασφάλεια της γραμματολογίας και διεκδικεί τη θέση της μέσα στο σύμπαν της όλης ποίησης.

Έτσι, για παράδειγμα, ο Μάινας τολμά, κάτω από τον τίτλο του ποιήματος «Καταγώγια που σφραγίστηκαν με τούβλα», να βάλει, ως μότο, την τρομακτικά φορτισμένη μέσα στους αιώνες φράση «et in Arcadia ego».  Επαναλαμβάνω τη σύζευξη: «Καταγώγια που σφραγίστηκαν με τούβλα» –  «et in Arcadia ego».

Σε σημείωση στο τέλος του βιβλίου μάς παραπέμπει στον γνωστό πίνακα του 17ου αιώνα, του Νικολά Πουσσέν, και στην επίσης γνωστότατη ερμηνεία της φράσης ως «ήμουν κι εγώ στην Αρκαδία», φράση που συχνά χρησιμοποιείται, πάντα με αναφορά στον πίνακα του Πουσσέν, ως «γεννήθηκα κι εγώ στην Αρκαδία». Μια νεορομαντική αξίωση, που με τα χρόνια έχει καταλήξει πόζα και πνευματική νεύρωση, αριστοκρατική κοινοτιστική φαντασίωση.

Όμως ο Μάινας, φιλολογικά ενημερωμένος, προτάσσει την ερμηνεία της ίδια αυτής φράσης μέσα από τον πίνακα του Τζιοβάνι Μπαρμπιέρι, επίσης του 17ου αιώνα, η οποία ερμηνεία είναι απολύτως αποδομητική της προηγούμενης: «et in Arcadia ego» = «Υπάρχω (δηλαδή υπάρχει/έρχεται ο θάνατος) ακόμα και στην Αρκαδία». Συναντώντας έτσι τη ρομαντική βίωση της τέχνης στην πηγή της, χωρίς τις μετέπειτα κοινοτιστικές κατασκευές και διαμεσολαβήσεις, ώστε τώρα να αποδομήσει, τη ρομαντική βίωση του κόσμου στο ίδιο της το πεδίο:  «Καταγώγια που σφραγίστηκαν με τούβλα» – «et in Arcadia ego».

Καλό ξεμπέρδεμα, για τον Αλέξιο Μάινα, στο δρόμο που επέλεξε.

ΚΩΣΤΑΣ ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ

Εστάλη στην ΟΔΥΣΣΕΙΑ, 19.1.2015