Αλέξιος Μάΐνας: Τρία ποιήματα

έτοιμα να χρωματίσουν τα ίδια στενά με τα παγωτάδικα

δίπλα στ’ ανδρείκελα των προθηκών με τις μικρές πλακέτες.

Ύβρις

—-το ότι θέλαμε να τα ξαναδούμε,

έπαρση κοιτώντας τις ίδιες πόρτες

απ’ όπου σε λίγο θα βγαίναν

—-προς το παλιό δημαρχείο

κι όπως τότε

επάλξεις κι αναδιπλώσεις

—-του σκοταδιού στις τρίλιες του,

μονόλογος του πλακόστρωτου μιας άδειας πλατείας

και το χιόνι εκεί που περνούσαμε χέρι χέρι

—-σκόρπιο και λιγοστό σαν αλάτι

στ’ ακτινωτά της σοκάκια γεμάτα παιδιά

με τα κυριακάτικα μαγαζάκια κλειστά

όπου την άνοιξη βγαίναν σφυρίζοντας

—-πως ακόμα θυμούνται

κάνοντας τάχα

πως αγόραζαν για τα είδωλα της ανάμνησης

ρούχα.


ΤΑ ΝΕΑΡΑ ΑΛΟΓΑ

Σε αδιαφανή φιαλίδια

άδηλες αλχημείες

για νέα υβρίδια ερώτων.


(Το μπλε μαντρόσκυλο στον πολύκροτο θάμνο, κάρα μα-

νάβηδων, κότες με συρματόπλεγμα) στο αιμόφυρτο χάραμα

τα εφήμερα γλυκόλογα των ηθοποιών,

η μακρινή σιωπή της πρωτότοκης ώρας

στα βαθιά και μοιρασμένα στα βότσαλα χρώματα,

το βουνό που διάλεξαν των πλίθινων οικισμών

–καμινάδες στις απόκρημνες στέγες σαν πώματα–

μερικά φώτα στις στροφές της κατηφόρας

σπιλιάδες λίγης μουσικής απ’ το ράδιο

απελπισία βυθίζοντας τα δάχτυλα στα μαλλιά.

Εραστή, όπως βλέπεις

μελαγχόλησες τώρα που ξημέρωσε ξαφνικά,

δε σε βρήκε έτοιμο τούτο το στάδιο,

οι στάβλοι, οι αμυχές από άχυρο πέρα… τόσο απόμερα στέκεις

στις τσουκνίδες και στους βασιλικούς των περιβολιών

και στις γλάστρες της ηδυπάθειας των γιασεμιών

κάτω απ’ τ’ αγκάθια των πυράκανθων με τους κίτρινους σβόλους

όπου σεργιάνιζαν τα πόδια σας (σαν κάτω από θόλους)

μόλις χθες.


ΤΟ ΠΟΣΟ ΚΑΙ ΤΟ ΓΙΑΤΙ

Και μαύρο ψωμί απ’ το φούρνο.


Τα σύννεφα διέσχιζαν και περιφρονούσαν τις καθαρές αυλές.

Στο υπόστεγο υπήρχε ακόμα η άλως του αδιάλλακτου γλόμπου.

Ήλιος του πρωινού έβγαινε και σουρωνόταν κατά διαστήματα

απ’ τους ηθμούς των μεγάλων κλαδιών

ή δυνάμωνε στις λιμνούλες της βραδινής βροχής.

Δεν άνοιξα την αυλόπορτα που άνοιγα τρία χρόνια

μ’ ένα γάλα στο χέρι και μια χαρά

που δεν ένιωθα καν όταν πατούσα τ’ αποχτενίδια

περνώντας απ’ το πεύκο προς τις μικρές ελιές της εξώπορτας.

Δεν ξέρω αν ένιωθα νοσταλγία ή θλίψη τώρα

ή αν αυτά είναι λέξεις που ήθελα να σκεφτώ.

Άλλωστε εγώ το είχα επιλέξει.

Και ήταν βέβαιο πως κάτι θα έγραφα.

 

Αλέξιος Μάΐνας

Εστάλη στην ΟΔΥΣΣΕΙΑ, 24.10.2014