Τέτοιαν ώρα οι ψυχές διψούν και πάνε
στης λησμονιάς την κρουσταλλένια βρύση~
μα βούρκος το νεράκι θα μαυρίσει,
ά στάξει γι’ αυτές δάκρυ όθε αγαπάνε.
Κι αν πιούν θολό νερό ξαναθυμούνται,
διαβαίνοντας λιβάδια από ασφοδήλι,
πόνους παλιούς, που μέσα τους κοιμούνται.
‘Α δε μπορείς παρά να κλαις το δείλι,
τους ζωντανούς τα μάτια σου ας θρηνήσουν:
θέλουν, μα δε βολεί να λησμονήσουν
Τον Σπύρο ας μην τον κλαίμε. Ας κλάψουμε τα φτωχά παιδιά που πεθαίνουν από την πείνα. Ας κλάψουμε τους στρατιώτες που πεθαίνουν σε έναν άδικο πόλεμο. Ας κλάψουμε αυτούς που δεν πραγματοποίησαν τα όνειρά τους.
Όλοι είμαστε περαστικοί. Η ζωή είναι μια αστραπή στο ζοφερό σκοτάδι της αιωνιότητας. Δεν είναι τα χρόνια στη ζωή που μετράνε. Είναι η ζωή κι η προκοπή που δίνουμε στα χρόνια μας.
Ας μην κλαίμε τον αγαπημένο μας φίλο Σπύρο. Διότι, παρόλο που μεγάλωσε στα πέτρινα χρόνια της κατοχής από χήρα μητέρα, παρόλο που πείνασε κι υπέφερε τα πάνδεινα στα παιδικά του χρόνια, κατόρθωσε να φθάσει στα υψηλότερα στρώματα της δύσκολης σημερινής μας κοινωνίας: να γίνει διευθυντής σε μια μεγάλη αμερικανική τράπεζα, να βοηθήσει πολλούς συνανθρώπους, να αποκτήσει πολλούς φίλους, να δημιουργήσει μια υποδειγματική οικογένεια και να κληροδοτήσει στα παιδιά και στα εγγόνια του καλό όνομα.
Αυτός άλλωστε είναι ο σκοπός του ανθρώπου: να κάμει τον κόσμο αυτόν καλύτερο με το πέρασμά του. Κι ο αγαπημένος μας Σπύρος το πέτυχε καλύτερα από πολλούς άλλους σε αυτήν την νοσηρή κοινωνία που ζούμε.
Αιωνία του η μνήμη και το χώμα που τον σκέπασε ελαφρό.
Μαρίνος και Ιωάννα Χιόνη
Eστάλη στην ΟΔΥΣΣΕΙΑ, 5.5.2014