SEAMUS HEANEY: Προσωπικός Ελικώνας

και πήρε να γκρεμίζεται ο κουβάς μ’ όλο του το σκοινί.

Δεν έβλεπες καν ανταύγεια πια, τόσο βαθιά είχε πέσει.

Ενα άλλο που έχασκε ρηχό μες σ’ ένα πέτρινο ξερό χαντάκι

γεννοβολούσε λες κι έκρυβε ένα ενυδρείο σωστό από κάτω.

Οταν ξετρύπωνες τις ρίζες τις μακριές απ’ τα σαπρόφυλλα

έβλεπες να αιωρούνται άσπρες κεφαλές πάνω απ’ τον πάτο.

Αλλα κάνανε αντίλαλο, σου αντιγυρίζαν τη φωνή σου

με νέα μέσα τους άπεφθη μουσική. Και σ’ ένα τρίτο αλλού

μ’ έπιανε πάντα τρόμος, εκεί αρουραίος μια φορά

μέσ’ απ’ τις φτέρες και τα κορακόχορτα μου ράπισε τον νου.

Τώρα έχω πάψει πια να ψαχουλεύω ρίζες, ν’ αναδεύω λάσπες,

την άνοιξη όπως Νάρκισσος γουρλωμένος να κοιτώ.

Η ηλικία, η θέση μου τέτοια δεν επιτρέπουν. Ρίμες ταιριάζω

το πρόσωπό μου για να δω, τον ζόφο για να κάνω ν’ αποκτήσει ηχώ.


Ποίημα σε μετάφραση του Κώστα Κουτσουρέλη

Eστάλη στην ΟΔΥΣΣΕΙΑ, 9.9.2013, Poema